Διαδικασίες, περιορισμούς και αχρείαστη γραφειοκρατία που ταλαιπωρεί και γιατρούς και ασθενείς, εντοπίζουν οι ίδιοι οι προσωπικοί γιατροί του ΓεΣΥ, οι οποίοι την πρώτη εβδομάδα του Ιούνη θα συναντηθούν με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας κουβαλώντας μια «βαλίτσα» γεμάτη αιτήματα.

Τα παραπεμπτικά σε ειδικούς γιατρούς για διαγνωσμένους χρόνιους ασθενείς, η περιπλοκότητα και η «γραφειοκρατία» που προκαλείται εξαιτίας κάποιων ρυθμίσεων στο λογισμικό του ΓεΣΥ, οι περιορισμοί που εφαρμόζει ο ΟΑΥ απαγορεύοντας τους να παραπέμψουν τους ασθενείς τους σε συγκεκριμένες εξετάσεις ή να συνταγογραφήσουν επαναλαμβανόμενη φαρμακευτική αγωγή, περιλαμβάνονται στα ζητήματα που θα θέσουν προς συζήτηση στις 3 Ιουνίου.

Την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις στο σύστημα του ΓεΣΥ, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη βελτίωση της καθημερινής λειτουργίας των προσωπικών γιατρών, επεσήμανε, με δηλώσεις της στον «Φ», η πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Προσωπικών Ιατρών, Μαίρη Αβρααμίδου, υποστηρίζοντας ότι «πολλές από τις σημερινές διαδικασίες απορροφούν πολύτιμο χρόνο χωρίς ουσιαστικό όφελος για τους ασθενείς».

Η κ. Αβρααμίδου ανέφερε ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι προσωπικοί γιατροί αφορά την υποχρέωση συνεχούς έκδοσης παραπεμπτικών για χρόνιους ασθενείς, ακόμη και όταν πρόκειται για ήδη διαγνωσμένες παθήσεις που παρακολουθούνται εδώ και χρόνια από ειδικούς γιατρούς.

Όπως εξήγησε, καθημερινά «αφιερώνεται μεγάλος αριθμός ωρών μόνο για διοικητικές διαδικασίες και επαναλαμβανόμενα παραπεμπτικά προς νευρολόγους, ρευματολόγους και άλλες ειδικότητες».

«Μπορεί να έχουμε δύο με τρεις ώρες δουλειά την ημέρα μόνο για παραπεμπτικά χρόνιων ασθενών», ανέφερε χαρακτηριστικά, υποδεικνύοντας ότι «πρόκειται για μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται συνεχώς χωρίς να προσφέρει ουσιαστική προστιθέμενη αξία στην παρακολούθηση του ασθενούς. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος, ένας διαγνωσμένος ασθενής με σκλήρυνση κατά πλάκας να χρειάζεται παραπεμπτικό για νευρολόγο, ούτε ένα ρευματοπαθής για ρευματολόγο. Δεν είναι παθήσεις που θα θεραπευθούν, η παρακολούθηση από γιατρό της αρμόδιας ειδικότητας είναι εφ όρου ζωής», είπε η κ. Αβρααμίδου προσθέτοντας ότι «ο ΟΑΥ έχει αρχίσει τον καταρτισμό μητρώων για χρόνιους ασθενείς αλλά μάλλον πρέπει να επισπευστούν οι διαδικασίες».

Βεβαίως, πρόσθεσε, «στην περίπτωση των καρκινοπαθών, για τους οποίους κανονικά δεν χρειάζεται παραπεμπτικό για ογκολόγο όταν βρίσκονται στο στάδιο της θεραπείας τους, εμείς καλούμαστε και πάλι να εκδώσουμε παραπεμπτικά διότι οι γραμματείς των ογκολόγων δεν μπορούν να δουν στο λογισμικό εάν είναι καταχωρημένοι οι ασθενείς στο σχετικό μητρώο». Σε πολλές περιπτώσεις, είπε, «το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί με τρόπο που αυξάνει τη γραφειοκρατία αντί να τη μειώνει».


