Η στοχοποίηση της Κύπρου από το Ιράν και οι επιθέσεις με drones από τη Χεζμπολάχ μας επιβάλλουν, εκ των πραγμάτων, να επανεξετάσουμε σήμερα τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Κύπρος βιώνει από πολύ κοντά περιφερειακές συγκρούσεις, ή ακόμα που εκδηλώνονται απειλές εναντίον της.  Τώρα, όμως οι απειλές έχουν γίνει πράξη.  Κυπριακό έδαφος γίνεται στόχος επιθέσεων, έστω κι αν αυτές στρέφονται εναντίον των Βρετανικών βάσεων.  Οι πολίτες καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, να εκκενώσουν περιοχές, να σπεύσουν σε καταφύγια αν αυτό απαιτείται.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η στοχοποίηση της Κύπρου αποτελεί απόρροια του δυτικού προσανατολισμού που ακολουθείται την τελευταία δεκαετία και της στρατηγικής σχέσης που έχει αναπτυχθεί με το Ισραήλ.  Θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η επικοινωνιακή διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη δίνει, πολλές φορές, τροφή για  να αναπτύσσονται ανάλογα αφηγήματα — πρωτίστως δε να εργαλειοποιούνται από την  τουρκική προπαγάνδα.  Η ουσία όμως παραμένει: δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη στρατηγική επιλογή για την Κύπρο, από την πλήρη ενσωμάτωσή της στους ευρωπαϊκούς και δυτικούς θεσμούς.

Κατ’ ακρίβειαν, το πρόβλημα είναι ότι ενώ η Κύπρος ενσωματώνεται ολοένα και περισσότερο σε πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο με τη Δύση, δεν υπάρχει αντίστοιχη ενσωμάτωση σε αμυντικό επίπεδο.  Το αποτέλεσμα είναι, όπως επανειλημμένα έχουμε επισημάνει ως Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας, πως ενώ η Κύπρος λειτουργεί ως συνεισφορέας ασφάλειας για τους δυτικούς εταίρους (Ευρωπαίους και Αμερικανούς), η ίδια δεν έχει εξασφαλίσει τη θεσμική της αμυντική θωράκιση γι’ αυτή τη συνεισφορά.

H κινητοποίηση της κυβέρνησης τις τελευταίες μέρες προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της κυπριακής αεράμυνας από τους Ευρωπαίους εταίρους υπήρξε αποτελεσματική.  Η άμεση αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης για συνδρομή προς την Κύπρο υπήρξε καταλυτική στο να ανοίξει τον δρόμο και για άλλες χώρες, αλλά κυρίως στο να κατευνάσει το αίσθημα ανασφάλειας που διαμορφωνόταν τις πρώτες ώρες της κρίσης ανάμεσα στον λαό, υπενθυμίζοντάς μας πως κύριο στήριγμά μας ήταν και παραμένει η Ελλάδα.

Θα πρέπει εδώ, σε κάθε περίπτωση, να γίνει σαφές πως η παροχή αντιαεροπορικής-αντιπυραυλικής προστασίας προς την Κύπρο δε συνιστά μια πολιτική επιλογή για στρατιωτικοποίηση του νησιού.  Αποτελεί αδήριτη ανάγκη για ένα μικρό κράτος που λειτουργεί σε ένα περιβάλλον ασύμμετρης έκθεσης σε απειλές, σε μια εποχή ολοένα και μεγαλύτερης «στρατιωτικοποίησης» των διεθνών σχέσεων, ως απόρροια μετασχηματισμών που λαμβάνουν χώρα σε γεωπολιτικό επίπεδο στην ευρύτερη περιοχή μας αλλά και παγκοσμίως.  

Ας μην έχουμε τη ψευδαίσθηση ότι μετά το πέρας του πολέμου θα οδηγηθούμε σε συνθήκες «διαρκούς ειρήνης».  Οι συνθήκες επαυξημένης ανασφάλειας θα συνεχίσουν να υφίστανται. Η Κύπρος βρίσκεται σε μια περιοχή γεωπολιτικής ρευστότητας και θα συνεχίσει να παραμένει εκτεθειμένη σε απειλές.

