Πριν από δυόμισι χιλιετίες, ο Θουκυδίδης κατέγραψε την ουσία της ισχύος στις διακρατικές σχέσεις. Στον Διάλογο των Μηλίων στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, όταν η Αθήνα απαίτησε την υποταγή της ουδέτερης Μήλου, οι απεσταλμένοι της εγκαταλείπουν κάθε ηθικό επιχείρημα και μιλούν τη γλώσσα της ισχύος:«…ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν».Δηλαδή, το δίκαιο έχει αξία όταν οι αντίπαλοι είναι περίπου ίσοι σε ισχύ. Διαφορετικά, ο ισχυρός πράττει ό,τι του επιτρέπει η ισχύς του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του.

Ο Θουκυδίδης δεν υιοθετεί αυτή τη λογική. Απλώς την καταγράφει. Περιγράφει τι συμβαίνει όταν ο νόμος παύει να δεσμεύει τους ισχυρούς. Το απόσπασμα είναι διαχρονικό, διότι περιγράφει μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση μέσα σε ένα αναρχοκρατούμενο διεθνές σύστημα, όπου η ισχύς παραμένει το έσχατο μέτρο.

Το ερώτημα σήμερα είναι αναπόφευκτο. Λειτουργεί ακόμη η μεταπολεμική «διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες» ή έχει καταλήξει κενό σχήμα λόγου; Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν κανόνες και θεσμοί. Υπάρχουν. Το ζήτημα είναι η εφαρμογή τους: ποιος ερμηνεύει τους κανόνες, πότε και εις βάρος ποιου.

Όταν ο νόμος αποδυναμώνεται

Η πολιτική σκέψη έχει από καιρό αναμετρηθεί με την ιδέα ότι η δικαιοσύνη καθορίζεται από την ισχύ. Ο Θρασύμαχος στη «Πολιτεία» του Πλάτωνα μιλούσε για το «συμφέρον του ισχυροτέρου». Ο Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes) χαρακτήρισε την αναρχία ως “φυσική κατάσταση” και προτίμησε την τάξη — ακόμη και υπό τον φόβο — παρά το χάος. Ο Νικολό Μακιαβέλι (Niccolò Machiavelli) ανέδειξε την αναγκαιότητα έναντι της αρετής.

Και οι τρεις στοχαστές δεν εξυμνούσαν την αταξία. Περιέγραφαν όμως τι αναδύεται όταν το κράτος δικαίου εξασθενεί. Αυτό που ονομάζεται ρεαλισμός μπορεί να εκφυλιστεί σε κανονικοποίηση της αυθαιρεσίας.

Στον 20ό αιώνα, ο Χανς Μόργκενταου (Hans Morgenthau), έδωσε στον κλασικό ρεαλισμό μια πειθαρχημένη μορφή. Τόνισε τη φρόνηση και τα όρια της ισχύος. Απέρριψε τον ηθικισμό αποκομμένο από την πραγματικότητα, αναγνώρισε όμως ότι ο νόμος, όσο ατελής κι αν είναι, αποτελεί αναγκαίο περιορισμό της ισχύος. Η ισχύς παραμένει δεδομένη.  Η χρήση της όμως είναι επιλογή. Η realpolitik δεν είναι άδεια ασυδοσίας. Υπενθυμίζει ότι η δύναμη χωρίς αυτοσυγκράτηση υπονομεύει τον εαυτό της.

Ο Leo Gross προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, εισάγοντας τον όρο  «αυτοερμηνεία» (autointerpretation), δηλαδή την μονομερή ερμηνεία από ένα κράτος των δικών του υποχρεώσεων. Καμία έννομη τάξη δεν επιβιώνει όταν οι ισχυροί γίνονται ταυτόχρονα νομοθέτες, δικαστές και εκτελεστές. Το διεθνές δίκαιο προϋποθέτει κοινά αποδεκτά όρια, όχι ερμηνείες που επιβάλλονται από τους ισχυρούς.

Τα διδάγματα της Ιστορίας

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες καταστροφές δεν ξέσπασαν ξαφνικά. Προηγήθηκε σταδιακή διάβρωση του δικαίου, αποδυνάμωση της ισορροπίας ισχύος και η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ακολούθησαν την κατάρρευση της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Ο Α’ΠΠ γεννήθηκε μέσα σε ένα σύστημα πλούσιο σε νομική μορφή αλλά φτωχό σε αξιοπιστία. Ο Β’ΠΠ σήμανε την πλήρη εγκατάλειψη της αυτοσυγκράτησης.

Η διάβρωση αρχίζει επίσης και από τη γλώσσα. Η κανονικοποίηση του μίσους, ο σωβινισμός  και η απαξίωση νομικών δεσμεύσεων, προηγούνται της θεσμικής κατάρρευσης. Οι λέξεις προετοιμάζουν τις πράξεις.

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η χρήση βίας όπως στο Κόσοβο, στο Ιράκ και στη Λιβύη προκάλεσαν έντονες νομικές αντιπαραθέσεις. Όμως ακόμη και τότε η χρήση βίας παρουσιαζόταν ως εξαίρεση που απαιτούσε αιτιολόγηση. Ένα σύστημα αντέχει παραβιάσεις. Δεν αντέχει όμως την κανονικοποίησή τους.

