Προστάτες της Δημοκρατίας οι Θεσμοί και οι Έντιμοι και Αποφασιστικοί Ηγέτες.
Το πολίτευμα της Δημοκρατίας διαχρονικά έχει συνδεθεί και θεωρείται (κυρίως από τις δυτικές χώρες) ως αυτό το οποίο δημιουργεί τις βάσεις για ανάπτυξη σε κοινωνικό, οικονομικό κα πολιτικό επίπεδο. Τα πλείστα κράτη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής υιοθετούν (ή τουλάχιστον αυτό παρουσιάζουν) την Δημοκρατία εδώ και αιώνες. Όχι μόνο ως πολίτευμα, αλλά και ως μέρος της κουλτούρας τους, του τρόπου κοινωνικής αντίληψης, των καθημερινών τους συναλλαγών και γενικά του τυπικού εργασιακού καθεστώτος. Στο κέντρο αυτής της σφαίρας επιρροής της Δημοκρατίας βρίσκεται και η Κύπρος, παρόλο που είναι νεαρότατο κράτος, και ως εκ τούτου τα τελευταία εξήντα χρόνια διέπονται από αναρίθμητα λάθη στον δρόμο προς την ωρίμανση.
Κύριο χαρακτηριστικό της Δημοκρατίας είναι η ικανότητα της πλειοψηφίας να αποφασίζει σύσσωμα για επιθυμητές αλλαγές, σε αντίθεση με ένα Δικτατορικό ή Ολιγαρχικό καθεστώς. Όμως αυτή δεν είναι πάντοτε η πραγματικότητα, αφού για να εφαρμοστεί η αληθινή Δημοκρατία, πρέπει να υπάρχει (όπως αναφέρεται και πιο πάνω) η κατάλληλη κουλτούρα αλλά και ετοιμότητα. Για τον λόγο αυτό, ο Πλάτωνας δεν κατατάσσει την Δημοκρατία σαν το καλύτερο πολίτευμα. Ο σπουδαίος Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε δηλώσει έντεχνα ότι «η Δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα μετά από όλα τα άλλα». Αν η Δημοκρατία δεν συνοδεύεται από ισχυρούς θεσμούς, τότε εύκολα εξελίσσεται σε αναρχία ή ατομοκρατία και ερμηνεύεται κατά το δοκούν. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η Δημοκρατία προάγει την αναποδοτικότητα και τον λαϊκισμό. Πολλοί είναι αυτοί που νιώθουν ότι ακόμη και στις κατ’ όνομα δημοκρατικές χώρες, το δημοκρατικό στοιχείο παραμένει συχνά ανύπαρκτο. Ή ότι δημιουργούνται πολίτες δύο ταχυτήτων, αφού στην πράξη δεν είναι όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο, αν δεν υπάρχουν ισχυροί θεσμοί να τους προστατεύουν. Τί συμβαίνει λοιπόν όταν λειτουργώντας σε αυτά τα πλαίσια, ένας Οργανισμός, η Κυβέρνηση κάποιας χώρας, ή μια Εταιρεία, βρίσκονται στο σημείο να έχουν φτάσει είτε στο ταβάνι των δυνατοτήτων τους, είτε στον πάτο της δικής τους κακοδιαχείρισης?
Θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να συνεχίζουν οι ίδιες διαδικασίες ή/και οι αρμόδιοι να παραμένουν ως υφίστανται, στα πλαίσια της σιγουριάς και της ασφάλειας? Να εφαρμόζεται η γνωστή Αγγλική παροιμία «προτιμότερος ο διάβολος που ξέρεις από αυτόν που δεν ξέρεις» (“better the devil you know”)? Και επομένως, να επιλέγεται πάντοτε μετά από συλλογισμό και σκέψη η τακτική που αναμένεται να είναι η λιγότερο επώδυνη για την χώρα/οργανισμό («το μη χείρον βέλτιστον»)?
Ή μήπως είναι πιο ωφέλιμο να εφαρμόζεται και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις η τακτική της μελετημένης αλλαγής και της ανανέωσης, που έχει ως προοπτική την επίτευξη ενός καλύτερου αποτελέσματος, αλλά και ως κίνδυνο (τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα) τις περαιτέρω αποτυχίες? Πόσο εύκολη ή βατή είναι αυτή η αλλαγή, από ποια μονοπάτια θα πρέπει να περάσει, και πόσο θα διαρκέσει?
