Ολοένα και περισσότερο, δυστυχώς διαπιστώνεται ότι η δημόσια συζήτηση παύει να είναι απλώς προβληματική και γίνεται ουσιαστικά επικίνδυνη. Ειδικά όταν ζητήματα που άπτονται της Πολιτικής Προστασίας, της Άμυνας και γενικότερα της Ασφάλειας και της ετοιμότητας του πολίτη μετατρέπονται σε πεδίο μικροπολιτικής αντιπαράθεσης, εύκολου εντυπωσιασμού και συχνά επιφανειακού «ξερολισμού».
Ιδίως σε προεκλογικές περιόδους, παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: υποψήφιοι, σχολιαστές ή και διάφοροι «παράγοντες» τοποθετούνται με βεβαιότητα για ζητήματα ασφάλειας, υιοθετώντας ύφος γνώσης και εμπειρίας. Στην πράξη, όμως, αυτό που συχνά εκφέρεται δεν είναι τεκμηριωμένη γνώμη, αλλά αποσπασματική άποψη, ασύνδετη με επιχειρησιακή πραγματικότητα και χωρίς επίγνωση των συνεπειών που μπορεί να έχει η διάδοσή της.
Και αυτό δεν είναι απλώς ενοχλητικό και δεν έχει απλώς «κουράσει», αλλά στα θέματα Ασφάλειας και Άμυνας είναι επικίνδυνο.
Η ασφάλεια του πολίτη δεν προσφέρεται για ιδεολογικές προσεγγίσεις ή πολιτικαντισμούς, είτε αντιπολιτευτικούς είτε συμπολιτευτικούς. Είναι ζήτημα τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης και επιχειρησιακής ετοιμότητας. Και σε αυτό το πλαίσιο, θα ήθελα να είμαι σαφής και ίσως οξύς: άλλο η άποψη, και άλλο η επιστημονικώς τεκμηριωμένη και τεχνοκρατικώς εφαρμοσμένη εμπειρογνωμοσύνη.
Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι αναφορικά με τα ζητήματα Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας. Οι νεκροί και οι βαριά τραυματίες από τροχαία δεν αφήνουν περιθώρια «συζήτησης» για το «φαρμακείο αυτοκινήτου». Οι συνεχώς αυξανόμενες και εντεινόμενες πυρκαγιές δεν επιτρέπουν επιπόλαιη, υπηρεσιο-κεντρική προσέγγιση αντί για ολιστική θεώρηση. Η προετοιμασία κτιρίων, υποδομών, και πληθυσμού για σεισμό (ή και άλλες «δομοστατικού αντικτύπου» καταστάσεις) δεν επιδέχεται γραφειοκρατική ευθυνοφοβία ή έκφραση απόψεων. Πίσω από τους αριθμούς δεν υπάρχουν αφηρημένα μεγέθη, αλλά ανθρώπινες ζωές, οικογένειες και κοινωνικές συνέπειες που διαρκούν.
Σε ένα σοβαρό περιστατικό, όπως ένα τροχαίο ατύχημα/δυστύχημα, μια φυσική καταστροφή ή μια άλλη κρίση, τα πρώτα λεπτά είναι καθοριστικά. Και αυτά τα λεπτά δεν λειτουργούν με συνθήματα. Λειτουργούν με δομημένες διαδικασίες και με δεξιότητες που έχουν αποκτηθεί και δουλευτεί και εξασκηθεί εκ των προτέρων και επανειλημμένα, ώστε η όποια «αντίδραση» και «ανταπόκριση» να επέλθει ως «θετικός αυτοματισμός ασφαλούς συμπεριφοράς».
Και εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο σημείο που συχνά υποτιμάται: το βασικό δεν είναι το μέσο, αλλά ο άνθρωπος. Η κατοχή ενός φαρμακείου πρώτων βοηθειών, στο αυτοκίνητο ή αλλού, έχει τη σημασία της. Ωστόσο, χωρίς την αντίστοιχη γνώση και εκπαίδευση, δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες ενός σοβαρού τραύματος. Η ύπαρξη πυροσβεστήρων σε γραφεία, σχολεία, κλπ, δεν επαρκεί για να διαβεβαιώσει μια ορθή και ασφαλή ανταπόκριση. Η ύπαρξη «σχεδίων» ετοιμότητας, ασφάλειας, εκκένωσης, κλπ., δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την ομαλή και ασφαλή εκτέλεσή τους, εάν δεν έχουν γίνει κατ’ επανάληψη ασκήσεις. Και μάλιστα, ασκήσεις ρεαλιστικές και όχι απλώς «βάζω τικ στο κουτάκι ότι το έκανα». Ο κίνδυνος δεν είναι η ύπαρξη του μέσου, είναι η ψευδαίσθηση ότι αυτό αρκεί.
Εάν θέλουμε, ως κοινωνία, να προσεγγίσουμε σοβαρά τα ζητήματα ασφάλειας και πολιτικής προστασίας, με βάση το απλό αλλά απαιτητικό τρίπτυχο: Γνώση – Ψυχραιμία – Πειθαρχία, τότε η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί από τον εντυπωσιασμό στην ουσία, από την επιφανειακή τοποθέτηση στην τεκμηριωμένη γνώση, και από την αντίδραση στην ρεαλιστική προετοιμασία – τόσο των πολιτών όσο και των αρμόδιων υπηρεσιών (και τόσο για τους εθελοντές όσο και για τους επαγγελματίες).
Αυτό σημαίνει επένδυση στην εκπαίδευση, στην ενσωμάτωση βασικών δεξιοτήτων ετοιμότητας στην καθημερινότητα, τακτική επανακατάρτιση, ενίσχυση της κουλτούρας ευθύνης και εμπιστοσύνης. Σημαίνει, επίσης, να αντιμετωπίζουμε τα μέσα και τους εξοπλισμούς (ανεξάρτητα αν πρόκειται για το φαρμακείο, τον πυροσβεστήρα, το σχέδιο, το πυροσβεστικό αεροσκάφος…) ως εργαλείο και όχι ως υποκατάστατο της γνώσης ή ως πανάκεια «επίλυσης» της κρίσης που αντιμετωπίζουν.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι «πολιτικό» και «θέμα άποψης» κάποιου υποψηφίου σε εκλογές ή κάποιου «ειδικού». Είναι βαθιά πρακτικό: θέλουμε μια κοινωνία που απλώς συζητά για την ασφάλεια ή μια κοινωνία που είναι πραγματικά πιο έτοιμη;
Γιατί η ασφάλεια δεν είναι πεδίο αντιπαράθεσης. Είναι πεδίο ευθύνης. Και σε αυτό το πεδίο, δεν αρκεί να μιλά κανείς με βεβαιότητα. Οφείλει να γνωρίζει και να μπορεί να πράξει.
- Ανώτερος Επιστημονικός Συνεργάτης και Επικεφαλής Έρευνας & Στρατηγικής του Κέντρου CERIDES Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου σε θέματα Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας Πρώτων Ανταποκριτών -Εθελοντής Πολιτικής Άμυνας Λευκωσίας-Κερύνειας
- Εθελοντής Λέσχης Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης