Η Άτυπη Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Κύπρο (23-24 Απριλίου 2026) δεν ήταν μια τυπική συνάντηση ηγετών. Ήταν ένα σημείο καμπής για την Ευρώπη και την Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να προστατεύσει την ευημερία, την ανάπτυξη και την ασφάλεια των κρατών μελών της χωρίς αυτονομία, αυτοπεποίθηση, συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Η επιδίωξη πολυεπίπεδων στρατηγικών συμπράξεων  στη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος μιας ευρωπαϊκής υψηλής στρατηγικής. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κυπριακή Δημοκρατία  αποκτά αυξανόμενη γεωπολιτική αξία και διεκδικεί ουσιαστικό ρόλο.

Η φιλοξενία της Συνόδου από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας συνδέθηκε με μια σημαντική καινοτομία. Στη Σύνοδο συμμετείχαν σχεδόν όλοι οι ευρωπαίοι ηγέτες, οι κορυφαίοι θεσμοί της Ένωσης και σημαντικά κράτη της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου. Η παρουσία ηγετών από την Αίγυπτο, τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου προσέδωσαν στην Σύνοδο χαρακτηριστικά μιας πολυμερούς συνεργασίας. Η νέα ατζέντα γεωπολιτικής, πολιτικής οικονομίας, επενδύσεων, ανάπτυξης καινοτομίας και ασφάλειας απαιτεί επανακαθορισμό του ρόλου και της παρουσίας της Ευρώπης στην περιοχή. Όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης πρέπει να συνεισφέρουν στην οικοδόμηση μιας νέας στρατηγικής, με στόχους, πόρους και αποτελέσματα.

Η Κύπρος ως στρατηγικός κόμβος

Η συχνή αναφορά στην Κύπρο ως «γέφυρας» ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή δεν αποδίδει πλέον επαρκώς τη σημερινή θέση και τον αναδυόμενο ρόλο της στο νέο περιφερειακό περιβάλλον. Ο όρος «γέφυρα» παραπέμπει σε έναν ουδέτερο χώρο διέλευσης, χωρίς αυτόνομη βαρύτητα και επίδραση. Στην πράξη, όμως, η Κύπρος εξελίσσεται σε στρατηγικό κόμβο, όπου συμπυκνώνονται δίκτυα ασφάλειας, ενέργειας, οικονομίας και διπλωματίας. Η γεωγραφική της θέση στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, ο θεσμικός ρόλος του κράτους μέλους της Ένωσης και η αποδοχή της ως συνομιλητή από κράτη της περιοχής, όπως και το πλέγμα των στρατηγικών συνεργασιών, θέτουν το πλαίσιο ενός αξιόπιστου κράτους, το οποίο προσφέρει προστιθέμενη αξία. Η Λευκωσία δεν αρκείται σε μια τυπική διπλωματική αναβάθμιση, επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική της υψηλή στρατηγική, αυξάνοντας τον συντελεστή ισχύος της μέσω δικτύωσης και πολυμερών σχημάτων συνεργασίας.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και τα όριά του

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η Κύπρος έχει σαφή πλεονεκτήματα, αλλά και συγκεκριμένα όρια. Παρά τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας», η Ευρωπαϊκή Ένωση δυσκολεύεται να συγκροτήσει συνεκτική πολιτική και δράσεις για τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Τα εθνικά συμφέροντα των κρατών μελών συχνά κινούνται σε αντίρροπες κατευθύνσεις, οι αντιλήψεις για τις απειλές διαφέρουν και οι εξαρτήσεις σε αγορές ενέργειας δεν είναι ομοιογενείς. Ως αποτέλεσμα, η Ένωση λειτουργεί κυρίως ως ένα «κέντρο συντονισμού πολιτικών» και λιγότερο ως ενιαίος γεωπολιτικός δρών, αφήνοντας κενά που καλύπτονται με πρωτοβουλίες μικρότερων ομάδων κρατών. Είναι καιρός για την Ένωση και τα κράτη μέλη της να συνειδητοποιήσουν ότι  τα πλεονεκτήματα ασφάλειας, ευημερίας, συνοχής και ανάπτυξης που απέκτησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχουν εξαντληθεί. Άρχισαν ουσιαστικά να εξαντλούνται από τις απαρχές της νέας χιλιετίας, αλλά η συνειδητοποίηση της απώλειας συγκριτικού πλεονεκτήματος, κύρους και επιρροής έγινε κάπως αργά, το 2022, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία.

