Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς είναι σημαντική όχι μόνο για το περιεχόμενό την, αλλά και για την αίσθηση που προκάλεσε στη δημόσια σφαίρα. Έφερε στο προσκήνιο, με ιδιαίτερη ένταση, ζητήματα που για χρόνια υπήρχαν στο περιθώριο της δημόσιας συνείδησης, επιβεβαιώνοντας ότι η κοινωνία αναζητεί πλέον όχι απλώς ενημέρωση, αλλά μια πειστική αίσθηση ότι το κράτος μπορεί να δει, να καταγράψει και να ελέγξει τον εαυτό του. Από μόνο του αυτό δεν είναι αμελητέο, γιατί σε ένα περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης, ακόμη και η θεσμική καταγραφή αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό βάρος.

Η συζήτηση που πυροδότησε το πόρισμα αναδεικνύει ταυτόχρονα μια κρίσιμη αλλά συχνά παρεξηγημένη πτυχή της θεσμικής λειτουργίας: τα πορίσματα δεν είναι δικαστικές αποφάσεις. Δεν απονέμουν δικαιοσύνη ούτε παράγουν άμεσο εκτελεστό αποτέλεσμα. Η αξία τους έγκειται στην αποτύπωση διαπιστώσεων, στην ανάδειξη διαχρονικών παθογενειών και στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργούν εντυπώσεις, προσδοκίες και αντιδράσεις, που εδράζονται στη βαθύτερη κοινωνική ανάγκη αποκατάστασης του δικαίου.

Η κυπριακή κοινωνία κινείται διαχρονικά ανάμεσα σε δύο άκρα. Για δεκαετίες, ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων και εξυπηρετήσεων λειτουργούσε ως άτυπος μηχανισμός κατανομής ωφελημάτων, με ανοχή απέναντι σε πρακτικές που κινούνταν στα όρια ή και εκτός της νομιμότητας. Η οικονομική κρίση του 2012, ωστόσο, περιόρισε τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να αναπαράγει αυτό το μοντέλο. Η κοινωνία απώλεσε προσβάσεις, το βιοτικό επίπεδο δέχθηκε πιέσεις και οι ευκαιρίες περιορίστηκαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ακρίβεια, η στεγαστική πίεση και η γενικότερη ανασφάλεια ενίσχυσαν την αίσθηση αδικίας.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η διαπλοκή δεν είναι πλέον μια ανεκτή στρέβλωση, αλλά εμφανίζεται ως διαρθρωτικό πρόβλημα, κυρίως λόγω της διεύρυνσης της απόστασης μεταξύ των ωφελημάτων που απολαμβάνουν τα μέλη του συστήματος και εκείνων που κατανέμονται στην κοινωνία. Η κανονικοποίηση των άτυπων πρακτικών συνιστά τη βαθύτερη συστημική αδυναμία. Οι θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες είτε δεν ενεργοποιούνται είτε λειτουργούν πλημμελώς, ενώ η έλλειψη συστηματικής γραπτής τεκμηρίωσης αποφάσεων αποδυναμώνει τη λογοδοσία.

Οι συνέπειες αυτού του τρόπου λειτουργίας δεν είναι μόνο θεσμικές αλλά και οικονομικές. Η διαπλοκή στρεβλώνει την κατανομή πόρων, κατευθύνει δημόσιες αποφάσεις με γνώμονα το ιδιωτικό όφελος και όχι τη συλλογική αποδοτικότητα, και υπονομεύει τον υγιή ανταγωνισμό. Δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι επενδύσεις, οι συμβάσεις και οι ευκαιρίες δεν κατανέμονται πάντοτε με βάση διαφανή και ορθολογικά κριτήρια. Έτσι, η οικονομία λειτουργεί με χαμηλότερη αποδοτικότητα, περιορίζεται η παραγωγικότητα, ενισχύεται η αβεβαιότητα και τελικά επιβαρύνεται η ίδια η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, αυτό σημαίνει κακή στόχευση δημόσιων δαπανών, αδύναμη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων και ενίσχυση των ανισοτήτων. Τα οφέλη συσσωρεύονται σε εκείνους που έχουν πρόσβαση στο σύστημα, ενώ το κόστος διαχέεται στην υπόλοιπη κοινωνία, η οποία βιώνει ακρίβεια, στεγαστική πίεση και πιο δύσκολες συνθήκες οικογενειακού βίου. Η κρίση εμπιστοσύνης, επομένως, δεν είναι μόνο πολιτική ή θεσμική, καθότι ενέχει και σαφές οικονομικό αποτύπωμα.

Παρά ταύτα, η μετάβαση από την καταγραφή στη λογοδοσία δεν είναι αυτόματη. Τα πορίσματα δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα και σπάνια οδηγούν από μόνα τους σε κυρώσεις. Λειτουργούν κυρίως ως καταλύτες: ενισχύουν τη διαφάνεια, τροφοδοτούν τη δημόσια συζήτηση και ασκούν πίεση για περαιτέρω ενέργειες από τους αρμόδιους θεσμούς. Η απονομή δικαιοσύνης προϋποθέτει τη λειτουργία αυτών των θεσμών εντός των ορίων του Συντάγματος και των δικονομικών εγγυήσεων.

Εδώ αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίφαση. Ένα μέρος της κοινωνίας, έχοντας απομακρυνθεί από τα οφέλη του παλαιού συστήματος, φαίνεται να απαιτεί πλέον άμεση και παραδειγματική τιμωρία, μια δικαιοσύνη τύπου Κολοσσαίου. Όμως το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί με όρους δημόσιας κατακραυγής. Οι διαδικασίες είναι πιο αργές και πιο απαιτητικές ακριβώς για να διασφαλίζεται η νομιμότητα και η δίκαιη κρίση. Αυτή η απόσταση μεταξύ κοινωνικών προσδοκιών και θεσμικής πραγματικότητας τροφοδοτεί την απογοήτευση και εντείνει την ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.

Η σύσταση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς αποτελεί μια προσπάθεια θεσμικής απάντησης σε αυτή την κρίση. Ταυτόχρονα, όμως, αντανακλά και μια πολιτική ανάγκη: την προσπάθεια του συστήματος να αποκαταστήσει, έστω εν μέρει, τη νομιμοποίησή του. Η Αρχή διαθέτει συγκεκριμένες εξουσίες, αλλά η ενδεχόμενη διεύρυνσή τους δεν είναι αυτονόητη. Πρέπει να κινείται εντός των συνταγματικών ορίων και να συνοδεύεται από μηχανισμούς ελέγχου, ώστε να αποφεύγεται η συγκέντρωση ανεξέλεγκτης εξουσίας. Η ανεξαρτησία δεν μπορεί να ταυτίζεται με απουσία λογοδοσίας.

Σε κάθε περίπτωση, η λειτουργία της Αρχής και η δημοσιοποίηση πορισμάτων δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον πίεσης για το πολιτικό και διοικητικό σύστημα. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά, αλλά και παιδευτικά. Για τη Δημόσια Διοίκηση, το μήνυμα είναι σαφές: αυστηρή προσήλωση στη νομιμότητα, γραπτές διαδικασίες και τεκμηρίωση κάθε απόφασης, οδηγίας ή διαφωνίας.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν θα προκύψει από ένα πόρισμα. Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το θεσμικό σύστημα μπορεί να μετατρέψει την πίεση της κοινωνίας σε σταθερές πρακτικές διαφάνειας, λογοδοσίας και ορθολογικής διαχείρισης, με συνέπειες όχι μόνο για τη δημοκρατική λειτουργία, αλλά και για την οικονομική προοπτική της χώρας.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστημίου Λευκωσίας