Η στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ -Ισραήλ με το Ιράν εξελίσσεται έτσι που μεγάλος ωφελημένος είναι το Ισραήλ, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και ιδιαίτερα ο Ντόναλντ Τραμπ υφίστανται στρατηγική, πολιτική και οικονομική ζημία.
Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ εξυπηρετεί κυρίως δικούς του στόχους που είναι η αποδυνάμωση και ενδεχόμενη διάλυση του Ιράν και η αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής προς όφελός του. Αντίθετα, για τις ΗΠΑ ο πόλεμος εξελίσσεται ίσως, χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο, γεγονός που οδηγεί σε σπατάλη πόρων, απώλειες και πιθανώς σε αδιέξοδο.
Δεν είναι καθόλου υπερβολή η εξαγωγή του συμπερασματος ότι υπάρχει ασυμμετρία συμφερόντων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ καθώς το Ισραήλ επιδιώκει παρατεταμένη σύγκρουση ώστε να ενισχύσει τη γεωπολιτική του θέση (με επιχειρήσεις σε γειτονικές χώρες όπως ο Λίβανος), ενώ οι ΗΠΑ θα ήθελαν έναν σύντομο και χαμηλού κόστους πόλεμο – κάτι που όμως δεν επιτυγχάνεται και ο λόγος είναι η έλλειψη σχεδίου και αποτελεσματικότητας.
Ο Τραμπ φαίνεται να έχει εγκλωβιστει σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να ελέγξει όπως θα ηθελε, με αναλογίες προς την εμπλοκή της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω συμμαχιών. Τα αρχικά σενάρια για γρήγορη νίκη, διαψεύστηκαν, όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες επεμβάσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη και τη Συρία.
Το Ιράν αποδεικνύεται ως ανθεκτικός αντίπαλος, μια χώρα μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό, με υπόγειες στρατιωτικές υποδομές, αποκεντρωμένη διοίκηση, εμπειρία πολέμου και δίκτυο συμμάχων τους proxies στην περιοχή.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Τραμπ αντιμετωπίζει εσωτερικό κόστος ενόψει εκλογών όπως οι αυξανόμενες στρατιωτικές απώλειες, οπωσδήποτε οικονομική επιβάρυνση (πληθωρισμός, άνοδος πετρελαίου, επιτόκια), δυσαρέσκεια των φορολογουμένων και το σημαντικότερο όλων, ίσως ορισμένες ρωγμές στη βάση του κινήματος MAGA, ακόμη και από συμμάχους όπως ο Τζο Ρόγκαν. Παράλληλα, υπονομεύεται η ικανότητά του να διαχειριστεί άλλα κρίσιμα μέτωπα, όπως η αντιπαράθεση με την Κίνα και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Άρα, η σύγκρουση προκαλεί αναδιάταξη διεθνών συμμαχιών- το παράδειγμα είναι-χώρες όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Ινδία να εμφανίζονται απρόθυμες να στηρίξουν τις ΗΠΑ, ενώ εξετάζουν εναλλακτικές για ενεργειακή και στρατηγική αυτονομία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα εμφανίζεται ως σχετικός ωφελημένος, καθώς εκμεταλλεύεται την αστάθεια για να ενισχύσει τη θέση της (π.χ. απο-δολαριοποίηση, ενεργειακή στρατηγική), ενώ η Ρωσία αναδεικνύεται ως άμεσος κερδισμένος καθώς αυξάνει τα έσοδά της από το πετρέλαιο, ενισχύει τις σχέσεις της με την Κίνα και αποδυναμώνει τον άξονα Ευρώπης-ΗΠΑ, χωρίς να εμπλακεί στρατιωτικά.
Η σύγκρουση δεν οδηγεί σε καθαρή στρατιωτική ή πολιτική νίκη των ΗΠΑ, αλλά σε αστάθεια, όπου η στρατιωτική υπεροχή δεν φαίνεται αμεσα να μεταφράζεται σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Στην ίδια εξίσωση, η Τεχεράνη δεν περιορίζεται στη διαχείριση της σύγκρουσης, αλλά σχεδιάζει ήδη την επόμενη μέρα, αποδίδοντας στην Τουρκία έναν κρίσιμο ρόλο ως μελλοντικό εταίρο ισχύος, διαμεσολαβητή και πιθανό προστάτη στο νέο γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής.
Η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι πλήγματα στις ναυτιλιακές οδούς του Περσικού Κόλπου μπορούν να προκαλέσουν παγκόσμια ενεργειακή και οικονομική κρίση όπως αύξηση των τιμών του πετρελαίου, του πληθωρισμού, πτώση του βιοτικού επιπέδου και ενδεχόμενες κοινωνικές εξεγέρσεις. Μέσω αυτής της πίεσης, το Ιράν επιδιώκει να οδηγήσει τον Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο και να διαπραγματευτεί από μειονεκτική θέση.
