Η Γιορτή των Γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο έχει πάντα κάτι από τελετουργία. Όχι πομπώδη. Ήσυχη. Μια υπενθύμιση ότι οι λέξεις προηγούνται των πράξεων – και καμιά φορά τις σώζουν, όταν όλα γύρω μοιάζουν να μη βγαίνουν όπως τα περιμέναμε.

Εκεί συνάντησα τη Λίνα. Και λίγο αργότερα, γύρω από ένα τραπέζι φαγητού, τον Αλκίνοο. Όχι ως «ονόματα». Αλλά ως ανθρώπους που κουβαλούν τον λόγο τους όπως κουβαλιούνται τα ουσιαστικά πράγματα: χωρίς στόμφο, χωρίς περιττές κινήσεις. Σαν κάτι που έμαθαν να κρατούν όρθιο, ακόμη κι όταν φυσάει.

Η κουβέντα δεν ξεκίνησε από επιτυχίες. Ξεκίνησε από τη λύπη. Από εκείνη τη γνώριμη, θλίψη που δεν ζητά λύτρωση αλλά κατανόηση. Από στιγμές που σε βρίσκουν απροετοίμαστο, όταν κάτι μέσα σου σπάει χωρίς θόρυβο και μένεις να κοιτάς το κενό. Εκεί γεννιούνται τα πιο αληθινά πράγματα – όχι από τη χαρά, αλλά από τη ρωγμή.

Η Λίνα μίλησε για εποχές που αλλάζουν, για ανθρώπους που φεύγουν, για απώλειες που δεν κραυγάζουν αλλά μένουν. Και εκεί κατάλαβα ξανά γιατί οι στίχοι της δεν «γράφονται» απλώς. Στέκονται. Δεν εξηγούν. Συνοδεύουν. Και ο καθένας καταλαβαίνει αυτό που νιώθει. Σαν μια φράση που γράφτηκε για κείνον.

Ο Αλκίνοος, ομιλητικός και ορεξάτος, δεν μου θύμισε τόσο τα τραγούδια του όσο τις δημόσιες κουβέντες του. Τον επικήδειο για τον Σαββόπουλο. Την δική του ομιλία στη Γιορτή των Γραμμάτων. Τη γαλήνη ανθρώπου που έχει περπατήσει ανήφορα και δεν χρειάζεται να τα αποδείξει. Σαν να λέει πως η τέχνη δεν είναι πάντα παρηγοριά. Είναι ευθύνη. Να σταθείς εκεί που πονάς και να πεις την αλήθεια χωρίς να την κάνεις σημαία. Ίσως έτσι εξηγείται γιατί τα τραγούδια του, ακόμη κι όταν μοιάζουν απλά, κουβαλούν μια παράξενη βαρύτητα – σαν ψίθυρο ότι δεν είναι όλα φως, αλλά το φως υπάρχει.

Κάπου ανάμεσα στα πιάτα και τα ποτήρια, ειπώθηκε και κάτι που μου έμεινε: οι χαρές δεν γίνονται εύκολα έργο. Οι χαρές είναι για να τις ζεις. Να μην τις αναλύεις, να μην τις μετατρέπεις σε αφήγημα. Να τις αφήνεις να περνούν από πάνω σου σαν καλοκαίρι. Η λύπη, αντίθετα, ζητά μορφή. Ζητά λέξεις, μουσική, κίνηση. Ζητά να γίνει κάτι άλλο για να μη σε καταπιεί. «Να τη μεταβολίζεις τη λύπη. Να ποιείς. Να δημιουργείς». Πόσο όμορφο, σκέφτηκα, ακούγοντας τη Λίνα.

Φεύγοντας, σκέφτηκα πόσο σπάνιο είναι να συναντάς ανθρώπους που δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα. Που δεν βιάζονται να μιλήσουν. Που άφησαν το έργο τους να προηγηθεί – και τώρα απλώς συνεχίζουν να ζουν, να ακούν, να παρατηρούν. Άνθρωποι απλοί, αλλά καθόλου καθημερινοί.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο μεγάλο μάθημα της βραδιάς: ότι η ποίηση δεν βρίσκεται μόνο στους στίχους. Βρίσκεται στον τρόπο που αντέχεις την πίεση χωρίς να σκληραίνεις. Στον τρόπο που αφήνεις τη χαρά να περάσει χωρίς να την αιχμαλωτίζεις. Και στον τρόπο που, όταν όλα μοιάζουν να σκορπίζουν, κρατάς κάτι μικρό – για να θυμάσαι ποιος και γιατί είσαι.

Πόσο σημαντικό είναι αυτό στις μέρες μας. Που η πολιτική ηχεί σαν ξεχαρβαλωμένη κιθάρα. Που μια Άννι τράβηξε την κουρτίνα σε μια σκηνή που όλοι υποψιαζόμασταν αλλά ελπίζαμε πως δεν ήταν τόσο γυμνή. Σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς χάνεται, και αυτοί άλλοτε πέφτουν με κρότο κι άλλοτε εκφυλίζονται αθόρυβα.

Περνώ μπροστά από ένα πάρκο. Πέντε-έξι παιδιά παίζουν, φωνάζουν, τρέχουν χωρίς σκοπό. Το βλέμμα τους είναι μπροστά. Δεν έχουν μάθει ακόμη να το χαμηλώνουν για να αντέξουν. Η ελπίδα που χρειαζόμαστε δεν είναι αφελής. Είναι πεισματάρα. Σαν εκείνη τη φωνή που ακούς τραβώντας την ανηφόρα.

Και συνεχίζω. Όχι γιατί γίνεται πιο εύκολο. Αλλά γιατί αν σταματήσεις, τέλειωσε.
Έτσι κι ως κοινωνία: δεν έχουμε το δικαίωμα να χαμηλώσουμε το βλέμμα. Ας μεταβολίσουμε αυτή την πίκρα σε κάτι πιο φωτεινό. Όχι για να ξεχάσουμε – αλλά για να αντέξουμε και να συνεχίσουμε.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου.