Ήταν ο «Μαρτίνος» της ΕΟΚΑ. Και ο πολιτικός κρατούμενος με τα στοιχεία D.P. 743. Τον συνάντησα τη μέρα που συμπληρώνονταν 60 χρόνια αποφυλάκισης του από τα κρατητήρια Πυροΐου, τελευταίο σταθμό της πολύμηνης κράτησής του από τους Άγγλους. Ήταν 13 Μαρτίου του 1958, ημέρα Πέμπτη και ο Ρένος Λυσιώτης, ο γιος του λυρικού ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη, ήταν τότε μόλις 27 χρόνων. Στα 87 του τώρα πια, αεικίνητος, δραστήριος, με διαυγή μνήμη, αρκετά ανοιχτόμυαλος και τολμηρός στο λόγο, ανατρέχει στη ζωή μιας άλλης εποχής και μας μιλά για τη σύγκρουση μεταξύ λογικής και συναισθήματος.

«Ένα απόγευμα του 1956, μετά τη δουλειά στο γραφείο, είχα πάει στο σπίτι των Χέις.  Ο Άρθουρ ήταν  Άγγλος, διευθυντής σε μια πλεκτοβιομηχανία στην Έγκωμη και η γυναίκα του, η Τούνα, ήταν Γαλλίδα.  Έμεναν σ’ ένα σπίτι κοντά στην περιοχή του εργοστασίου μαζί με τα δύο παιδιά τους, δυο αγοράκια πέντε και επτά χρόνων. Είχαμε γνωριστεί τυχαία, γίναμε φίλοι και πήγαινα τακτικά στο σπίτι τους όπου τρώγαμε και συζητήσουμε για τα πάντα, εκτός από το θέμα της αγγλικής κατοχής και της ΕΟΚΑ. Και εννοείται ότι δεν είχαν ιδέα για τη δράση μου. “Θα σου τηλεφωνούσαμε σε λίγο, σκεφτήκαμε να πάμε έξω απόψε να φάμε, να πάρουμε και τα παιδιά”, μου είπαν με το που μπήκα στο σπίτι. Πάγωσα. Γνώριζα ότι εκείνο το βράδυ θα γίνονταν επιθέσεις σε στέκια των Εγγλέζων στην περιοχή και το μέρος που μου είπαν να πάμε, κάπου στον Άγιο Δομέτιο, ήταν ένα από αυτά. Δεν ήξερα τι να κάνω, αν θα έπρεπε να αρνηθώ, αν θα έπρεπε να φύγω, αν θα έπρεπε να τους προειδοποιήσω. Με επιμονή προσπάθησα να το αποτρέψω, αγωνιώντας ταυτόχρονα μήπως αυτή μου η άρνηση αποκάλυπτε το μυστικό μου. Ας μείνουμε εδώ, στο σπίτι, αν θέλετε μπορώ να πάω να φέρω φαγητό απ’ έξω να φάμε, τους είπα. Παραξενεύτηκαν, επέμεναν για λίγο, αλλά στα πολλά πείστηκαν και η Τούνα ανέλαβε να φτιάξει κάτι έκτακτο να φάμε. Όταν ακούστηκαν οι εκρήξεις, με κοίταξαν στα μάτια, σηκώθηκαν από το τραπέζι, ήρθαν και μ’ αγκάλιασαν, η Τούνα ψέλλισε ένα “thank you” και έτρεξε στο δωμάτιο να φιλήσει τα αγόρια της. Δεν αναφερθήκαμε ποτέ σ’ εκείνη τη νύχτα, όσες φορές κι αν συναντηθήκαμε στη συνέχεια, σαν να ’ταν κάτι που ποτέ δεν είχε συμβεί…».

Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, παράλληλα με τη δράση σας, είχατε και στενές φιλικές σχέσεις με Άγγλους… Καλοί και κακοί άνθρωποι υπάρχουν παντού. Αυτό το είχα από νωρίς εμπεδώσει στη ζωή μου. Γι’ αυτό και δεν έκανα ποτέ διακρίσεις με βάση τη φυλή, την καταγωγή, τη θρησκεία, το κόμμα. Όταν ήμουν φοιτητής στην Αγγλία, τα είχα με Αγγλίδα. Και μάλιστα μου είχε κάνει δώρο ένα λεύκωμα «για να βάζεις μέσα όσα γράφονται για την ελευθερία της αγαπημένης σου πατρίδας», μου είχε πει. Και η οποία είχε έρθει μαζί μου, με χειροπέδες στα χέρια, σε μια συμβολική εκδήλωση έξω από τo πρωθυπουργικό γραφείο. Στο τέλος των σπουδών μου, ήμουνα ερωτευμένος με μια άλλη κοπέλα, επίσης Αγγλίδα, τη Λίντα. Την οποία, μάλιστα, σκεφτόμουν να φέρω στην Κύπρο. Όταν, όμως, είδα την κατάσταση εδώ, άλλαξα γνώμη. Είτε εμένα θα έβγαζαν προδότη, είτε αυτήν θα στοχοποιούσαν. Αυτό το έζησα και στην Ομορφίτα, τις πρώτες μέρες της κράτησής μου. Τούρκος ήταν ο φύλακας που μου συμπαραστάθηκε ηθικά, που με τροφοδοτούσε με τσιγάρο, που μου ψιθύριζε στ’ αφτί, «κουράγιο κύριε Ρένο, υπομονή, κι αν ξέρεις κάτι, μη μιλήσεις, μην πεις τίποτε…».  Αλλά και στα κρατητήρια, στην Πύλα, υπήρχαν δυο λοχίες δεσμοφύλακες οι οποίοι ξεχώριζαν, συμπεριφέρονταν με ευγένεια, κατανοούσαν τους λόγους του αγώνα…

Με όλους αυτούς τους ανθρώπους διασταυρώθηκαν ξανά οι ζωές σας; Τη Λίντα, πέντε χρόνια μετά που τέλειωσε ο αγώνας, πήγα και την βρήκα. Παντρεμένη με τον βοηθό του Ζακ-Υβ Κουστώ. Έμεναν στο Παρίσι, είχαν αποκτήσει μια κόρη την οποία ονόμασαν «Βubble», «φυσαλίδα», προφανώς από τις υποβρύχιες μπουρμπουλήθρες των καταδύσεων.  Της ζήτησα να μου στείλει φωτογραφία της για να δω πώς ήταν και ήταν ακόμα πιο όμορφη απ’ ό,τι τη θυμόμουνα. Και πρέπει να ομολογήσω πως, όταν με προσκάλεσε σπίτι της για φαγητό, δεν πήγα και με τόσο έντιμες διαθέσεις. Στο στρωμένο τραπέζι υπήρχε ένα γράμμα το οποίο είχε αφήσει ο άντρας της. «Linda, I know what Renos means to you. I will leave now and I will come back later. Have a nice time». Μπορείς να την αγγίξεις μετά από μια τέτοια ενέργεια;  Ποτέ! Η οικογένεια Χέις, όταν ήμουν στα κρατητήρια της Πύλας, ήρθαν μια μέρα με ένα κουπέ αυτοκίνητο, κρατούσαν μια τεράστια ελληνική σημαία και φώναζαν ρυθμικά  “Ρένο, Ρένο”, θέλοντας να μου συμπαρασταθούν, ενώ οι στρατιώτες έτρεχαν να δουν τι συμβαίνει. Αργότερα, επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Ο Άρθουρ πέθανε από καρδιακή προσβολή, η Τούνα, όμως, ήρθε στην Κύπρο πριν από μερικά χρόνια, με αναζήτησε, ήθελε να με ξαναδεί, να γνωρίσει την οικογένειά μου. Επίσης, μια μέρα του Μάρτη του ’59, όταν πια ο αγώνας είχε τελειώσει, έλαβα ένα γράμμα. Υπέγραφε, «ο φίλος σου A.L.MARTIN».  Ήταν ένας από τους δυο λοχίες στα κρατητήρια της Πύλας. Το όνομα του δεν το ήξερα. Αυτός δεν ήταν και πολύ αρρενωπός και τον φωνάζαμε κοροϊδευτικά «sergeant Androulla», χωρίς αυτός να ξέρει τι σημαίνει. Επειδή ήταν μορφωμένος και ευγενικός, μου άρεσε να κουβεντιάζω μαζί του, εκείνος από τη μια μεριά της περίφραξης κι εγώ από την άλλη.  Κάτω από την υπογραφή, λοιπόν, «ο φίλος σου A.L.MARTIN» και για να καταλάβω ποιος ήταν, είχε γράψει σε παρένθεση «SGT. Androulla». Με τον Μάρτιν, συναντηθήκαμε αργότερα, στα ταξίδια μου στην Αγγλία.

