Η Κυπριακή Δημοκρατία επιδίωξε και εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση για δύο, κυρίως, λόγους. Πρώτον, το Κυπριακό να λυθεί στο πλαίσιο των αρχών και αξιών της Ένωσης, του Κοινοτικού Κεκτημένου και Δικαίου. Δεύτερον, για να διασφαλιστεί έναντι της τουρκικής επιθετικότητας.
Μετά το βροντερό και σωτήριο ΟΧΙ του κυπριακού Ελληνισμού στο τερατούργημα Ανάν, κάθε νόμιμος πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέμενε ότι η πολιτική ηγεσία θα απαιτούσε να ισχύσουν και στην περίπτωση της Κύπρου όσα ακριβώς απολαμβάνουν οι εταίροι μας:
Ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, κράτος δικαίου, ισότητα, αλληλεγγύη, θεμελιώδεις αρχές και αξίες, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν ένα κανονικό, δημοκρατικό, ευρωπαϊκό κράτος. Αντ’ αυτών, η πολιτική ηγεσία της Κύπρου επιμένει σπαστικά στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, που παραβιάζει όλα όσα πρεσβεύει και θεμελιώνουν την Ευρώπη.
Αίφνης, ο νέος πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν και ένα… drone, έβαλαν την Κυπριακή Δημοκρατία στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού και διεθνούς ενδιαφέροντος.
Όχι εξαιτίας της συνεχιζόμενης επί 52 χρόνια τουρκικής κατοχής, αλλ’ επειδή το ιρανικό αερόχημα κατέπεσε στη Βάση Ακρωτηρίου, χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ, της Βρετανίας, που δεν ανήκει στην ΕΕ, αλλ’ είναι «εγγυήτρια» της Κύπρου.
Η Βρετανία έχει συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν τις εκπλήρωσε το 1974, όταν υφίστατο την αττιλική λαίλαπα. Ούτε και σήμερα θα αντιδρούσε αν η Ελλάδα δεν ενεργούσε ταχύτατα και αποφασιστικά διά της αποστολής στην Κύπρο τεσσάρων F-16 και των φρεγατών «Κίμων» και «Ψαρά». Η ενέργεια της Ελλάδος αφύπνισε τις Βρυξέλλες και το ΝΑΤΟ, όχι, όμως, τόσο γρήγορα το Λονδίνο.
Η Γαλλία πρώτη, μετά η Ολλανδία, η Ιταλία, η Ισπανία, έστειλαν πολεμικά πλοία και αεροπλάνα, το Παρίσι έστειλε το αεροπλανοφόρο «Charles de Gaulle». Η Γερμανία έστειλε τον Υπουργό Εξωτερικών στη Λευκωσία.
Στις 9/3/2026 πραγματοποιήθηκε στην Αεροπορική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», στην Πάφο, τριμερής συνάντηση Χριστοδουλίδη, Μητσοτάκη, Μακρόν.
Η κοινή συνισταμένη των δηλώσεών τους ήταν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μόνη. Ο Γάλλος Πρόεδρος υπογράμμισε εμφατικά πως, «όταν η Κύπρος υφίσταται επίθεση, η Ευρώπη υφίσταται επίσης επίθεση». Το Κυπριακό, είπε, «είναι πολύ σημαντικό θέμα, όχι μόνο για εσάς και την Ελλάδα, αλλά και για τη Γαλλία και δείχνει τη σημασία της εταιρικής σχέσης που έχουμε».
Από την πλευρά του, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος, Κ. Μητσοτάκης, ήταν περισσότερο εκδηλωτικός: «ΗΚυπριακή Δημοκρατία της ευρωπαϊκής οικογένειας δεν είναι και δεν θα μείνει ποτέ μόνη». Απευθυνόμενος στον κυπριακό Ελληνισμό, χρησιμοποίησε υψηλούς τόνους για να υπογραμμίσει τους δεσμούς Αθήνας και Λευκωσίας:
«Αδέρφια μου, βρίσκομαι εδώ μαζί με όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες. Θα ήμασταν στο πλευρό σας ακόμη και μόνοι. Αλλά δεν είμαστε μόνοι», τονίζοντας πως η Ελλάδα και η Ευρώπη εκφράζουν πλέον την αλληλεγγύη τους με έργα και όχι μόνο με λόγια.
«Από την αρχή αυτής της κρίσης», πρόσθεσε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, «έθεσα ως βασική εθνική προτεραιότητα την ασφάλεια της Μεγαλονήσου, έναν τόπο με τον οποίο μας συνδέουν οι πιο ισχυροί εθνικοί, ιστορικοί και πολιτιστικοί δεσμοί. Η ασφάλεια της Κύπρου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ασφάλειας».