Αξιολόγηση βάσει ποιότητας και όχι ποσότητας

Η πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Προσωπικών Ιατρών έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα της αξιολόγησης των προσωπικών γιατρών, ζητώντας αλλαγή φιλοσοφίας προς ένα σύστημα που θα βασίζεται περισσότερο στην ποιότητα της ιατρικής φροντίδας και λιγότερο στους αριθμούς.

«Δεν μπορούμε να αξιολογούμαστε μόνο με βάση το πόσα παραπεμπτικά εκδώσαμε ή πόσες παραπομπές για ακτινογραφίες κάναμε», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «αυτό που πραγματικά θα έπρεπε να εξετάζεται είναι αν ο γιατρός καταφέρνει να ρυθμίζει αποτελεσματικά χρόνιες παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η υπέρταση και τα προβλήματα νεφρικής λειτουργίας».

Σύμφωνα με την κ. Αβρααμίδου, οι προσωπικοί γιατροί έχουν ήδη καταθέσει σειρά εισηγήσεων και αιτημάτων για βελτίωση του λογισμικού του Συστήματος, προκειμένου να περιοριστούν οι δυσλειτουργίες που δυσκολεύουν τόσο τους γιατρούς όσο και τους ασθενείς τους.

Όπως ανέφερε, «εξακολουθούν να εφαρμόζονται και αρκετοί σοβαροί περιορισμοί στις δυνατότητες παραπομπής για εξετάσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις που θεωρούνται βασικές στην καθημερινή ιατρική πρακτική» και έφερε ως παράδειγμα περιπτώσεις ασθενών με αυξημένο ασβέστιο, «όπου ο προσωπικός γιατρός δεν μπορεί να ζητήσει ο ίδιος ορισμένες αναγκαίες εξετάσεις και απαιτείται παραπομπή σε ενδοκρινολόγο, κάτι που καθυστερεί τη διαδικασία και συχνά οδηγεί ασθενείς σε ιδιωτικές πληρωμές διότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν σύντομα ραντεβού με τον ειδικό γιατρό. Στο τέλος ο κόσμος πληρώνει από την τσέπη του», σημείωσε.

Αυτό, είπε η κ. Αβρααμίδου, είναι μόνο ένα παράδειγμα, «υπάρχουν αρκετά άλλα που πρέπει να δούμε. Δεν έχουμε τη δυνατότητα παραπομπής για εξετάσεις οστεοπόρωσης, ενώ μας απαγορεύεται η παραπομπή για μαγνητική τομογραφία και όταν έχουμε ένα επείγον περιστατικό το οποίο θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε χωρίς να επιβαρυνθεί το Συστήμα, χωρίς να ταλαιπωρηθεί και να καθυστερήσει ο ασθενείς, υποχρεωνόμαστε να απευθυνόμαστε σε συναδέλφους για να εκδώσουν το παραπεμπτικό».

«Σίγουρα, δεν ζητάμε ανεξέλεγκτη πρόσβαση στις εξετάσεις αυτές, αλλά ένα σύστημα με σαφή κριτήρια και συγκεκριμένο αριθμό παραπομπών ανάλογα με τον αριθμό των δικαιούχων κάθε προσωπικού γιατρού θα ήταν ίσως μια σωστή λύση».

Παρά τις δυσκολίες που καταγράφονται, η κ. Αβρααμίδου χαρακτήρισε θετική τη συνεργασία με τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας, επισημαίνοντας ότι αρκετά από τα παλαιότερα αιτήματα των προσωπικών γιατρών έχουν κανοποιηθεί». Όπως είπε, καταλήγοντας, «ο διάλογος με τον ΟΑΥ συνεχίζεται και υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αλλάξουν για να λειτουργεί καλύτερα το Σύστημα και να εξυπηρετούνται ουσιαστικότερα οι ασθενείς».