Για παράδειγμα, μία Σκανδιναβική χώρα όπως η Ισλανδία αποφάσισε το 2008 να αποδεχτεί τις επιπτώσεις της χρεοκοπίας, να κηρύξει πτώχευση και να δράσει άμεσα για να αποκαταστήσει το χαμένο έδαφος μέσα σε περίπου 10 χρόνια. Ίσως αν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονταν αργότερα λόγω αμφιβολίας ή χρονοτριβής, ή ακόμη και πιο δημοκρατικών διαδικασιών που θα περιστρέφονταν μόνο γύρω από εισηγήσεις, τότε πιθανόν η χώρα να μην κατάφερνε να ορθοποδήσει μέχρι το 2018, όταν το κρατικό χρέος είχε ήδη μειωθεί στο 60% του ΑΕΠ. Πολύ πιθανόν να μην ήταν εύκολο για έναν τεχνοκράτη πολιτικό, ή για έναν απλό Ισλανδό πολίτη, να αποδεχτεί το 2008 ότι η αξία του κεφαλαίου Ισλανδικών μετοχών επρόκειτο να μειωθεί πέραν του 90%. Ή να αποδεχτεί τον οικονομικό μαρασμό και την σταδιακή μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά περίπου 10% μέσα στα επόμενα 2 χρόνια. Η Ισλανδία όμως τα κατάφερε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελώντας τρανό παράδειγμα ότι οι τολμηρές (αλλά κυρίως μελετημένες) αποφάσεις για αλλαγή, στα πλαίσια ενός δημοκρατικού καθεστώτος, ναι μεν μπορεί συχνά να είναι επώδυνες, αλλά συνάμα και ανταποδοτικές, εάν υπάρχει πίστη στον αρχικό στόχο και αποφασιστικοί ηγέτες για να τις υλοποιήσουν.
Εξαιρετικό παράδειγμα προς αποφυγή αποτελεί επίσης το κούρεμα των Κυπριακών καταθέσεων, όπου η Βουλή είπε το μεγάλο «ΟΧΙ» Δημοκρατικά, και ακολούθως οι ζημιές εκτοξεύτηκαν στα ύψη, διότι πολύ λίγοι μπόρεσαν να δουν το κύμα που ερχόταν να χτυπήσει τον τόπο και τους πολίτες.
Μιας άλλης φύσης παράδειγμα αποτελούν οι αυταρχικές μέθοδοι της Μάργκαρετ Θάτσερ, που μέσα από ένα Δημοκρατικό πολίτευμα ένιωσε ότι μπορούσε να δράσει σαν ηγέτης και να οδηγήσει την Μεγάλη Βρετανία μπροστά σε μεγάλο βαθμό, όπως και έπραξε. Ο χαρακτήρας της Θάτσερ φανερώνει πόσο σημαντικό στοιχείο είναι σε τέτοιες προσπάθειες να υπάρχουν ηγέτες με την ικανότητα να πάρουν την κατάσταση πάνω τους και να φέρουν το έργο εις πέρας, μέσα στα πλαίσια της Δημοκρατίας.
Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι τα οφέλη της όποιας αλλαγής πολλές φορές διαπιστώνονται σε βάθος χρόνου, εξ ‘ου και η ανάγκη να υπάρχει υπομονή, η οποία συνήθως αποτελεί βασική προϋπόθεση για να έρθουν καλύτερες μέρες μετά από μία ριζική αλλαγή. Κλασσικό λογοτεχνικό παράδειγμα που αναδεικνύει έμμεσα την αναλλοίωτη σημασία της υπομονής και της επιμονής, αποτελεί το βιβλίο του Βρετανού συγγραφέα George Orwell, «Animal Farm» (1945). Στο σχετικά παλιό αλλά κατά τ ’άλλα καθόλου ξεπερασμένο αυτό μυθιστόρημα, ο Orwell περιγράφει το αντιδημοκρατικό καθεστώς μίας φάρμας, στην οποία τα ζώα επαναστατούν ενάντια στους ανθρώπους. Αν και η αλλαγή αυτή ήταν πολυπόθητη για τα ζώα, εντούτοις όταν απέκτησαν την εξουσία βρέθηκαν ξαφνικά σε μία θέση ισχύος που δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν, με αποτέλεσμα να εκμεταλλευτούν την σύγχυση μία συγκεκριμένη μερίδα ζώων (τα γουρούνια) και να κυριαρχήσουν με Δικτατορικές μεθόδους εις βάρος των υπολοίπων.