Εσείς πώς και δεν εξαργυρώσατε με κάποια θέση στο νεοσυσταθέν τότε κράτος, τη συμμετοχή σας στην Οργάνωση; Ποτέ! Αν κάτι συμβουλεύω τα νέα παιδιά σήμερα είναι, μάθετε να δίνετε. Μη ζητάτε ανταλλάγματα.  Το ωραιότερο πράγμα είναι η ανιδιοτελής προσφορά. Και ίσως το πιο ντροπιαστικό, να φτάσεις να πεις «εγώ πρόσφερα στην πατρίδα περισσότερα απ’ όσα αυτή μου έδωσε». Και μου είχαν γίνει προτάσεις. Και ο Πάτροκλος Σταύρου αλλά και ο ανιψιός του Μακαρίου, μου μετέφεραν τις προτάσεις του. Αλλά απάντησα ότι θέλω να είμαι ελεύθερος στην πολιτική μου κρίση. Εννοείται ότι είμαι πολιτικοποιημένο άτομο, αλλά δεν μπορώ να μπω σε καλούπια. Θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος. 

Εσείς στην ΕΟΚΑ πώς βρεθήκατε; Ήσασταν γόνος μιας εύπορης οικογένειας, σπουδασμένος στην Αγγλία, είχατε σίγουρα όνειρα για καριέρα… Σπουδάζοντας δικηγόρος στην Αγγλία, με είχε συνεπάρει το αγγλικό δίκαιο αλλά ταυτόχρονα μου προκαλούσε έντονα συναισθήματα η κατάφωρη αδικία, η διάκριση μεταξύ της δικαιοσύνης που δίδασκαν και της δικαιοσύνης που εφάρμοζαν στην Κύπρο. Επιστρέφοντας, λοιπόν, και αρχίζοντας την εξάσκησή μου στο γραφείο του Γλαύκου Κληρίδη, άρχισα να υπερασπίζομαι αγωνιστές στο δικαστήριο. Έτσι σιγά – σιγά ήρθε η μύηση, ο όρκος, το ψευδώνυμο Μαρτίνος, η υπευθυνότητα της Νεολαίας Λευκωσίας και η αρχηγία της ΠΕΚΑ, της πολιτικής Οργάνωσης της ΕΟΚΑ. 

Είπατε προηγουμένως ότι θέλατε να είστε «ελεύθερος στην πολιτική κρίση». Πόσο εύκολο, όμως, είναι αυτό για έναν άνθρωπο που έλαβε ενεργό δράση, να απελευθερωθεί από συναισθήματα και να αντικρίσει πρόσωπα και γεγονότα μέσα από έναν άλλο φακό; Πάρα πολύ δύσκολο. Ίσως το πιο δύσκολο. Καταρχάς, το πιο βασικό: Υπήρξα ένας άνθρωπος ο οποίος αγωνίστηκε για ένα σκοπό, ένας άνθρωπος που έδωσε ένα συγκεκριμένο όρκο και είχε πολύ συγκεκριμένο στόχο. Πώς απομακρύνεσαι από αυτό; Μπορώ να μείνω κολλημένος εκεί; Μπορώ να λέω, δεν δέχομαι οτιδήποτε άλλο; Δεν είναι παράλογο; Ως άνθρωπος με σκέψη και κρίση, ως ρεαλιστής πολίτης, καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι αδύνατο. Άρα; 

Όταν πληροφορηθήκατε τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, πώς νιώσατε; Έκλαψα. Ήμουν στην Ένωση Νέων Τραστ όταν ανακοινώθηκε η υπογραφή των Συμφωνιών και ομολογώ ότι έκλαψα. Ήταν σαν μαχαιριά. Και εννοείται ότι τα πρώτα χρόνια ήμουν απογοητευμένος.

