Η σωματική άσκηση μπορεί να λειτουργήσει ως «θεραπεία πρώτης γραμμής» για την κατάθλιψη και το άγχος, με τα αποτελέσματά της να κρίνονται ισοδύναμα ή ακόμη και ανώτερα από εκείνα της φαρμακευτικής αγωγής και της ψυχοθεραπείας, σύμφωνα με εκτενή ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Sports Medicine, δείχνει ότι η μείωση των συμπτωμάτων είναι πιο έντονη όταν η άσκηση πραγματοποιείται με επίβλεψη ή σε ομαδικό πλαίσιο, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ενισχύουν το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Σε ό,τι αφορά το άγχος, προγράμματα άσκησης χαμηλής έντασης διάρκειας δύο μηνών φαίνεται να επαρκούν για τη μέγιστη δυνατή ανταπόκριση.
Παράλληλα, όλες οι μορφές φυσικής δραστηριότητας –από ασκήσεις με βάρη έως γιόγκα και τάι τσι– εμφανίζονται εξίσου ή και περισσότερο αποτελεσματικές σε σύγκριση με τις καθιερωμένες θεραπείες. Ωστόσο, το όφελος αξιολογείται ως μέτριο στην κατάθλιψη και χαμηλό προς μέτριο στο άγχος. Αντίστοιχα περιορισμένη αποτελεσματικότητα παρουσιάζουν και τα αντικαταθλιπτικά ή η ψυχοθεραπεία, ιδίως σε σημαντικό ποσοστό ασθενών.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου ένας στους τέσσερις ανθρώπους θα βιώσει κάποια στιγμή κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή. Οι νέοι και οι γυναίκες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, ενώ 15%-20% των γυναικών εμφανίζουν κατάθλιψη μέσα στον πρώτο χρόνο μετά τον τοκετό.
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, οι νεαροί ενήλικες και οι γυναίκες στην περίοδο μετά τον τοκετό είναι οι ομάδες που καταγράφουν τη μεγαλύτερη βελτίωση μέσω της άσκησης, ανεξαρτήτως τύπου δραστηριότητας.
Μετα-μετα-ανάλυση
Η αντικαταθλιπτική επίδραση της άσκησης είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν είχε αποσαφηνιστεί αν το όφελος αφορά όλες τις μορφές άσκησης και όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Όπως δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης, Νιλ Μάνρο από το Πανεπιστήμιο Τζέιμς Κουκ στην Αυστραλία, στόχος ήταν να συντεθεί ο τεράστιος όγκος στοιχείων –πάνω από 1.000 δημοσιευμένες μελέτες– ώστε να προκύψει μια σαφής εικόνα για την επίδραση της άσκησης στην ψυχική υγεία.
Η ερευνητική ομάδα προχώρησε σε μετα-μετα-ανάλυση 81 μετα-αναλύσεων, που κάλυπταν σχεδόν 80.000 συμμετέχοντες σε περίπου 1.000 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές.
Τα αποτελέσματα χαρακτηρίστηκαν «εντυπωσιακά». Η επίδραση ήταν ιδιαίτερα έντονη σε άτομα με διαγνωσμένη κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές. Στην κατάθλιψη, τα μεγαλύτερα οφέλη εντοπίστηκαν σε άτομα 18 έως 30 ετών και σε γυναίκες μετά τον τοκετό — ομάδες που συχνά δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε παραδοσιακές υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Η αερόβια άσκηση, που αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό, παρουσίασε τα πιο ισχυρά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης, η γιόγκα και το τάι τσι είχαν μικρότερη αλλά υπαρκτή επίδραση, ενώ παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και στο άγχος, με πιο περιορισμένο όμως όφελος.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα δεδομένα παρέχουν ισχυρές ενδείξεις πως η άσκηση μειώνει αποτελεσματικά τα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους σε όλες τις ηλικίες, σε βαθμό συγκρίσιμο ή και ανώτερο από τις συμβατικές παρεμβάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις ομαδικές και επιβλεπόμενες δραστηριότητες, οι οποίες φαίνεται να προσφέρουν τα μεγαλύτερα οφέλη, αναδεικνύοντας τον ρόλο των κοινωνικών παραγόντων. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη για εξατομικευμένη «συνταγογράφηση» άσκησης, καθώς διαφορετικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν την κατάθλιψη και το άγχος σε διαφορετικό βαθμό.
Λόγω της χαμηλής οικονομικής επιβάρυνσης, της ευκολίας πρόσβασης και των πρόσθετων οφελών για τη σωματική υγεία, η άσκηση αναδεικνύεται ως μια πολλά υποσχόμενη παρέμβαση πρώτης γραμμής, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπου οι παραδοσιακές θεραπείες είναι λιγότερο διαθέσιμες ή αποδεκτές.
Οι ειδικοί, πάντως, δεν προτρέπουν στη διακοπή αντικαταθλιπτικών ή ψυχοθεραπείας. Υπενθυμίζουν ότι τα άτομα με σοβαρή κατάθλιψη συχνά δυσκολεύονται να κινητοποιηθούν ακόμη και για απλές καθημερινές δραστηριότητες, γεγονός που καθιστά τη συστηματική άσκηση ιδιαίτερα απαιτητική.