Η ασπίδα προστασίας από Ευρωπαίους — και Αμερικανούς — γύρω από την Κύπρο, όπως διαμορφώνεται σήμερα εν μέσω του πολέμου στο Ιράν, δεν αποτελεί παρά  μια ad-hoc διευθέτηση.  Η Κύπρος, όμως, έχει ανάγκη από θεσμικές και μόνιμες εγγυήσεις συλλογικής αποτροπής.  Αποτελεί, ασφαλώς, θετική εξέλιξη το γεγονός ότι, παρά την αρνητική του στάση προεκλογικά, ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης δηλώνει σήμερα έτοιμος να υποβάλει αίτηση για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.  Ορθώς δηλώνεται, επίσης, πως θα πρέπει να συνεχίσει να γίνεται η κατάλληλη προετοιμασία σε πολιτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, προς αναζήτηση ευνοϊκότερων πολιτικών συνθηκών για υποβολή αίτησης.    

Το μέλλον του ΝΑΤΟ, ωστόσο, παραμένει — για την ώρα — μάλλον ασαφές, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ, οδηγώντας τους Ευρωπαίους εταίρους σε αναζήτηση λύσεων μέσα από συλλογικά σχήματα άμυνας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριακός Μητσοτάκης, με τον Πολωνό ομόλογό του Ντόναλτ Τουσκ, κατέθεσαν πρόταση τον Μάιο του 2024 για τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής-αντιαεροπορικής ασπίδας, ενώ αυτή τη βδομάδα ο Γάλλος πρόεδρος Μανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε την πρόθεση για την ανάπτυξη μιας πυρηνικής ομπρέλας πάνω από την Ευρώπη.

Τα τελευταία γεγονότα έχουν καταδείξει, με τρόπο αναπόδραστο, πως μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, στην πιο ασταθή γειτονιά του πλανήτη, δεν μπορεί απλώς να συνεχίσει να λειτουργεί στη βάση της λογικής «δε θα τύχει σε μας».  Ούτε να εφησυχάζει με δηλώσεις του τύπου, «η Κύπρος δεν είναι μέρος του προβλήματος, αλλά της λύσης».  Καλώς δίνονται αυτές οι διαβεβαιώσεις, ούτε όμως το Ομάν ήταν μέρος του προβλήματος, ούτε το Κατάρ.  Ήταν χώρες που διατηρούσαν σχέσεις με την Τεχεράνη — επιχειρώντας μάλιστα να είναι μέρος της λύσης, σε προηγούμενες συρράξεις στη Μέση Ανατολή.  Παρά ταύτα, σήμερα δέχονται τα σφοδρά πυρά του ιρανικού στρατού.

Η Κύπρος θα συνεχίσει, και μετά το τέλος της κρίσης, να αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά συμφέροντα, ενώ οι Βρετανικές Βάσεις θα συνεχίσουν — στο ορατό μέλλον — τη λειτουργία τους στο έδαφος της Κύπρου.  Η Λευκωσία, επομένως, δεν έχει την πολυτέλεια να  μένει εκτός ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, που συνδυαστικά, αν εξελιχθούν, οδηγούν τρόπον τινά σε ένα μικρό «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ».  

Για την ώρα, προέχει η διαχείριση της παρούσας κρίσης.  Την επομένη, ωστόσο, θα πρέπει να ενεργήσουμε προδραστικά, χωρίς εφησυχασμό και χωρίς ιδεοληψίες.  Η  Κύπρος μπορεί να αισθάνεται ασφαλής μόνο μέσα από σχήματα συλλογικής αποτροπής.

Και κάτι τελευταίο.  Να μην ξεχνάμε ότι η Κύπρος είναι μια χώρα υπό ημικατοχή.  Κι αυτό καθιστά την όλη εξίσωση ακόμα πιο δύσκολη.  Γι’ αυτό και είναι αναγκαία, όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, η εκπόνηση μιας στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, στο επίκεντρο της οποίας δεν μπορεί παρά να είναι η λύση του Κυπριακού.

*Ο δρ Χριστόφορος Φωκαΐδης είναι πρώην Υπουργός Άμυνας και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας (www.ispd.org.cy).