23 Ιουλίου 2018… Μια μέρα που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στις ζωές, αλλά και στη μνήμη πολλών ανθρώπων στο Μάτι, τον Νέο Βουτζά και τη Ραφήνα. Η πύρινη λαίλαπα, μέσα σε λίγες ώρες, είχε μετατρέψει τα όνειρα και τους κόπους μιας ζωής σε στάχτες και αποκαΐδια.
Οι εικόνες με τα καμένα σπίτια, τις άμορφες μάζες αυτοκινήτων, την οδύνη στο βλέμμα των κατοίκων, οι οποίοι είδαν μέσα σε λίγα λεπτά τις περιουσίες τους να καταστρέφονται και τους δικούς τους να χάνονται, φάνταζαν σαν να προηγήθηκε βομβαρδισμός…
Ένα χρόνο μετά, ο γολγοθάς συνεχίζεται. Όπως περιγράφουν κάτοικοι και μέλη των Επιτροπών Πληγέντων στον «Φ», η πληγείσα περιοχή της Ανατολικής Αττικής εξακολουθεί να «μυρίζει» καταστροφή και εγκατάλειψη, ενώ ο τρόπος λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού έχει καθυστερήσει κατά πολύ τις προσπάθειες αποκατάστασης.
Ο Αλέξης Ανδρονόπουλος από το Μάτι και ο Παύλος Γιούργας από το Κόκκινο Λιμανάκι, οι οποίοι παλεύουν όλο αυτό το διάστημα για την αποκατάσταση των περιοχών, περιγράφουν στον «Φ» την επόμενη μέρα της τραγωδίας, αλλά και τις δραματικές εμπειρίες τους.
Στα λόγια τους αποτυπώνεται η απογοήτευση για την παντελή ανυπαρξία του κράτους εκείνο το τραγικό βράδυ, αλλά και την προχειρότητα, με την οποία αντιμετωπίστηκε η κατάσταση στη συνέχεια.
Οι προσπάθειες για αποκατάσταση
Ένα χρόνο μετά την τραγωδία, δεκάδες άτομα εξακολουθούν να βρίσκονται χωρίς στέγη, ενώ η εικόνα της πληγείσας περιοχής παραμένει η ίδια, καθώς έχουν καθυστερήσει πολύ οι διαδικασίες ανοικοδόμησης. «Παραμένει ένα βομβαρδισμένο τοπίο, με τη διαφορά ότι τα καμένα δέντρα έχουν υλοτομηθεί», αναφέρει ο κ. Γιούργας. «Τώρα σιγά, σιγά αρχίζουμε να ακούμε τους ήχους των μπουλντόζων, οι οποίες κατεδαφίζουν και αργότερα θα αρχίσουν να κτίζουν», επισημαίνει με τη σειρά του ο κ. Ανδρονόπουλος.
Υπενθυμίζεται ότι την επομένη μέρα της φονικής πυρκαγιάς, οι κρατικές υπηρεσίες, είχαν προχωρήσει στην καταγραφή και στην απογραφή των ζημιών. Τα σπίτια αξιολογήθηκαν ως «πράσινα», «κίτρινα» και «κόκκινα», ανάλογα με την έκταση των ζημιών. Στα «πράσινα» οι κάτοικοι διαμένουν κανονικά, τα «κίτρινα» διαθέτουν εκτεταμένες ζημιές και χρήζουν επισκευής, ενώ τα «κόκκινα» πρέπει να κατεδαφιστούν. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, η έναρξη των εργασιών προϋποθέτει την έκδοση άδειας.
Όπως όμως ανέφεραν, τόσο ο κ. Ανδρονόπουλος όσο και ο κ. Γιούργας, η έκδοση αδειών για ανοικοδόμηση καθυστέρησε σε μεγάλο βαθμό.
Συγκεκριμένα κ. Ανδρονόπουλος, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση προκειμένου να αποσείσει τις ποινικές ευθύνες από πάνω της για την τραγωδία, έστησε όλο το αφήγημα «περί αυθαίρετης δόμησης» στο Μάτι. Όπως εξήγησε, η κυβέρνηση εγκλωβίστηκε μέσα στη διαδικασία ψήφισης νέων νομοθεσιών και τροποποίησης των υφισταμένων, προκειμένου να δικαιολογηθούν οι αποζημιώσεις, με αποτέλεσμα να φθάσει ο φετινός Μάιος, για να μπορέσουν οι κάτοικοι να εξασφαλίσουν τις άδειες για αποκατάσταση.
Από πλευράς του, ο κ. Γιούργας, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας και μέλος της Επιτροπής Πληγέντων από το Κόκκινο Λιμανάκι, ασχολήθηκε ευρέως με το θέμα της αποκατάστασης των περιοχών. Επεσήμανε ότι «παρόλο που οι αρμόδιοι διαβεβαίωναν ότι σε ένα χρόνο η περιοχή θα αποκατασταθεί, έχουν καθυστερήσει τόσο πολύ οι διαδικασίες.
Υποστήριξε ότι «θεωρώ ότι νομοθέτησαν με τέτοιο τρόπο, είτε λόγω άγνοιας των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, είτε εσκεμμένα λες και ήθελαν να καθυστερήσει η διαδικασία των αποζημιώσεων», ενώ έκανε ακόμη λόγο για «απίστευτη γραφειοκρατία». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως σημείωσε, «να πέσει πολύ βάρος στις Επιτροπές Πληγέντων. Και συγκεκριμένα, η Επιτροπή Πληγέντων από το Κόκκινο Λιμανάκι, σε συνεργασία και με τον δήμαρχο Ραφήνας κ. Μπούρνους, μετά απο αλλεπάλληλες συναντήσεις με τους αρμόδιους υπουργούς, κατάφεραν να διευθετήσουν πολλά προβλήματα που είχαν προκύψει.
Σύμφωνα με τον κ. Γιούργα, πέραν της κωλυσιεργίας για τις εκδόσεις αδειών, ένα ακόμη μείζον πρόβλημα συνίσταται και στο ύψος των χρημάτων της αποζημίωσης. Εξήγησε ότι «όσον αφορά τα χαρακτηρισμένα ως «κίτρινα» σπίτια, τα τιμολόγια δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος επισκευής, καθώς το ποσό χρηματοδότησης είναι μείον 30 τοις εκατόν, ενώ τα λεφτά διανέμονται σε 2 δόσεις. Η πρώτη δόση εκταμιεύεται μαζί με την έκδοση της άδειας. Ωστόσο, η δεύτερη δόση χορηγείται στους δικαιούχους αφ΄ότου ολοκληρωθούν οι επισκευές». «Όλος αυτός ο κόσμος δεν ξέρουμε αν έχει την οικονομική δυνατότητα να μπορέσει να αποπερατώσει τα σπίτια του» υπογράμμισε.
Οι εγκαυματίες και η αποκατάστασή τους μέσω ιδιωτικής πρωτοβουλίας
Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της τραγωδίας αποτελούν οι εγκαυματίες. Διασκορπισμένοι σε επτά νοσοκομεία, άλλοι τα κατάφεραν και παλεύουν να αποκατασταθούν, ενώ 17 από αυτούς απεβίωσαν. «Η κατάστασή τους ήταν πολύ τραγική», επεσήμανε ο κ. Ανδρονόπουλος. Σημείωσε ότι «αφού τα μέλη της Επιτροπής έψαξαν και τους βρήκαν, κατέγραψαν τις ανάγκες τους και ζήτησαν από το κράτος να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας τους, πράγμα που έγινε σε σημαντικό βαθμό».
«Υπογράμμισε ότι «αυτό που μας ανησυχούσε περισσότερο ήταν το τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι, όταν θα εξέλθουν από το νοσοκομείο». Και συνέχισε «ευτυχώς βρήκαμε το ίδρυμα Λάτση, που τους καλύπτει τα έξοδα αποκατάστασης, εξηγώντας ότι « μεσολαβούμε οι εθελοντές και το Ίδρυμα Λάτση πληρώνει τους προμηθευτές».
Έθεσε μάλιστα το τραγικό ερώτημα: «Tι θα γίνει με αυτούς τους ανθρώπους, αν σταματήσουμε οι εθελοντές να «τρέχουμε» τις καταστάσεις ή αν διακόψει το ίδρυμα Λάτση τη χρηματοδότηση;». «H απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί θα πεθάνουν», ανέφερε, με πολύ προβληματισμό, στη συνέχεια.
Οι συγκλονιστικές στιγμές της 23ης Ιουλίου 2018…
Δώδεκα μήνες μετά το τραγικό βράδυ της 23ης Ιουλίου 2018, οι μνήμες παραμένουν ακόμη νωπές. Ο Αλέξης Ανδρονόπουλος, ο οποίος μεγάλωσε στο Μάτι, ήταν από τους ανθρώπους που εισήλθαν πρώτοι στον οικισμό, προκειμένου να σώσουν τους ανθρώπους που κινδύνευαν. Με τη μοτοσικλέτα του, ανέλαβε τον ρόλο που είχε αποσείσει το κράτος, δηλαδή της διάσωσης των ανθρώπων που κινδύνευαν.