Ένας ευέλικτος πυρήνας κρατών

Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον αναδύεται σταδιακά μια ομάδα κρατών με συγκλίνουσες επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ελλάδα, σε συνεργασία με την Κύπρο, μπορούν να συγκροτήσουν έναν ευέλικτο πυρήνα στρατηγικής συνεργασίας, που δεν αναιρεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο αλλά το συμπληρώνει. Ο πυρήνας αυτός μπορεί να εστιάσει στην άμυνα και ασφάλεια, στις ενεργειακές διαδρομές, στις επενδύσεις, στο εμπόριο και στη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων, στη διπλωματική αρωγή. Σε αυτό το πλέγμα, η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς και επιχειρησιακός σταθμός για κοινές πρωτοβουλίες, δράσεις και απτά αποτελέσματα.

Η μεταπολεμική συγκυρία

Η χρονική συγκυρία της Άτυπης Συνόδου συνδέεται με τα αποτελέσματα του τρίτου πολέμου στον Περσικό Κόλπο, του πρώτου σύγχρονου διακρατικού και υβριδικού πολέμου στην περιοχή. Το περιβάλλον ασφάλειας είναι ρευστό, αλλά ανοίγει προοπτικές για νέες διευθετήσεις, συνεργασίες και ισορροπίες. Οι γραμμές ναυσιπλοΐας και ενέργειας, με έμφαση στα Στενα του Ορμούζ και στις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με τον Περσικό Κόλπο, αποκτούν κεντρική σημασία για την παγκόσμια οικονομία. Οι περιφερειακοί δρώντες αναζητούν νέες μορφές συνεργασίας – διμερείς, τριμερείς και πολυμερείς – για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους μέσα σε αυτό το νέο τοπίο. Τα Ευρωπαϊκά κράτη πρέπει να διεκδικήσουν ρόλο στην μεταπολεμική συγκυρία, σε ένα περιβάλλον ανταγωνισμού με την Κίνα, την Ινδία και το Πακιστάν, κράτη τα οποία έχουν ήδη αναδείξει τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας

Η αρχιτεκτονική ασφάλειας που διαμορφώνεται στην περιοχή δεν αποτελεί ένα κλειστό, ενιαίο σύστημα. Βασίζεται σε πολυεπίπεδα δίκτυα συνεργασιών, όπου η ασφάλεια, η ενέργεια, η οικονομία, το εμπόριο, οι επενδύσεις και οι νέες τεχνολογίες λειτουργούν συμπληρωματικά. Οι πλατφόρμες συνεργασίας έχουν ευέλικτο χαρακτήρα, ξεπερνούν τα όρια των παραδοσιακών συμμαχιών και επιτρέπουν συμμετοχή σε επιμέρους θεματικά σχήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος, μαζί με την Ελλάδα και άλλα κράτη της Ευρώπης μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες, οι οποίες ενισχύουν τόσο τη δική τους θέση όσο και την ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή.

Άξονες της κυπριακής στρατηγικής

Η κυπριακή προσέγγιση στη διεύρυνση στρατηγικών συνεργασιών στηρίζεται σε στοχευμένα, θεματικά δομημένα σχήματα με κράτη της περιοχής. Κεντρικοί εταίροι είναι το Ισραήλ, η Αίγυπτος, ο Λίβανος και τα κράτη του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Ομάν, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, χωρίς να παραβλέπετέ και η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων με την Ινδία. Η στρατηγική αυτή οργανώνεται γύρω από πέντε βασικούς άξονες: (1) ασφάλεια και άμυνα, (2) ενέργεια, (3) οικονομία, εμπόριο και επενδύσεις, (4) νέες τεχνολογίες, (5) διπλωματία και διαμεσολάβηση.  Επιδιώκεται η αντιμετώπιση υβριδικών και συμβατικών απειλών, η διασφάλιση των διόδων ενέργειας και εφοδιασμού, η ανάπτυξη περιφερειακών διασυνδέσεων, η προσέλκυση κεφαλαίων, η ενίσχυση των εμπορικών ροών και η μετάβαση στον νέο κόσμο της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής υπολογιστικής. Στο διπλωματικό πεδίο, αναπτύσσεται και διευρύνεται ο ρόλος της Κύπρου ως αξιόπιστου συνομιλητή και διαμεσολαβητή.