Αυτό επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων με τον Αμπάς Αραγτσί να ξεκαθαρίζει ότι το Ιράν δεν επιδιώκει κατάπαυση πυρός αλλά «εκδίκηση», ενώ ο Αλί Λαριτζανί προειδοποιεί ευθέως τις ΗΠΑ για τις συνέπειες. Παράλληλα, το Ιράν θέτει ως προϋπόθεση διαπραγμάτευσης μια συμφωνία μη επίθεσης και κατάπαυσης του πυρός, διαχωρίζοντας αυτή τη φάση από μελλοντικές συνομιλίες για πιο σύνθετα ζητήματα, όπως το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Παρά τα σοβαρά πλήγματα που έχει δεχθεί οπως οι δολοφονίες ανώτερων στελεχών, συμπεριλαμβανομένου του Αλί Χαμενεΐ, η καταστροφή πυρηνικών εγκαταστάσεων, πυραυλικών βάσεων και δικτύων επικοινωνίας, το καθεστώς δεν κατέρρευσε ακόμα. Οι μηχανισμοί ελέγχου (Basij, αστυνομία, Φρουροί της Επανάστασης) διατηρούν την τάξη, ενώ έχει ήδη ολοκληρωθεί η διαδικασία διαδοχής με τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, έστω και αν δεν έχει αναλάβει ενεργό ρόλο λόγω τραυματισμού.
Το Ιράν θεωρεί απο την πλευρά του ότι έχει επιβάλει μια νέα «ισορροπία τρόμου» στην περιοχή, επιτιθέμενο ακόμη και σε κράτη του Κόλπου όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Ομάν, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, δείχνοντας ότι κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής. Τα κράτη αυτά απέτυχαν να αποτρέψουν τον πόλεμο ή να αντιδράσουν αποτελεσματικά, παρά τους δεσμούς τους με τις ΗΠΑ, γεγονός που αποκαλύπτει την αδυναμία τους και την «ψευδαίσθηση ασφάλειας» από την αμερικανική προστασία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Τουρκία δεν αποτέλεσε στόχο, παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις εκτόξευσης πυραύλων στον εναέριο χώρο της, τις οποίες το Ιράν αρνήθηκε. Αυτό ερμηνεύεται είτε ως αποτέλεσμα αποκεντρωμένης στρατιωτικής δράσης (ανεξάρτητα επιχειρησιακά κέντρα με προκαθορισμένες εντολές, ακόμη και για πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις στην Τουρκία), είτε ως συνειδητή επιλογή αποφυγής σύγκρουσης.
Η αποφυγή αυτή εξηγείται από πολλούς παράγοντες: η στρατιωτική ισχύς της Τουρκίας, ο κίνδυνος ενεργοποίησης του ΝΑΤΟ, η παρουσία αμερικανικών πυρηνικών στη βάση του Ιντσιρλίκ, αλλά και κοινά συμφέροντα, όπως η αντιμετώπιση του κουρδικού αυτονομισμού. Επιπλέον, η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο για Ιρανούς πρόσφυγες.
Σε στρατηγικό επίπεδο, το Ιράν φαίνεται να επενδύει στην Τουρκία ως μελλοντικό εταίρο: οικονομικό (παράκαμψη κυρώσεων), διπλωματικό (μεσολάβηση σε διαπραγματεύσεις) και ενδεχομένως στρατιωτικό. Παρά τις εντάσεις -όπως η κατηγορία ότι η Άγκυρα συνέβαλε στην ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία- οι δύο χώρες έχουν ιστορικό συνεργασίας (στήριξη του Κατάρ κατά τον αποκλεισμό 2017–2021, διαμεσολάβηση σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ).
Η Τουρκία, υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εμφανίζεται ως δύναμη που διεκδικεί ενεργό ρόλο στην αναδιαμόρφωση της περιοχής, υιοθετώντας αντι-ισραηλινή ρητορική και προβάλλοντας τον εαυτό της ως ανεξάρτητο πόλο ισχύος, ικανό να «αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού».
Ο κίνδυνος είναι η Τουρκία να αναδειχθεί σε βασικό μεσολαβητή και κόμβο της μεταπολεμικής τάξης, ακόμη και ως τόπος διαπραγμάτευσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, εφόσον ο Τραμπ επιλέξει να τερματίσει τον πόλεμο. Συνολικά, η η Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνεται ριζικά, με το Ιράν να επιδιώκει να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα και την Τουρκία σε κρίσιμο πυλώνα της επόμενης ισορροπίας.