O Τάσσος Παπαδόπουλος είχε πει κάποτε, το 2005, «Ο άνθρωπος είναι ένα μίγμα λογικής και συναισθημάτων και θέλει παιδεία και παίδευση για να μπορέσει να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ του συναισθήματος και της λογικής. Ο κυπριακός λαός, που για χρόνια ζούσε με το όραμα της Ένωσης, βρέθηκε με ένα Σύνταγμα που δεν το ήθελε, βρέθηκε με ένα Σύνταγμα που δεν το ζήτησε και δεν του δόθηκε ο χρόνος να κατανοήσει τα ωφελήματα και τα πλεονεκτήματα αυτού του νέου Συντάγματος, το οποίο δεν ήταν μεν Ένωση με την Ελλάδα αλλά κάτι καλύτερο: ανεξαρτησία του λαού ολόκληρου. Εάν με ρωτάτε τώρα, μετά που βρήκα την ισορροπία μεταξύ συναισθήματος και λογικής, λέω ναι, οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν ευλογία συγκρινόμενες με το ό,τι ακολούθησε…». Συμφωνώ απόλυτα με τα λεγόμενά του. Δεν διαφωνώ καθόλου. Αλλά την εποχή εκείνη, δεν μπορούσε ο κόσμος να το δεχτεί. Οφείλαμε, όμως, να μάθουμε. Το μεγάλο λάθος ήταν που δεχτήκαμε τη Συμφωνία, με σκοπό να την ανατρέψουμε. Δεν προσπαθήσαμε. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος μας. Δεχτήκαμε έχοντας κατά νου άλλα, να εφαρμόσουμε άλλη πολιτική για τους Τουρκοκύπριους, να τους εγκλωβίσουμε, να πεινάσουν… Θυμάμαι πως όταν το 1963, είχα πάει στην Αθήνα με μια ομάδα αγωνιστών για να δούμε το θέμα της ανάληψης της Εθνικής Φρουράς από τον Διγενή, είχαμε δει μεταξύ άλλων  και τον υπουργό των Εξωτερικών Σοφοκλή Βενιζέλο. Ο οποίος, στο τέλος της συνάντησής μας, μας είχε πει: Κύριοι θέλω να ενθυμείσθε, να μην ξεχάσετε ποτέ, ότι οι Τούρκοι τα τελευταία εκατό χρόνια δεν έχασαν καμία μάχη. Είτε πολιτική, είτε άλλως πώς. Και είχε απόλυτο δίκιο. 

Συμφωνείτε ότι είχαμε κάνει τραγικά λάθη μετά το ’60, ότι παραγνωρίζαμε ακόμα και τον κίνδυνο της Τουρκίας;  Μα δεν είχαμε πολιτική προπαίδεια. Ούτε ο Γρίβας, ούτε ο Μακάριος είχαν την ικανότητα να δουν μακρύτερα. Ούτε και σήμερα έχουμε αυτή την ικανότητα, δυστυχώς. Γι’ αυτό και ακούς και διαβάζεις διάφορα, όπως για παράδειγμα να βομβαρδίσουμε το τουρκικό γεωτρύπανο. Φτάνουμε, δηλαδή, σε γελοίες καταστάσεις. Δεν υπήρξαμε ούτε τότε, ούτε σήμερα ρεαλιστές. 

