Οι βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου 2026 στην Ουγγαρία σηματοδότησαν το τέλος της 16ετούς διακυβέρνησης του Viktor Orbán, της μακροβιότερης στην ιστορία της χώρας. Ο «εκλεκτός» της Ευρώπης, Péter Magyar, παρουσιάζεται ως ο πολιτικός που θα επαναφέρει τον φιλελευθερισμό στη «χώρα-παραφωνία» της Ε.Ε. Είναι, όμως, ο δημοκράτης που φαντάζονται οι φιλελεύθεροι; Και, τελικά, μπορεί να ανακόψει τη δημοκρατική διολίσθηση;

Ο Orbán υπήρξε πιθανότατα ο κατεξοχήν εκφραστής της «ανελεύθερης δημοκρατίας»: ο όρος αυτός περιγράφει ένα καθεστώς στο οποίο διατηρείται η εκλογική διαδικασία, έστω και προσχηματικά, καθώς οι εκλογές δεν είναι ούτε ίσες ούτε δίκαιες, ενώ παράλληλα υπονομεύονται οι βασικές εγγυήσεις του φιλελεύθερου συνταγματισμού (τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης). Από το 2010 και μετά, η Ουγγαρία γνώρισε μια σταδιακή αλλά συστηματική μετατόπιση προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης περιορίστηκε, τα μέσα ενημέρωσης τέθηκαν υπό αυξημένο κυβερνητικό έλεγχο, ενώ τα θεσμικά αντίβαρα αποδυναμώθηκαν περαιτέρω. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιτέθηκε στην ελευθερία της έκφρασης: πανεπιστήμια τέθηκαν υπό άμεση ή έμμεση πολιτική επιρροή, και διεθνή ερευνητικά ιδρύματα που κρίθηκαν «πολιτικά ύποπτα» εκδιώχθηκαν εκτός χώρας. Ταυτόχρονα, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών βρέθηκαν στο στόχαστρο μέσω νομικών περιορισμών και ρητορικών περί «ξένων συμφερόντων», συχνά πλαισιωμένων από θεωρίες συνωμοσίας, με κεντρική μορφή τον George Soros. Στο οικονομικό πεδίο, διαμορφώθηκε ένα δίκτυο «εθνικών εργολάβων» στενά συνδεδεμένων με την πολιτική εξουσία, με αποτέλεσμα κρατικοί πόροι και περιουσιακά στοιχεία να ανακατανεμηθούν στον φιλικό κύκλο του Orbán.

Ο Orbán αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα της δημοκρατικής διολίσθησης, καθώς η αυταρχική στροφή που εγκαινίασε το 2010 και η συνεπακόλουθη κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου συνιστούν πλέον κυρίαρχα στοιχεία της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας πέρα απο τα στενά όρια της χώρας του. Υπήρξε κεντρική φιγούρα ενός ευρύτερου, άτυπου διεθνούς ρεύματος της νέας αυταρχικής (ακρο)δεξιάς, δίπλα σε ηγέτες όπως ο Donald Trump, ο Vladimir Putin, η Giorgia Meloni κ.α. Η στενή του σχέση με τον Benjamin Netanyahu και η πρόσκλησή του να επισκεφθεί τη Βουδαπέστη, παρά το ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου, ανέδειξαν την αυξανόμενη ταύτιση τμημάτων της ακροδεξιάς με το Ισραήλ. Παράλληλα, το παράδειγμα Orbán λειτούργησε ως σημείο αναφοράς, προσφέροντας ένα χειροπιαστό πρότυπο εφαρμογής αντιδραστικών πολιτικών και εμπνέοντας εγχειρήματα όπως το «Trump 2.0» και το Project 2025, με επιθέσεις στην ανώτατη εκπαίδευση και αποδυνάμωση της κριτικής και κοινωνικής έρευνας. Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Orbán υπήρξε επανειλημμένα παράγοντας αποσταθεροποίησης, ιδίως λόγω της φιλορωσικής του στάσης, της χρήσης βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις και της συγκρουσιακής του σχέσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η εκλογική ήττα του Orbán εκλήφθηκε εύλογα ως ένα σημαντικό πλήγμα για το ρεύμα του αυταρχισμού. Η ανάδυση του Magyar ξεκίνησε το 2024, μετά από ένα πολιτικό σκάνδαλο που αποτέλεσε ρωγμή στο καθεστώς Orbán. Αξιοποιώντας τη συγκυρία, το νέο κόμμα του, Tisza, ανέδειξε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα, έφερε στο προσκήνιο την υποβάθμιση των συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης και εστίασε στη διαφθορά και την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, καταγράφοντας σταδιακή άνοδο στις δημοσκοπήσεις. Επωφελούμενος από τη γνώση του παλαιού κομματικού μηχανισμού του Fidesz, ο Magyar μπόρεσε να δικτυωθεί στην επαρχία με τρόπο που ούτε το ίδιο το Fidesz, το οποίο επικρατεί εκεί παραδοσιακά από το 1998, είχε καταφέρει. Έτσι, κατόρθωσε να ανατρέψει το λαϊκιστικό και αντισυστημικό αφήγημα του Orbán: μια κυβέρνηση που για χρόνια παρουσιαζόταν ως αντι-ελίτ βρέθηκε πλέον να ενσαρκώνει το ίδιο το κατεστημένο, ακριβώς λόγω της αδυναμίας της να αντιμετωπίσει τα παραπάνω ζητήματα.