Όπως περιγράφει « η ώρα 9 το βράδυ, η κατάσταση θύμιζε πολεμικό τοπίο και ο κόσμος ήταν εντελώς αβοήθητος». «Η Άστυνομία, η Πυροσβεστική και όλες οι δυνάμεις ήταν τόσο ασυντόνιστες, που ήταν λες και ήθελαν να συμβεί αυτό το πράγμα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι απεγνωσμένες εκκλήσεις για βοήθεια και η απόλυτη εγκατάλειψη
Όταν μετέφερε με τη μοτοσικλέτα του τον πρώτο άνθρωπο, φτάνοντας στη διασταύρωση, όπου βρισκόταν το μπλόκο, ο κ. Ανδρονόπουλος απευθύνθηκε στον αστυνομικό της Τροχαίας. «Του είπα: Κατεβάστε δυνάμεις να πάρουμε τον κόσμο. Δεν είναι πλέον επικίνδυνα. Το Μάτι έχει καεί. Ο κόσμος χρειάζεται βοήθεια. Και αυτός απάντησε «δεν έχω τέτοια εντολή, είναι επικίνδυνο».
Αντιλαμβανόμενος πως δεν μπορεί να περιμένει κάτι, ο κ. Ανδρονόπουλος επέστρεψε στον οικισμό και συνέχισε να βγάζει ανθρώπους από τις φλόγες. Πραγματοποιώντας το δρομολόγιο 18 φορές, μετέφερε ανθρώπους από 6 μέχρι 85 χρονών. «Κάθε φορά που έφτανα στη διασταύρωση που βρισκόταν το μπλόκο, έλεγα στους αστυνομικούς που βρίσκονταν εκεί: «Παιδιά, κατεβάστε δυνάμεις, δεν είναι πλέον επικίνδυνα. Και μου απαντούσαν: Οι εντολές που έχουμε είναι να παραμείνουμε εδώ», περιγράφει χαρακτηριστικά.
Και συνεχίζει: «Σε αυτές τις έξι ώρες αντίκρυσα μόνο ένα ασθενοφόρο στο Μάτι. Ανέφερα στον οδηγό του να φωνάξει με τον ασύρματο 50 ασθενοφόρα να κατέβουν τώρα. Και μου απάντησε «πάρε εσύ τώρα τηλέφωνο στο 166. Πρέπει να καλέσετε εσείς που είστε πολίτης». Και του απάντησα: «Aντιλαμβάνεστε ότι είναι πολεμική η κατάσταση; Και μου λέτε να παίρνω εγώ τηλέφωνο για έναν έναν;».
Toν Παύλο Γιούργα, από την άλλη, τον «έπιασε η φωτιά» στην παραλία στο Κόκκινο Λιμανάκι. Όπως περιγράφει, καθώς δεν υπήρχε καμία ενημέρωση, δεν είχε αντιληφθεί το μέγεθος της πυρκαγιάς. Μετά από ειδοποίηση ενός φίλου ότι η φωτιά περνούσε τη Λεωφόρο Μαραθώνος, αποφάσισε να αναχωρήσει. Ανεβαίνοντας στον παραλιακό δρόμο, αντιλήφθηκε πλέον το μέγεθος της φωτιάς. Στη συνέχεια επικράτησε μια κατάσταση πανικού, καθώς, όπως περιγράφει, προσπάθησε να προσεγγίσει το πατρικό του, αλλά τον ειδοποίησαν ότι η φωτιά πλησιάζει και αναγκάστηκε να κάνει αναστροφή και να κατευθυνθεί προς Ραφήνα. Σε ένα δρόμο μποτιλιαρισμένο, μέσα σε μια χαώδη κατάσταση, έβλεπε τη φωτιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου, μέχρι που κατάφερε να φτάσει στη Ραφήνα.
Ο κ. Γιούργας περιγράφει μια κατάσταση πλήρους εγκατάλειψης. «Ήμασταν στο έλεος του θεού. Γυρίσαμε όλη την περιοχή, η ώρα 12 το βράδυ με έναν φίλο μου και είδαμε μόνο 2 πυροσβεστικά, κανένα ασθενοφόρο και μερικά περιπολικά της Αστυνομίας. Τέσσερις ώρες μετά τη φωτιά, περπατούσαμε στον δρόμο, τα σπίτια καίγονταν δίπλα μας και πυροσβεστικό όχημα δεν είδαμε», αναφέρει χαρακτηριστικά.
*Οι φωτογραφίες απεικονίζουν την παρούσα κατάσταση στο Κόκκινο Λιμανάκι