Εξάλλου, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα iefimerida.gr (12/3/2026), ο Κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε πως άμεση προτεραιότητα της κυβέρνησής του ήταν η ασφάλεια της Ελλάδος και η προστασία της Κύπρου. «Στείλαμε σαφές μήνυμα ότι η Κύπρος δεν πρέπει να αισθάνεται μόνη και κινητοποιήσαμε και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και μόνοι μας θα την στηρίζαμε».
Από την πλευρά της, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δεν υστέρησε σε δηλώσεις συμπαράστασης. «Στεκόμαστε όλοι μας με πλήρη αλληλεγγύη στο πλευρό της Κύπρου. Η ασφάλειά σας είναι και δική μας ασφάλεια». Όλες αυτές οι πληθωρικές δηλώσεις συμπαράστασης προς την Κυπριακή Δημοκρατία επανέφεραν στην επικαιρότητα και τη Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής.
Αναφέρεται στο άρθρο 42, παρ. 7 της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Προνοεί πως, αν ένα κράτος-μέλος δεχτεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υποχρεούνται να το συνδράμουν «με όλα τα μέσα που διαθέτουν», στο πλαίσιο του δικαιώματος αυτοάμυνας (άρθρο 51) του Χάρτη του ΟΗΕ.
Η Ρήτρα επιδέχεται διάφορες αναγνώσεις και ερμηνείες, επειδή το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό αλλά πρώτιστα πολιτικό, και συναρτάται προς κρατικά και εθνικά συμφέροντα. Ενώ είναι δεσμευτική για όλα τα κράτη, αφήνει περιθώριο πώς θα «μεταφραστεί» ενδεχόμενη βοήθεια από κάθε κράτος-μέλος.
Ταυτόχρονα, λαμβάνει υπόψη την ειδική πολιτική ασφάλειας ορισμένων χωρών και τη συμβατότητα με τις υποχρεώσεις κρατών που συμμετέχουν και στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα με το άρθρο 42 (7), υπάρχει και η Ρήτρα Αλληλεγγύης του άρθρου 222 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή παρέχει τη δυνατότητα στην ΕΕ και στις χώρες-μέλη της ΕΕ:
Να ενεργούν από κοινού· ν’ αποτρέψουν τρομοκρατική απειλή στο έδαφος μιας χώρας της ΕΕ, ή να παράσχουν βοήθεια σε άλλη χώρα της ΕΕ που έχει πέσει θύμα φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος του ΟΗΕ, της ΕΕ και Διεθνών Οργανισμών, υπέστη βάρβαρη τουρκική εισβολή με συνεχιζόμενη κατοχή του 37% του ευρωπαϊκού εδάφους της. Μετά την ένταξή της στην ΕΕ, το 2004, θα μπορούσε να επικαλεστεί τη Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής;
Το δημοψήφισμα της 24/4/2004 και η σωτήρια απόρριψη του τερατουργήματος Ανάν ήταν μοναδική ευκαιρία, ο τότε Πρόεδρος να επικαλεστεί και να στηριχτεί στην ευρωπαϊκή νομιμότητα και στο Κοινοτικό Κεκτημένο ως βάση και θεμέλιο για λύση του Κυπριακού. Δεν το έπραξε. Επέμενε στην τουρκοδιζωνική ανωμαλία. Χωρίς ν’ αξιοποιήσει τη δυναμική τού ΟΧΙ.
Οι σημερινές συγκυρίες εξαιτίας του πολέμου υποβάλλουν σοφή αξιοποίηση των εξελίξεων, κεφαλαιοποίηση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, της στρατηγικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, της νέας δυναμικής μιας αξιόπιστης Ελλάδος και της αυξανόμενης γεωπολιτικής αξίας της Κυπριακής Δημοκρατίας για το Ισραήλ και την περιοχή.
Η Κύπρος και η Ελλάδα είναι πλέον σταθερό, αναπόσπαστο κομμάτι του Δυτικού συστήματος ασφάλειας, το οποίο θεωρεί την Τουρκία ως ένα άλλο επικίνδυνο Ιράν.
Μέσα στο σημερινό πλέγμα δραματικών γεωπολιτικών αναπροσαρμογών, τώρα είναι η ευκαιρία, Αθήνα και Λευκωσία να μεθοδεύσουν αλλαγή στρατηγικής και απαγκίστρωσης από τη μέγκενη της αγγλο-τουρκο-διζωνικής τερατουργίας και διάσωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και αντιμετώπισης της Τουρκίας με εθνική ομοψυχία, δραστική αναβάθμιση της άμυνάς τους και ατσάλινη αποφασιστικότητα. Χωρίς τουρκοφοβικά σύνδρομα.