Ο θρίαμβος του εκλεχτού των Βρυξελλών όμως δεν σηματοδοτεί, αυτομάτως, και το τέλος της αυταρχικής στροφής:

Πρώτον, ο Magyar δεν αποτελεί ακριβώς μια φιλελεύθερη αντίσταση στον αυταρχικό Orbán, καθώς πρόκειται για έναν συστημικό πολιτικό παράγοντα που αναδύθηκε εντός του ίδιου του κόμματος του Orbán (Fidesz). Αν και η εκλογική του νίκη στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό σε φιλελεύθερους και προοδευτικούς ψηφοφόρους, δεν αποτέλεσε έκφραση μιας συμπαγούς αντι-αυταρχικής συμμαχίας. Αντιθέτως, λειτούργησε ως μια συγκυριακή ευκαιρία για την απομάκρυνση του Orbán, ο οποίος στην ουσία είχε θέσει το ουγγρικό κράτος και τη δημοκρατία υπό τον έλεγχό του. Ο Magyar, ωστόσο, παραμένει ένας συντηρητικός πολιτικός. Σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και η έμφαση στην εθνική κυριαρχία, οι διαφοροποιήσεις του από τον Orbán είναι περιορισμένες, παρά τη σαφώς πιο μετριοπαθή στάση του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το κράτος δικαίου.

Δεύτερον, η κληρονομιά που αφήνει πίσω του ο Orbán θέτει ουσιαστικά όρια στον Magyar. Οι θεσμοί του κράτους και οι πολιτικές ισορροπίες θα συνεχίσουν να λειτουργούν με τους όρους των προηγούμενων δεκαέξι ετών. Πιθανές προσπάθειες ριζικού ξηλώματος του καθεστώτος είναι πιθανό να προκαλέσουν αντιδράσεις, όχι μόνο από υποστηρικτές του Fidesz αλλά και από θεσμικούς και νομικούς παράγοντες (όπως στην περίπτωση του «φιλελεύθερου» Donald Tusk στην Πολωνία το 2023, ο οποίος κλήθηκε να παίξει τον ίδιο ρόλο με τον Magyar σήμερα). Σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης, η μετατόπιση της κοινής γνώμης προς πιο ανελεύθερες θέσεις δεν ανατρέπεται εύκολα. Aντίθετα, η διάχυσή της παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο (βλ. Ινδία, ΗΠΑ, Κύπρος, με χαρακτηριστική την εξάπλωση λόγων γύρω από «πολιτισμικούς πόλεμους» αλλά και την ενσωμάτωση ρατσιστικών ρεπερτορίων σε «αριστερούς» λόγους). Η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς πολιτικής – ιδίως στο πεδίο της μετανάστευσης και της εθνικής ταυτότητας – έχει ήδη διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί και η επόμενη κυβέρνηση. Μια εκλογική νίκη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ουσιαστική μεταβολή της πολιτικής συμπεριφοράς ή της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η νέα σύνθεση του ουγγρικού κοινοβουλίου – του πιο δεξιού κοινοβουλίου εντός Ε.Ε. –  επιβεβαιώνει την συνεχιζόμενη δεξιά, συντηρητική και αυταρχική ηγεμονία εντός του πολιτικού συστήματος της χώρας το οποίο αποτελείται μονάχα από τρία κόμματα: το Tisza (138 έδρες), το Fidesz (55 έδρες) και το υπερεθνικιστικό Mi Hazánk (5 έδρες). Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα παρέμειναν εκτός διαδικασίας ώστε να μην υπονομεύσουν την εκλογική δυναμική του Tisza.

Υπό αυτό το πρίσμα, η νίκη του Péter Magyar είναι ταυτόχρονα σημαντική και περιορισμένη. Σημαντική, διότι τερματίζει μια μακρά περίοδο συγκέντρωσης εξουσίας και ανοίγει τον δρόμο για θεσμικές διορθώσεις. Περιορισμένη, διότι δεν εγγυάται από μόνη της μια βαθιά ιδεολογική μεταστροφή ούτε την πλήρη αποκατάσταση του φιλελεύθερου συνταγματισμού. Σε επίπεδο εξωτερικής Ευρωπαϊκής πολιτικής πιθανότατα να αλλάξουν πράγματα, στο εσωτερικό όμως όχι τόσο.

Το κρίσιμο στρατηγικό διακύβευμα για τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία γενικότερα είναι κατά πόσο η στήριξη ενός συντηρητικού πόλου ως αντίβαρο στον αυταρχισμό αναπαράγει τελικά την αυταρχική μετατόπιση που υποτίθεται ότι επιχειρεί να αναχαιτίσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ελίτ παρεμβαίνουν επιλεκτικά στο πολιτικό πεδίο: πριν από μια δεκαετία, η εχθρική τους στάση απέναντι σε δυνάμεις που αμφισβήτησαν τη λιτότητα περιόρισε τον χώρο δημοκρατικής αντιπαράθεσης και ενίσχυσε, έμμεσα, αυταρχικές φωνές. Σήμερα, η αντίστροφη επιλογή δεν επαναφέρει τη δημοκρατία· απλώς σταθεροποιεί μια νέα κανονικότητα, όπου ο αυταρχισμός δεν ανατρέπεται, αλλά ενσωματώνεται στον αντιδραστικό, πλέον,  φιλελευθερισμό.

*Λέκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου