Ο τρόπος που μιλάμε για τα άτομα με αναπηρία δεν είναι μια απλή γλωσσική επιλογή.
Είναι αντανάκλαση των αντιλήψεών μας και, τελικά, των πολιτικών που ανεχόμαστε ή διεκδικούμε.

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε κουβαλούν νοοτροπίες.
Και οι νοοτροπίες αυτές διαμορφώνουν κοινωνικές πρακτικές, θεσμούς και αποκλεισμούς.

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι όροι όπως «ειδικές ανάγκες», «ειδικές ικανότητες», «έχει πρόβλημα» ή ακόμη και η άκριτη χρήση του «ΑμεΑ» παραμένουν τόσο διαδεδομένοι. Δεν είναι απλώς λανθασμένοι· διαμορφώνουν και νομιμοποιούν πολιτικές αποκλεισμού.» .

Γιατί δεν λέμε «άτομα με ειδικές ανάγκες»

Ο όρος «ειδικές ανάγκες» μετατοπίζει το πρόβλημα στο ίδιο το άτομο.
Το παρουσιάζει ως εξαίρεση, ως κάτι «εκτός κανονικότητας».

Έτσι, αντί να αναγνωρίζεται η ευθύνη της κοινωνίας για την έλλειψη προσβασιμότητας, δικαιολογείται η απουσία της. Αν το άτομο έχει «ειδικές» ανάγκες, τότε είναι λογικό, να το τοποθετούμε σε «ειδικές» δομές, σε «ειδικά» πλαίσια, με «ειδικούς όρους» μακριά από την κοινότητα.

Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη :
τα άτομα με αναπηρία έχουν τις ίδιες βασικές ανάγκες με όλους μας.
Ανάγκες επιβίωσης, εκπαίδευσης, ασφάλειας, εργασίας, κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής.

Δεν είναι οι ανάγκες τους ειδικές.
Ειδικός και ελλιπής ,είναι ο σχεδιασμός της κοινωνίας που δεν τα περιλαμβάνει εξαρχής. Ο στόχος θα έπρεπε να είναι η συμμετοχή τους μέσα στην κοινότητα  και όχι ο αποκλεισμός τους , αυτό άλλωστε είναι το κατοχυρωμένο τους δικαίωμα. 

Η ωραιοποίηση δεν είναι σεβασμός

Εξίσου προβληματικός είναι και ο όρος «άτομα με ειδικές ικανότητες».
Πρόκειται για μια απόπειρα ωραιοποίησης της αναπηρίας, μια προσπάθεια να «αντισταθμιστεί» η αναπηρία με κάποια υποτιθέμενη υπεραξία.

Όμως τα άτομα με αναπηρία δεν χρειάζονται τέτοιες γλωσσικές ακροβασίες για να έχουν αξία.
Έχουν ικανότητες ,όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά η αξία τους δεν εξαρτάται από αυτές.

Η αναπηρία δεν χρειάζεται εξωραϊσμό.

Η αναπηρία δεν χρειάζεται να ωραιοποιείται για να γίνει αποδεκτή. Το άτομο έχει αξία όπως είναι, και με την αναπηρία του.»

Όταν η ταυτότητα εξαφανίζεται πίσω από ακρωνύμια

Η άκριτη χρήση του όρου «ΑμεΑ» συχνά λειτουργεί αποπροσωποποιητικά.
Αντικαθιστά τον άνθρωπο με μια αφηρημένη κατηγορία, ένα διοικητικό ακρωνύμιο.

Το άτομο με αναπηρία δεν είναι όρος, δεν είναι φάκελος, δεν είναι στατιστικό μέγεθος.
Είναι άνθρωπος, με ταυτότητα, φωνή και δικαιώματα.

Δεν είναι έμπνευση. Δεν είναι ήρωες. Δεν ζητούν φιλανθρωπία

Τα άτομα με αναπηρία δεν υπάρχουν για να εμπνέουν τους «αρτιμελείς».
Δεν γεννήθηκαν για να αποτελούν παραδείγματα υπέρβασης ούτε για να μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα για τη ζωή μας.

Το ίδιο ισχύει και για τις οικογένειές τους.
Οι γονείς δεν είναι «ήρωες». Είναι πολίτες που διεκδικούν το αυτονόητο:
ίσα δικαιώματα, πρόσβαση και αξιοπρέπεια για τα παιδιά τους.

Δεν ζητούν φιλανθρωπία, ούτε λόγια συμπόνιας και ενσυναίσθησης.
Ζητούν πράξεις.

Γιατί λέμε «άτομα με αναπηρία»

Ο όρος «άτομα με αναπηρία» δεν είναι τυχαίος.
Αναδεικνύει πρώτα το άτομο και όχι τη βλάβη.

Και, κυρίως, μετατοπίζει την ευθύνη εκεί που ανήκει:
στην κοινωνία.

Το άτομο μπορεί να έχει μια βλάβη, όμως η αναπηρία δεν είναι ατομικό χαρακτηριστικό.
Είναι κοινωνικό φαινόμενο.
Δημιουργείται από τα εμπόδια που συναντά το άτομο στην αλληλεπίδρασή του με την κοινότητα.

Όσο περισσότερα τα εμπόδια, τόσο μεγαλύτερη η αναπηρία.

Καμία ανοχή στον προσβλητικό λόγο

Με αυτή τη βάση, οφείλουμε να καταδικάζουμε απερίφραστα κάθε λόγο που υποτιμά, γελοιοποιεί ή στιγματίζει άτομα με αναπηρία , ιδίως όταν προέρχεται από δημόσια πρόσωπα.

Τα άτομα με νοητικές αναπηρίες δεν είναι χαρακτηρισμοί ούτε αντικείμενο αστεϊσμού.
Είναι άνθρωποι με δικαιώματα, αξιοπρέπεια και δυνατότητες.

Η άγνοια δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία.
Ο προσβλητικός λόγος έχει πραγματικό αντίκτυπο. Πληγώνει, ενισχύει τον αποκλεισμό και νομιμοποιεί τη βία.

Τέτοιες συμπεριφορές που είδαμε πρόσφατα ,δεν συνάδουν με το επίπεδο πολιτικού διαλόγου που αξίζει η κοινωνία μας.

Ο σεβασμός δεν είναι πολιτική ορθότητα

Ο σεβασμός προς τα άτομα με αναπηρία δεν είναι θέμα «political correctness».
Είναι ζήτημα δημοκρατίας, ανθρωπιάς και κράτους δικαίου.

Όσοι κατέχουν δημόσιο αξίωμα έχουν αυξημένη ευθύνη.
Οι λέξεις τους διαμορφώνουν συνειδήσεις και πραγματικότητες.

Αν θέλουμε μια κοινωνία πραγματικής ισότητας, χωρίς αποκλεισμούς,
οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τη γλώσσα.
Και να τη μετουσιώσουμε σε πολιτικές πράξεις, προσβάσιμες δομές και ουσιαστική συμμετοχή.

Γιατί η συμπερίληψη δεν ξεκινά από τα λόγια.
Αλλά χωρίς σωστά λόγια, δεν θα φτάσει ποτέ στις πράξεις

θα μένει πάντα υπόσχεση.