Μέσα από την πιο πάνω ιστορία, ο ίδιος ο Orwell δήλωσε ότι σκοπός του ήταν να παρομοιάσει τα γεγονότα με αυτά που εξελίχθηκαν στην Ρωσία το 1917 με το πέρας της δυναστείας των Τσάρων, την εξέγερση των Μπολσεβίκων (με ηγέτη τον Λένιν) και κατ’ επέκταση την αναστάτωση που επικράτησε μέχρι και τα μεταγενέστερα χρόνια της δικτατορίας του Στάλιν. Η Ρωσία πέρασε (και ενδεχομένως συνεχίζει να περνά) μέσα από διάφορες μεταβατικές περιόδους ωρίμανσης μέχρι σήμερα, αφού δεν θα ήταν ποτέ και σε καμία περίπτωση εύκολο να ανασυνταχθεί πλήρως και να εξελιχθεί ένα λειτουργικό κρατικό σύστημα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά από την πτώση ενός καθεστώτος μοναρχίας που διήρκησε για αρκετούς αιώνες. Το μεγάλο ερώτημα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι εάν ισχύει αυτό που αναφέρεται στην δεύτερη παράγραφο πιο πάνω. Εάν δηλαδή οι πολίτες μετά από αιώνες ένιωθαν ότι η Ρωσική Μοναρχία είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της και υπήρχε η έντονη ανάγκη για αλλαγές. Αν η απάντηση ήταν ναι (που προφανώς ήταν), τότε ο ανώμαλος και δύσβατος δρόμος μιας αλλαγής τέτοιου βεληνεκούς ίσως να ήταν η μόνη διέξοδος προς την εξέλιξη και πρόοδο του κράτους και των πολιτών του. Παρόμοια ιστορικά γεγονότα αποτελούν η Γαλλική Επανάσταση του 1789 εναντίον της τυραννικής Μοναρχίας και η Ελληνική Επανάσταση του 1821 εναντίον του ξένου ζυγού.
Επιπλέον, παρόμοιας φιλοσοφίας κατάσταση αποτελεί και το παράδειγμα της πτώσης του δικτάτορα του Ιράν, Mohammad Reza Shah, το 1979, που είχε ως άμεσο μεταίχμιο τον θρησκευτικό φανατισμό και την περιθωριοποίηση, αντί την άμεση έλευση της Δημοκρατίας που τόσο πολύ ζητούσαν εξαρχής οι καλοπροαίρετοι επαναστάτες.
Ή πάλι η Αραβική Άνοιξη («Arab Spring»), κατά την οποία διώχθηκαν μεν πολλοί Δικτάτορες στην περιοχή, όμως αυτό συνοδεύτηκε με πολλή αίμα, αστάθεια, συγκρούσεις και αναρχία, και όπου ο στόχος προς την Δημοκρατία φαντάζει ακόμη άπιαστο όνειρο.
Το ίδιο στοιχείο αναπροσαρμογής σχετικά με τα πιο πάνω συχνά συναντά κανείς και σε οργανισμούς και απλές επιχειρήσεις, σε στιγμές όπως αλλαγές/αναδιοργανώσεις μέσα από ψηφίσματα ενός Διοικητικού Συμβουλίου, σε συγκεκριμένες Διευθυντικές θέσεις, ή ακόμη σε συγκεκριμένες αλλαγές πόστων μίας κρατικής Κυβέρνησης. Αν και τα παραδείγματα αυτά ίσως να αποτελούν μικρογραφία του Ισλανδικού ή του Ρωσικού παραδείγματος, εντούτοις η ουσία παραμένει η ίδια:
Κάθε νέα αρχή είναι δύσκολη και χρειάζεται αρκετή πίστωση χρόνου, αρκεί να υπάρχει θέληση και η κατάλληλη προοπτική για την επιθυμητή πρόοδο. Στην πορεία μάλιστα ίσως να υπάρξει περίοδος μεγαλύτερης ύφεσης, προτού τα πράγματα ξεκινήσουν να γίνονται καλύτερα.
Ίσως τελικά να είναι διαχρονικά επίκαιρο το εύλογο ερώτημα που θέτει ο Καβάφης στο ποίημα του: «Και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους;». Η μεγάλη πρόκληση συνήθως δεν βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο θα προκύψει μία ζητούμενη μεταστροφή σε ένα δημοκρατικό (ή άλλο) καθεστώς, αλλά στον τρόπο προσέγγισης και διαχείρισης της αλλαγής αυτής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ανθρώπινη φύση απέδειξε μέχρι τώρα ότι στο τέλος πάντα βρίσκει τον τρόπο να επιβιώνει και να προσαρμόζεται σε τέτοιου είδους καταστάσεις, είτε εύκολα, είτε με αξιοσημείωτους κόπους και θυσίες.
Καταλήγοντας, θεωρούμε ότι η Δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα όταν συνοδεύεται από ανεξάρτητους και ισχυρούς θεσμούς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας, Κεντρική Τράπεζα, Επιτροπές και Επίτροποι, Γενικός Ελεγκτής, ταβάνι στις θητείες του Προέδρου και άλλων αξιωματούχων, κ.α.), καθώς και έντιμους και αποφασιστικούς ηγέτες που θα οδηγήσουν το καράβι μπροστά, κόντρα στην αναποτελεσματικότητα και την χαμηλή αποδοτικότητα αυτών που λειτουργούν με καταχρηστικές μεθόδους. Δύσκολος ο δρόμος, αφού τα δύο πιο πάνω είναι η «Σκύλλα και η Χάρυβδη», μέσα από τις οποίες πρέπει να περάσει ένα κράτος για να προοδεύσει. Στην περίπτωση της δικής μας χώρας, ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς…
Σωκράτης Ε. Σωκράτους FCA
Λεόντιος Χαραλαμπίδης