Η πρόσφατη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια επιλογή με υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος, την οποία η Ουάσιγκτον έλαβε με πλήρη επίγνωση των συνεπειών της. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δίνεται και στο γεγονός ότι κάθε ένταση στην περιοχή επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές ενέργειας, την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα, αλλά και την ίδια την αμερικανική κοινωνία, όπου εντείνονται οι αντιδράσεις και οι διαδηλώσεις.

Άρα, γιατί οι ΗΠΑ προχωρούν σε μια στρατηγική που φαίνεται να υπονομεύει την ίδια τους την ηγεμονία; Φαίνεται πως η αμερικανική πολιτική δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από άμεσους υπολογισμούς κόστους-οφέλους, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διαχείρισης της διεθνούς τους θέσης μέσα σε ένα σύστημα που μεταβάλλεται ραγδαία.

Η άνοδος της Κίνας, η επανεμφάνιση της Ρωσίας ως ισχυρού δρώντα και η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων, όπως το Ιράν, περιορίζουν την αμερικανική δυνατότητα μονομερούς επιβολής και καθιστούν την αμερικανική κυριαρχία λιγότερο απόλυτη από ό,τι ήταν τη δεκαετία του ’90.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στρατιωτική κλιμάκωση λειτουργεί ως μήνυμα επαναβεβαίωσης της αμερικανικής αποτρεπτικής ισχύος και ως προσπάθεια να περιοριστεί η δράση των αντιπάλων. Υπάρχει όμως μια βασική αντίφαση: η αυξανόμενη προσφυγή στη στρατιωτική ισχύ. Είναι τελικά ένδειξη ισχύος; Ναι, είναι. Ωστόσο, μπορεί να αντανακλά και την ανησυχία και τη φθορά της ηγεμονίας, επειδή μειώνεται η αποτελεσματικότητα άλλων μέσων επιρροής, όπως οι κυρώσεις, η διπλωματία και η πολιτική συναίνεση.

Το σίγουρο είναι πως οι ΗΠΑ δεν κινούνται πια από θέση «άνετης μονοκρατορίας» και ότι η στρατιωτική υπερδραστηριοποίηση συνδέεται με έναν κόσμο που γίνεται σταδιακά πολυπολικός. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και το φαινόμενο του imperial overstretch (αυτοκρατορική υπερεπέκταση), δηλαδή η κατάσταση όπου μια μεγάλη δύναμη επεκτείνει τις στρατιωτικές της δεσμεύσεις σε βαθμό που δυσκολεύεται να τις στηρίξει πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά σε βάθος χρόνου.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός είναι πως οι δυτικές συμμαχίες αρχίζουν να εμφανίζουν ρωγμές, με συμμάχους στην Ευρώπη και στον Κόλπο να υιοθετούν πιο ανεξάρτητες στάσεις, ενώ η διεθνής κοινή γνώμη είναι πλέον πιο δύσπιστη απέναντι στις αμερικανικές αφηγήσεις. Παράλληλα, το Ισραήλ παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει αυξανόμενη διεθνή απομόνωση λόγω επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η πολιτική πόλωση, οι οικονομικές πιέσεις και η φθίνουσα εμπιστοσύνη στους θεσμούς περιορίζουν τη δυνατότητα διαχείρισης μακροχρόνιων συγκρούσεων, αλλά ενδέχεται επίσης να ωθούν σε επιθετικότερες εξωτερικές επιλογές ως αντιστάθμισμα της εσωτερικής φθοράς. Έτσι, η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται συχνά σε εργαλείο πολιτικής ανασύνταξης, ακόμη και όταν το κόστος είναι εμφανές.

Καταληκτικά, δεν βρισκόμαστε στο τέλος της αμερικανικής ισχύος, αλλά σε μια μεταβατική περίοδο «διαχείρισης της υποχώρησης», όπου οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την ηγετική τους θέση σε έναν κόσμο που πλέον θέτει σαφή όρια. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι αυτή η στρατηγική καθυστέρησης των ιστορικών αλλαγών μέσω στρατιωτικής ισχύος μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη διεθνή αστάθεια.

Επιπλέον, σε τέτοιες συνθήκες αναδύεται και η λεγόμενη credibility trap (παγίδα αξιοπιστίας): η ανάγκη μιας υπερδύναμης να συνεχίζει να εμπλέκεται και να κλιμακώνει, όχι απαραίτητα επειδή το επιθυμεί ή επειδή αποκομίζει στρατηγικό όφελος, αλλά επειδή φοβάται ότι μια υποχώρηση θα εκληφθεί ως αδυναμία και θα διαβρώσει την αξιοπιστία της απέναντι σε συμμάχους και αντιπάλους.

Εννοείται πως η στρατιωτική εμπλοκή δεν γίνεται μόνο για «επίδειξη ηγεμονίας», αλλά και για πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα, όπως ο έλεγχος των ενεργειακών διαδρόμων, η αποτροπή περιφερειακής αναδιάταξης, η εσωτερική πολιτική πίεση, τα στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα και η ανάγκη, βεβαίως, να μην «καεί» η αξιοπιστία τους απέναντι σε συμμάχους.

Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν τεράστια πλεονεκτήματα: στρατιωτική υπεροχή, τεχνολογική ισχύ, το δολάριο ως παγκόσμιο νόμισμα και συμμαχικά δίκτυα που καμία άλλη δύναμη δεν διαθέτει στο ίδιο επίπεδο.