Πώς ήταν, αλήθεια, να υπερασπίζεστε ανθρώπους, η ποινή των οποίων σίγουρα θα ήταν η αγχόνη;  Το θάρρος εκείνων των ανθρώπων, με σημάδεψε για πάντα. Λες κι αυτοί οι άνθρωποι, όσοι βάδισαν προς το θάνατο, ήταν από έναν άλλο κόσμο. Να τραγουδούν, να χορεύουν στα κελιά του θανάτου, απίστευτα πράγματα. Δεν έχω τίποτα να σας αφήσω, παρά μόνο το όνομα μου, έγραφε ο Παναγίδης στο τελευταίο του γράμμα. Ήταν παιδιά αμόρφωτα, αγρότες, βοσκοί, αλλά είχαν ψυχή, είχαν καρδιά. Ο Παναγίδης ήταν ένα παιδί 22 χρόνων με τρία μωρά. Αντιλαμβάνεστε;  Ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε και δεν μας απασχολεί, μου είχαν πει μαζί με τον Κουτσόφτα, στο δικαστήριο. Φροντίστε να γλιτώσει ο Χοιροπούλης, ο 17χρονος Παρασκευάς. Και ο 17χρονος γύρισε και τους είπε, «γιατί ρε, εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;». Πώς μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο τόση τόλμη, τόσο μεγαλείο ψυχής; 

Θυμάστε την ημέρα της σύλληψής σας; Ασφαλώς και τη θυμάμαι. Είχα εισπράξει τις πρώτες εκατό λίρες της ζωής μου για τις δικηγορικές υπηρεσίες που παρείχα σε κάποιον. Τις έβαλα στην τσέπη μου, αλλά ανάμεσά τους, έβαλα το γράμμα που θα πήγαινε στον αρχηγό. Με περίμεναν στο γραφείο, το έκαναν ανάστατο. Ζήτησα να πάω στην τουαλέτα, αρνήθηκαν, επέμενα και πήγα με τη συνοδεία ενός Τούρκου φρουρού. Τι δουλειά κι αυτή που κάνεις κι εσύ, ρε άνθρωπέ μου, του είπα και του πρόσφερα τσιγάρο. Κι όπως καθόμουνα στην τουαλέτα, κατάφερα να ρίξω στον πάτο της λεκάνης τις εκατό λίρες μαζί με τα γράμματα. 

Σε ποιον από τους δυο γονείς σας εξομολογηθήκατε πρώτα τη συμμετοχή σας; Στον πατέρα μου. Η μάνα μου ήταν ευαίσθητη γυναίκα. Οπόταν ένα βράδυ, τον τράβηξα στην κουζίνα, θέλω να σου μιλήσω, του είπα. Τι συμβαίνει; Είναι σοβαρό; Είναι σοβαρό. Αγαπάς κάποια κοπέλα, παιδί μου; Μήπως είσαι ερωτευμένος;  Μπορείς να το πεις κι έτσι, του είπα. Αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε και ύστερα από δέκα ημέρες με συνέλαβαν. Θυμάμαι τη μητέρα μου, όταν μετά το γραφείο, με πήγαν στο σπίτι για να συνεχίσουν τις έρευνες. Πρώτα τους κέρασε γλυκό και μετά έγινε λέαινα. Άρπαξε τον Εγγλέζο από τον γιακά με τα λεπτά τις χέρια. Πού τον πάτε; Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φιγούρα της. 

Βασανιστήκατε; Όχι, δεν είχα σωματικά βασανιστήρια. Ήταν περισσότερο ψυχολογικά που μου έκαναν. Ήταν ένας πόλεμος καταρράκωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Για τρεις μέρες δεν με άφησαν να κοιμηθώ, με ελάχιστο φαγητό μόνο και μόνο για να μη λιποθυμήσω. Με έβαλαν να φάω πράσινες ελιές σκεπασμένες με χοντρό αλάτι της θάλασσας, ουρλιάζοντας και απειλώντας με τα όπλα τους ότι ήταν σουβλάκια. Μετά, αφού δίψασα, με έβαλαν να πιω έναν κουβά νερό κι όταν ήθελα να πάω τουαλέτα, δεν με άφηναν, για να με δουν να εξευτελίζομαι. Εκείνοι οι πόνοι στην κύστη, με συνοδεύουν μέχρι σήμερα, εξήντα χρόνια μετά. 

