Υπάρχουν περίοδοι που η πολιτική μοιάζει με προπόνηση χωρίς σαφή διαδρομή. Ξεκινάς, τρέχεις, ακολουθείς τον διπλανό σου και κάπου στην πορεία αναρωτιέσαι: πού πάμε; Με τις εκλογές να πλησιάζουν, ακούω γύρω μου έναν γνώριμο προβληματισμό. Όχι τόσο για το ποιο είναι το σωστό, όσο για το ποιο είναι το λιγότερο λάθος. Και κάπου εκεί αρχίζουν να διαμορφώνονται τα κριτήρια: «Τον ξέρω», «σηκώνει το τηλέφωνο», «με βοήθησε μια φορά». Δεν είναι λάθος. Είναι ανθρώπινα. Αν είμαστε όμως ειλικρινείς, δεν είναι και αρκετά.

Γιατί όταν το βασικό κριτήριο γίνεται η πρόσβαση, η αξία μετακινείται σε δεύτερη μοίρα. Η ικανότητα, η γνώση, η κρίση, η δυνατότητα σύνθεσης μετατρέπονται σε προαιρετικά χαρακτηριστικά – «καλό θα ήταν να υπάρχουν».

Λέγεται συχνά ότι η Βουλή είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας. Μπορεί. Δεν θα έπρεπε όμως. Η Βουλή δεν είναι για να μας καθρεφτίζει. Είναι για να μας ξεπερνά. Να αποτελεί την καλύτερη εκδοχή μας – όχι τη μέση, ούτε τη βολική, ούτε απλώς την προσβάσιμη.

Ίσως αυτό να ακούγεται ελιτίστικο. Η αλήθεια, όμως, είναι πιο απλή και πιο άβολη: δεν είναι όλα για όλους.

Η Βουλή νομοθετεί. Θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε. Καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Και υπάρχει ένα επιχείρημα που ακούγεται συχνά: «οι περισσότεροι νόμοι έρχονται έτοιμοι από την Ευρώπη».

Δεν είναι έτσι.

Ακόμα και όταν υπάρχει ευρωπαϊκό πλαίσιο, η προσαρμογή, η ερμηνεία και -κυρίως- η εφαρμογή είναι δική μας υπόθεση. Και εκεί ακριβώς φαίνεται η ποιότητα. Στις λεπτομέρειες, στις επιλογές, στις προτεραιότητες.

Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο το νομοθετικό έργο. Είναι και ο έλεγχος. Η Βουλή δεν είναι απλώς ένα εργοστάσιο νόμων. Είναι ο μηχανισμός που ελέγχει την εκτελεστική εξουσία. Και εκεί οι απαιτήσεις ανεβαίνουν.

Γιατί δεν αρκεί να έχεις κάποιον που «προσπαθεί» ή «μαθαίνει». Χρειάζεσαι κάποιον που μπορεί. Κάποιον που διαβάζει, καταλαβαίνει και αμφισβητεί. Που αντέχει να σταθεί απέναντι. Που δεν εξαρτάται – οικονομικά, πολιτικά ή αλλιώς. Όχι απαραίτητα τον πιο θορυβώδη. Αλλά τον πιο επαρκή.

Κάπου εδώ μπαίνει το ερώτημα: μήπως ζητάμε πολλά; Ίσως. Αλλά αν αυτά θεωρούνται «πολλά» για εκείνους που νομοθετούν και ελέγχουν την εξουσία, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι απαιτήσεις. Είναι το επίπεδο στο οποίο έχουμε συμβιβαστεί.

Γιατί τελικά τι προσπαθούμε να λύσουμε; Θέλουμε καλύτερους νόμους; Καλύτερη λογοδοσία; Λιγότερα λάθη που κοστίζουν χρόνια και χρήματα; Ή απλώς κάποιον να απαντά στο τηλέφωνο;

Ο Ντοστογιέφσκι έγραφε ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις γνωρίζοντας την αλήθεια. Το αντίθετο -η ψευδαίσθηση- είναι πάντα πιο βολική και πιο επικίνδυνη. Φυσικά δεν το λέμε έτσι. Το ονομάζουμε «ρεαλισμό» ή «έλλειψη επιλογών». Στην πράξη, όμως, αυτό που επιλέγουμε είναι το πόσο καθαρά θέλουμε να δούμε.

Πώς το είπε ο Ricky Gervais; «Πρέπει να σταματήσουμε να ρωτούμε τον «μέσο» ψηφοφόρο». Προφανώς υπερβολή. Αλλά αγγίζει κάτι πραγματικό.

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί επειδή ο «μέσος όρος» είναι πάντα σωστός. Λειτουργεί όταν ο καθένας ανεβάζει λίγο τον δικό του πήχη. Όταν δεν ψηφίζουμε από συνήθεια, θυμό ή πρόθεση εκδίκησης, αλλά από συνειδητή επιλογή.

Στο τρέξιμο, αν επιλέξεις προπονητή επειδή είναι εύκολα προσβάσιμος αλλά δεν ξέρει να σε καθοδηγήσει, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Θα τρέχεις, θα κουράζεσαι, ίσως και να τραυματιστείς. Αλλά δεν θα φτάσεις εκεί που νομίζεις.
Η εύκολη πρόσβαση δεν είναι η ίδια με τη σωστή κατεύθυνση.

Είναι εύκολο να λέμε «δεν υπάρχουν καλύτεροι» ή «είδαμε και τους άλλους». Αλλά αυτό δεν είναι επιχείρημα. Είναι παραίτηση. Με μέτριες πρώτες ύλες, το αποτέλεσμα δεν είναι τυχαίο – είναι αναμενόμενο.

Στο τρέξιμο δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Υπάρχουν λάθος διαδρομές και η δυνατότητα διόρθωσης, φυσικά πάντα με κόστος τον χαμένο χρόνο και επιπλέον κόπο. Στην πολιτική, υπάρχουν δρόμοι που οδηγούν σε έναν αξιοπρεπή προορισμό. Υπάρχουν όμως και δρόμοι που απλώς δεν οδηγούν πουθενά. Και αυτοί δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Είναι θέμα επιλογής και ευθύνης.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών

Πανεπιστημίου Κύπρου