Ο ρόλος της Τουρκίας

Σε αυτό το σκηνικό, η Τουρκία καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη και αντιφατική θέση. Πρόκειται για κράτος με κρίσιμο γεωπολιτικό βάρος και σημαντικούς συντελεστές ισχύος, το οποίο όμως διατηρεί προβληματικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και αρκετούς περιφερειακούς δρώντες. Η απουσία της από την Άτυπη Σύνοδο στην Κύπρο αναδεικνύει τις δομικές εντάσεις στις σχέσεις Άγκυρας-ΕΕ και τα όρια της συμμετοχής της σε ευρωπαϊκά πολυμερή σχήματα. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα αφήνει χώρο για άλλους δρώντες για να καλύψουν λειτουργικά κενά σε συγκεκριμένους τομείς συνεργασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Τουρκία παύει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα του περιφερειακού συστήματος.

Από παρατηρητής σε διαμορφωτής

Η Άτυπη Σύνοδος στην Κύπρο ανέδειξε μια κρίσιμη στρατηγική δυνατότητα: η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να μετακινηθεί από τον ρόλο του περιφερειακού παρατηρητή στον ρόλο του ενεργού διαμορφωτή γεωπολιτικών εξελίξεων. Για να αποδώσει αυτή η προσέγγιση, απαιτείται συνέχεια, θεσμοθέτηση σχέσεων και συνεργασιών και συστηματική αξιοποίηση του διπλωματικού κεφαλαίου που συγκεντρώθηκε. Οι επαφές και τα αποτελέσματα της Συνόδου πρέπει να μετουσιωθούν σε σταθερές μορφές συνεργασίας, όπως διαρκή σχήματα διαλόγου, συμφωνίες που θα εφαρμόζονται, επενδυτικά πλαίσια και μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων.

Ανάγκη για συνεκτική υψηλή στρατηγική

Η Κύπρος οφείλει να εδραιώσει μια συνεκτική υψηλή στρατηγική, η οποία να υπερβαίνει τον αποσπασματικό χειρισμό επιμέρους ζητημάτων. Η Λευκωσία έχει καλές προθέσεις, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, δείχνει καλή διάθεση, αλλά ενίοτε αποτυγχάνει στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων, στην ανατροφοδότηση, στη συνέχει και στη συνέπεια. Η ύπαρξη στρατηγικής δεν αφορά σε διακηρύξεις. Θέτει και ιεραρχεί στόχους, συνδέει μέσα και σκοπούς, λαμβάνει υπόψη τις δομικές τάσεις του διεθνούς και περιφερειακού συστήματος, εφαρμόζει δράσεις, αξιολογεί αποτελέσματα και επανακαθορίζει προτεραιότητες και στόχους. Κυρίως αξιοποιούνται οι καλύτεροι ανθρώπινοι πόροι, η τεχνολογία και τα όποια αποθέματα στρατηγικής ηγεσίας. Η ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κύπρου δεν έχει αξιοποιηθεί ακόμη στα όρια των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που υπάρχουν. Η  ενεργότερη πρόσβαση και συμμετοχή σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, πολιτικές και πόρους μπορεί να προσφέρει ένα σταθερότερο πλαίσιο, χρηματοδοτικά εργαλεία και θεσμική νομιμοποίηση στις κινήσεις της Λευκωσίας.

Μέγεθος, θέση και δικτύωση

Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης πολυπλοκότητας, η ισχύς των κρατών δεν απορρέει πλέον μόνο από το μέγεθος του πληθυσμού ή της οικονομίας τους. Συνδέεται με τη στρατηγική τοποθέτηση, την ικανότητα δικτύωσης και τη δυνατότητα να λειτουργούν ως απαραίτητοι κόμβοι σε κρίσιμες γεωγραφικές και θεσμικές διασταυρώσεις. Η Κύπρος δείχνει να αντιλαμβάνεται αυτή τη νέα συγκυρία και να επιχειρεί να τη μετατρέψει σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Το κατά πόσο θα επιτύχει θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια της στρατηγικής της και από την ικανότητά της να συνδυάζει δημιουργικά την ευρωπαϊκή της διάσταση με τον ενεργό ρόλο της στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Παν. Λευκωσίας