Σκοτεινές σελίδες είχε ο αγώνας της ΕΟΚΑ; Βεβαίως και είχε σκοτεινές σελίδες. Όλοι οι αγώνες είχαν σκοτεινές σελίδες. Σάμπως η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε σκοτεινές σελίδες;  Εδώ υπήρχαν ακόμα και αντιζηλίες μεταξύ των αγωνιστών. Η περίπτωση του Γιαννάκη Στεφανίδη είναι άλλωστε χαρακτηριστική. Ήταν ο πιο νεαρός τομεάρχης. Με δολοπλοκίες τον κατηγόρησαν στον Διγενή ότι ενώ ήταν φιλοξενούμενος σε οικία στη Λάρνακα, έβαλε χέρι στην κυρία του σπιτιού. Ο Διγενής απάντησε ότι αυτά τα πράγματα είναι ανεπίτρεπτα και ζήτησε να μην επαναληφθεί. Κάποιοι, όμως, πήραν πρωτοβουλία. Τον έστειλαν στη Λευκωσία για να σκάψουν κρησφύγετο στην Αγλαντζιά. Και ενώ έσκαβε, τον χτύπησαν με ένα φτυάρι. Όταν τέλειωσε ο αγώνας και επέστρεφαν οι αγωνιστές από τα βουνά, ο Γιαννάκης δεν επέστρεψε και ρωτώντας δεξιά – αριστερά, κάποιοι είπαν ότι έδωσε εντολή ο αρχηγός να τον δολοφονήσουν. Πήρα το αεροπλάνο και πήγα στην Αθήνα, συνάντησα τον Διγενή. Το αρνήθηκε και διέταξε έρευνα.  Μετά ήρθε η διαταγή: Να τον βρεις και να τον θάψεις με τιμές ήρωα. Αυτή ήταν και η τελευταία διαταγή που εγώ εκτέλεσα του Διγενή.

Εσείς τον Γρίβα πότε τον είδατε για πρώτη φορά; Παρόλο που στη διάρκεια του αγώνα είχαμε γραπτή επικοινωνία τρεις φορές την εβδομάδα, τον Διγενή τον είδα πρώτη φορά την ημέρα που του έδωσα το στεφάνι που θα κατέθετε στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, στην Αθήνα, επιστρέφοντας από την Κύπρο. Δηλαδή με το πέρας του αγώνα, αρχές του 1959. Μας έστειλαν μαζί με τον Κολώτα και ένα διάκο. Ο κόσμος χιλιάδες στο Σύνταγμα.  Όταν επιτέλους τον είδα, δεν ήταν ο γίγαντας, ο θεόρατος που είχα πλάσει στο μυαλό μου, αλλά η συγκίνησή μου ήταν μεγάλη. Θυμάμαι που πήρε από το χέρι μου το στεφάνι και μου είπε «γεια σου Ρένο».  Έκτοτε  συναντηθήκαμε πάρα πολλές φορές, μου είχε ζητήσει να ρυθμίσω και κάποιες εκκρεμότητες για τα απομνημονεύματά του που θα εκδίδονταν από ένα εκδοτικό οίκο στο Λονδίνο, όπως και έγινε.

Ο Γρίβας της μετέπειτα εποχής ήταν ο ίδιος Γρίβας που γνωρίσατε εσείς; Ναι, περιστοιχισμένος δυστυχώς από κακούς συμβούλους και κλίκες που είχαν άλλους στόχους κι άλλους σκοπούς. Ο Γρίβας ήταν ιδεολόγος, αλλά μονοκόμματος, δεν ήταν πολιτικός, δεν μπορούσε να δει δεξιά κι αριστερά. Και στην Αθήνα, όταν τον έβαλαν για λίγο καιρό να πολιτευτεί, το έκαναν για να εξυπηρετήσουν κάποιοι τα δικά τους συμφέροντα. Τον κατέστρεψαν. Και μετά εδώ… 

Παρασυρόταν, δηλαδή; Τον παρέσυρε το περιβάλλον… Υπάρχει μια ομιλία του Κληρίδη και του Τάσσου στη Βουλή,  τον Γενάρη του 1974. «Ο κτίστης Διγενής έγινε τώρα ο χαλαστής Γρίβας», έλεγε ο Τάσσος… Ναι, τις έχω ασφαλώς υπόψη μου. Εγώ τότε δεν είχα επαφή μαζί του. Η επαφή μας σταμάτησε μετά τα επεισόδια της Κοφίνου. Ούτε όταν ήρθε μετά μυστικά, τον είδα. Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι εκείνος ευθύνεται για την εισβολή. Ούτε ότι τον καιρό του αγώνα, ήταν βαλτός κανενός. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο και περιστοιχίσθηκε από αυλοκόλακες, ήταν βεβαίως διαφορετικά… 

Αλήθεια, δεν σας ρώτησα καθόλου για τα παιδικά σας χρόνια. Ήταν καλά χρόνια. Ήμουν από μια συντηρητική οικογένεια, εύπορη για την εποχή, με πατέρα έμπορο και ποιητή. Μεγάλωσα με ιδανικά, ο παππούς μου ήταν ο δάσκαλος Κοσμάς Λυσιώτης και ο πατέρας μου ο Ξάνθος Λυσιώτης. Το σπίτι μας ήταν το κτήριο που στεγάζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, στο κέντρο της Μακαρίου. Θυμάμαι μια φορά που ήθελα να μου αγοράσουν ένα παιχνίδι και δεν άφηνα σε ησυχία τη μητέρα μου, η οποία βιαζόταν να πάει κάπου. Στην πολλή ώρα, αντέδρασε, θα σε δείρω μου είπε, κι εγώ άνοιξα το πουκάμισο και της είπα «χτύπα». Με περιφρόνησε και έφυγε, οπόταν εγώ πήρα από τον παππού μου καμιά δεκαριά κόλλες τεράστιες και έγραψα πάνω «με κάνατε να γνωρίσω τις πίκρες της ζωής, θέλω να πεθάνω» και όπου έβρισκα στύλο στη Μακαρίου, τις τοποθετούσα. Ο πατέρας μου επέστρεφε με το ποδήλατο σπίτι, σταμάτησε να δει τι έγραφαν και καταλαβαίνετε το θυμό του όταν αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο. Εσύ τα έγραψες αυτά; Μάλιστα. Διάβασέ το να σε ακούσω. Το διαβάζω. Μετανοείς; Όχι.  Μου αστράφτει μια… Όμως τον αγαπούσα και με αγαπούσε τρομερά.  Συνδεθήκαμε πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Και μια μέρα πριν από το θάνατό του, συνέβη κάτι παράξενο. Φεύγω, μου είπε. Πάρε χαρτί και μολύβι και γράφε. Και μου έδωσε συμβουλές. Θέλω πολλά λουλούδια. Θέλω να μου πει τον επικήδειο η κυρία τάδε, να έχεις ψιλά στην τσέπη, θα έχει φτωχούς έξω από την εκκλησία, να τους δώσεις… Ο γιατρός με διαβεβαίωσε πως δεν είχε κάτι. Το βράδυ με φώναξε η νοσοκόμα. Έφυγε μου είπε. Όταν έφτασα, όμως, θες το φαντάστηκα, θες ήταν πραγματικότητα, δεν ξέρω, με φίλησε. Ένιωσα τα χείλη του. Πέθανε στα 88 του χρόνια, στον αριθμό που δεν αντιστρέφεται, όπως έλεγε. Με πλήρη διαύγεια και ηρεμία.  Μου λείπει η σοφία του και η αξιοπρέπειά του. Η μητέρα μου, πέθανε οκτώ χρόνια μετά. Δυστυχώς, στα τελευταία χρόνια της ζωής της, έπασχε από αλτσχάιμερ.  

Αισθάνεστε πλήρης με τη ζωή που ζήσατε;  Το παν είναι η αγάπη. Απόφθεγμα του πατέρα μου. Όχι μόνο το ενστερνίστηκα, το βίωσα. Αγάπη για την πατρίδα, για τον συνάνθρωπο, για τη γυναίκα, την ομορφιά, τα ζώα… Αισθάνομαι πλήρης, ναι. Είμαι ήρεμος και έχω διαύγεια. Πιστεύω πως τα περισσότερα που ήθελα να κάνω στη ζωή μου, τα έκανα. Ως άνθρωπος, βεβαίως, θέλω κι άλλα…