Η πειθαρχία της μεταπολεμικής τάξης

Μετά το 1945, η ισχύς δεν καταργήθηκε. Τέθηκε υπό κανόνες. Ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ υπήγαγε τη χρήση βίας στο δίκαιο και αναβάθμισε την κυριαρχία σε προστατευτική αρχή, ιδίως για τα ασθενέστερα κράτη. Το σύστημα του ΟΗΕ δεν  υποσχέθηκε ισότητα ισχύος, αλλά ισότητα υποχρεώσεων. Το κράτος δικαίου αποτέλεσε την θεσμική υποδομή του συστήματος.

Ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Νταγκ Χάμαρσκιολντ (Dag Hammarskjöld)  το έθεσε εύστοχα: ο ΟΗΕ δεν δημιουργήθηκε για να οδηγήσει την ανθρωπότητα στον παράδεισο, αλλά για να την αποτρέψει από την κόλαση. Η αποτελεσματικότητα του εξαρτάται από τη βούληση των κρατών — και ιδίως των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μια τάξη υπό πίεση

Σήμερα, η προβλεψιμότητα στις διακρατικές σχέσεις φθίνει. Με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία — και νωρίτερα της Τουρκίας στην Κύπρο — η εδαφική κατάκτηση επανήλθε  στην Ευρώπη. Η χρήση βίας αυτομασκαρεύεται ως εξυπηρέτηση εθνικού συμφέροντος. Η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε όπλο. Κυρώσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες και τεχνολογικά καθεστώτα λειτουργούν ως μέσα πίεσης. Οι θεσμοί παρακάμπτονται. Αυτό που άλλοτε ήταν εξαίρεση τείνει να γίνει κανόνας.

Η μετατόπιση είναι σαφής: από μια τάξη βασισμένη σε κανόνες, αυτή μετατρέπεται  σε διαχείριση βασισμένη στην ισχύ. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ισχύς επηρεάζει το σύστημα — αυτό συνέβαινε πάντα — αλλά ότι παύει να αναγνωρίζει όρια.

Σε ένα πολυπολικό περιβάλλον, με άνοδο δυνάμεων όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, η πολυπολικότητα δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αταξία. Γίνεται όμως αποσταθεροποιητική όταν τα κράτη λειτουργούν ως αυτοερμηνευτές των υποχρεώσεών τους. Όταν κάθε δύναμη κρίνει μόνη της τα όρια  της, η πολυφωνία μετατρέπεται σε ασυδοσία.

Η τεχνολογική επιτάχυνση επιβαρύνει περαιτέρω το τοπίο. Ο ανταγωνισμός στην τεχνητή νοημοσύνη και στις στρατηγικές τεχνολογίες εξελίσσεται ταχύτερα από την ικανότητα θεσμικής προσαρμογής. Η καινοτομία χωρίς συντονισμό παράγει πλεονέκτημα, όχι όμως σταθερότητα.

Μόναχο: διαφορετικές αναγνώσεις της διεθνούς τάξης

Στην ετήσια Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, τα διαφορετικά οράματα για την  διεθνή τάξη αποτυπώθηκαν καθαρά. Ο Πρόεδρος Μακρόν μίλησε για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Ο Καγκελάριος Μερτς δήλωσε ότι η μεταπολεμική τάξη «δεν υπάρχει πια», επαναβεβαιώνοντας όμως τον διατλαντικό δεσμό. Οι συζητήσεις για ευρωπαϊκή πυρηνική αυτονομία είναι πλέον μείζον ζήτημα. Όλα αυτά αντικατοπτρίζουν αναζήτηση ασφάλειας σε ένα απρόβλεπτο περιβάλλον.

Ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ μίλησε για έναν «νέο δυτικό αιώνα», σε γλώσσα πολιτισμικής σύγκλισης. Πίσω από τις δηλώσεις, η πολιτική των συμμαχιών γίνεται πιο συναλλακτική. Το ΗΒ, εκτός ΕΕ, παραμένει πυρηνική δύναμη και μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο ευρωατλαντικός χώρος δεν διαλύεται — αναδιατάσσεται.

Εδώ δεν έχουμε απλά επιφανειακές διαφορές. Πρόκειται για δομικές εντάσεις: αυτονομία και αλληλεξάρτηση, θεσμική πειθαρχία και ευελιξία.

Η επιλογή

Η ισχύς θα διαδραματίζει πάντοτε ρόλο στη διαμόρφωση κανόνων. Το ερώτημα είναι αν οι κανόνες θα προκύπτουν από συλλογική επεξεργασία ή από αυτοερμηνεία. Το κράτος δικαίου υπηρετεί το μακροπρόθεσμο συμφέρον των ισχυρών όσο και της διεθνούς κοινότητας, δηλαδή και των μη ισχυρών. Μειώνει τον κίνδυνο, σταθεροποιεί τις προσδοκίες και περιορίζει το κόστος του καταναγκασμού. Όταν οι κανόνες διαμορφώνονται συλλογικά, δημιουργούν κοινή ιδιοκτησία — και η ιδιοκτησία παράγει νομιμοποίηση και προβλεψιμότητα. Κανένα σύστημα δεν αντέχει μόνο στην απροσδιοριστία.

Για τα ασθενέστερα κράτη ιδίως, το κράτος δικαίου, όταν εφαρμόζεται  αμερόληπτα παράγει στρατηγική προστασία.

Εφόσον διατηρείται η αυτοσυγκράτηση, η τάξη προσαρμόζεται. Αν χαθεί, η ισχύς μπορεί να επιβληθεί, αλλά με αυξανόμενο κόστος και φθίνουσα νομιμοποίηση. Η επιλογή δεν είναι φιλοσοφική. Είναι στρατηγική.

*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.