Παρά τις συνεχείς ισραηλινο-αμερικανικές επιδρομές επί τέσσερις εβδομάδες, το ιρανικό καθεστώς έχει αποδυναμωθεί αλλά δεν έχει καταρρεύσει ούτε έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Οι Φρουροί της Επανάστασης εξακολουθούν να διατηρούν επιχειρησιακή ικανότητα και να απαντούν με αντεπιθέσεις, διευρύνοντας μάλιστα τη σύγκρουση με την ενεργό εμπλοκή και των Χούθι της Υεμένης ενώ έχουν ήδη αρχίσει απόπειρες τρομοκρατικών ενεργειών στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, το Ιράν εξακολουθεί να αποκρύπτει μερικές εκατοντάδες κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου, το οποίο δεν έχει άλλη ουσιαστική χρήση, από την πιθανή κατασκευή πυρηνικής βόμβας.
Παρά τις πιέσεις και τους βομβαρδισμούς, το καθεστώς δεν χαλαρώνει την καταστολή απέναντι στον πληθυσμό, ο οποίος είναι ξεκάθαρα το διπλό θύμα: τόσο της εσωτερικής βίας του καθεστώτος όσο και των πολεμικών επιχειρήσεων. Μέσα σε αυτή την αβέβαιη κατάσταση, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε θεωρητικά να συνεχίσει τις επιχειρήσεις, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή η στρατιωτικο-θεοκρατική δομή θα σπάσει.
Βεβαίως, δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται πώς αυτό το σενάριο είναι επισφαλές, καθώς η ιρανική εξουσία, πλέον χωρίς εμφανές πρόσωπο, έχει προετοιμαστεί να επιβιώνει μέσω της ένοπλης ισχύος. Γι’ αυτό ο Αμερικανός πρόεδρος, επιχειρεί πιθανότατα να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού, προσθέτοντας νέους μοχλούς πίεσης που ειναι: από τη μία, η διαπραγμάτευση που επαναλαμβάνει, οι απαιτήσεις του για αφοπλισμό και παράδοση, και η προοπτική ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων, η οποία θα σήμαινε μια κρίσιμη στροφή στον πόλεμο.
Οι 5.000 πεζοναύτες που έχουν τεθεί σε ετοιμότητα, ακόμη και αν ενισχυθούν από την προγραμματισμένη ανάπτυξη 10.000 στρατιωτών και αλεξιπτωτιστών, δεν συνιστούν δύναμη εισβολής ικανή να καταλάβει ή να ελέγξει εχθρικό έδαφος, όμως αποτελούν σημαντικό εργαλείο για επιχειρήσεις κομάντο. Έτσι τίθεται το ερώτημα “του εκατομμυρίου” ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ θα χρειαστεί ένα «τρόπαιο» για να αποχωρήσει από τη σύγκρουση χωρίς πολιτική ή στρατηγική ήττα – κυρίως πολιτικη-και η παρουσία χερσαίων δυνάμεων δείχνει τις πιθανές κατευθύνσεις σήμερα που είναι οι εξής: προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος στο Ιράν, επιχείρηση για το ξεμπλοκάρισμα του Στενού του Ορμούζ ή επιχείρηση για την ανάκτηση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου. Ωστόσο, και οι τρεις επιλογές χαρακτηρίζονται εξαιρετικά αβέβαιες και επικίνδυνες, καθώς προϋποθέτουν πληροφορίες απόλυτης ακρίβειας, τις οποίες το Ιράν προστατεύει αυστηρά. Παρ’ όλα αυτά, οι Ιρανοί ηγέτες αντιμετωπίζουν σοβαρά αυτά τα ενδεχόμενα και ήδη διαμορφώνουν την απάντησή τους, στρέφοντας την απειλή προς το Στενό του Μπαμπ αλ-Μαντάμπ και προς το σαουδαραβικό πετρέλαιο στην Ερυθρά Θάλασσα, κάτι που θα οδηγούσε σε νέα επικίνδυνη κλιμάκωση με παγκόσμιες συνέπειες.
Το Ιράν, χωρίς να χρειάζεται απόλυτη στρατιωτική υπεροχή, μπορεί να θεωρεί ότι πετυχαίνει τους στόχους του εφόσον καταφέρει να επιβάλει μια νέα εξίσωση αποτροπής, κρατώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ υπό διαρκή πίεση και περιορίζοντας την ελευθερία κινήσεών τους. Από την άλλη πλευρά, για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ «νίκη» σημαίνει να αποτρέψουν αυτή τη μεταβολή και να διατηρήσουν τους παλιούς κανόνες ισχύος στην περιοχή.
Η σύγκρουση έχει και ισχυρή οικονομική και επικοινωνιακή διάσταση, καθώς επηρεάζει τις αγορές ενέργειας, τα στρατηγικά περάσματα (Ορμούζ), αλλά και τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ και των ΗΠΑ, η οποία έχει πληγεί λόγω Γάζας. Το αποτέλεσμα του πολέμου θα είναι μια νέα, εύθραυστη αρχιτεκτονική ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, όπου η «νίκη» θα κριθεί από τη δυνατότητα κάθε πλευράς να κατοχυρώσει πολιτικό ρόλο και βεβαιως επιρροή στη μελλοντική τάξη πραγμάτων.
Τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου δεν έχουν μείνει τελείως στο περιθώριο, αλλά ούτε έχουν αποφασίσει ακόμη να πολεμήσουν ενεργά. Αντίθετα, έχουν λάβει θέσεις προσεκτικής εμπλοκής, κυρίως υπερασπίζονται τα εδάφη τους με ενισχυμένες αμυντικές αντιδράσεις και διπλωματικές προσπάθειες για αποκλιμάκωση. Η Τουρκία απο την άλλη επιχειρεί να αποφύγει τη στρατιωτική εμπλοκή, αλλά δηλώνει ρόλο διαμεσολαβητή και προστασίας των δικών της συμφερόντων, πράγμα που επιβεβαιώνει την θέση πως οι περιφερειακοί παίκτες δεν είναι ουδέτεροι παρατηρητές.
Η σύγκρουση δεν δείχνει να τελειώνει άμεσα, καθώς η ικανότητα του Ιράν να ανταποδίδει δεν έχει εξαφανιστεί και το καθεστώς του δεν καταρρέει εύκολα μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Αντίθετα, παραμένει συνεκτικό, αναπληρώνει τις απώλειες στην ηγεσία του και συνεχίζει να χρησιμοποιεί μέσα πίεσης, είτε άμεσα είτε μέσω συμμάχων και πληρεξουσίων, όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος γενικευμένης διάχυσης του πολέμου παραμένει ανοικτός, ιδιαίτερα σε κρίσιμα σημεία όπως τα θαλάσσια περάσματα και οι ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κόλπου.
Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε ενδεχόμενο κλιμάκωσης γύρω από το Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακραίες εξελίξεις, γιατί μια πιο επιθετική στρατιωτική επιλογή θα είχε τεράστιο κόστος και απρόβλεπτες συνέπειες, τόσο σε ανθρώπινες απώλειες όσο και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Συνολικά, το πραγματικά ασφαλές συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για πόλεμο που δεν περιορίζεται στα σύνορα της περιοχής, αλλά «χτυπά» κατευθείαν την οικονομία, την ασφάλεια και τη σταθερότητα διεθνώς, και γι’ αυτό η διάρκεια και η εξέλιξή του παραμένουν ένα από τα πιο επικίνδυνα ανοιχτά ζητήματα της εποχής.