Ακίνητα και καταθέσεις έκαναν τους Έλληνες πιο πλούσιους κατά την πανδημία το 2020. Όσο κι αν η διαπίστωση αυτή φαίνεται περίεργη, τόσο οι EKT και TτΕ όσο και η ετήσια έκθεση της Credit Suisse για τον πλούτο παγκοσμίως δίνουν τις εξηγήσεις. Κατά τη διάρκεια του 2020, οι καταθέσεις αυξήθηκαν, το ίδιο και οι τιμές των ακινήτων.

Ταυτόχρονα, οι ζημιές στις επιχειρήσεις και η πτώση των τιμών των μετοχών περιόρισαν τον πλούτο του τμήματος του πλούσιου πληθυσμού. Συνδυαστικά όλα αυτά οδήγησαν σε αύξηση του κατά κεφαλήν πλούτου και σε περιορισμό της εισοδηματικής ανισότητας. Σε όλο αυτόν τον συνδυασμό, κεντρικό ρόλο έπαιξαν τα δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης.  Έτσι, ο μέσος Έλληνας (ενήλικος) είδε την περιουσία του να αυξάνεται πάνω από τα 100.000 δολάρια (ετήσια άνοδος 2%), για πρώτη φορά ύστερα από το 2015. Ωστόσο, παραμένει αρκετά χαμηλότερα από την κορυφή, το 2007, όταν το αντίστοιχο μέγεθος έφτανε τα 160.000 δολάρια.

Η ανάλυση των στοιχείων που απαρτίζουν τον πλούτο των Ελλήνων εξηγεί επίσης τη μεταβολή που σημειώθηκε το 2020. Οι Έλληνες είχαν περιορίσει αρκετά τις επενδύσεις σε μετοχές και άλλες κινητές αξίες, ενώ διαθέτουν σημαντική ακίνητη περιουσία. 

Σε ό,τι αφορά τη σύνθεση του πλούτου στην Ελλάδα και την Ισπανία, το ποσοστό που καταλαμβάνει ο μη χρηματοοικονομικός πλούτος είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς προσεγγίζει το 70% του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ιταλία και την Ευρώπη κυμαίνονται περί του 55%, ένδειξη της σημασίας που έχει η ακίνητη περιουσία για τη μέση ελληνική οικογένεια. Επιπρόσθετα, το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του συνολικού πλούτου διαμορφώθηκε το 2020 σε 12,2% έναντι 13% στην Ευρώπη, 9,1% στην Ιταλία και 9,8% στην Ισπανία.

Έτσι, η μείωση του Χρηματιστηρίου αντισταθμίστηκε από την άνοδο των ακινήτων, την αύξηση των αποταμιεύσεων και τις αποπληρωμές και ρυθμίσεις δανείων που ήταν μεγαλύτερες από τις νέες εκταμιεύσεις. Η αύξηση των αποταμιεύσεων, η οποία σημειώθηκε πανευρωπαϊκά, οφείλεται κατ’ αρχήν στα πακέτα στήριξης, στις αναστολές πληρωμών και στη μείωση της κατανάλωσης, είτε για λόγους αβεβαιότητας είτε αδυναμίας (lockdown). Ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποίησε την Ελλάδα από τις υπόλοιπες χώρες του νότου, όπως Ισπανία και Ιταλία, ήταν η συγκράτηση της ανεργίας. Ωστόσο, οι άλλες δύο χώρες, Ισπανία και Ιταλία, δέχθηκαν ισχυρότερο πλήγμα από την πανδημία τόσο σε αριθμό θυμάτων όσο και σε ποσοστό ύφεσης. Εκεί, η ανεργία, η ανισότητα αυξήθηκαν περισσότερο από την Ελλάδα. Όμως, σε Ιταλία και Ισπανία παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη αύξηση πλούτου το 2020, σε ετήσια βάση που ξεπέρασε το 6%. Βασική αιτία και εκεί ήταν τα πακέτα στήριξης και το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης.