Από την κακή φύλαξη και τον κακό τρόπο μαγειρέματος, στα «παντοτινά χημικά», τα φυτοφάρμακα, τα μικροπλαστικά, τα βαρέα μέταλλα και την κλιματική αλλαγή.

Το φαγητό που φθάνει στο πιάτο μας δεν είναι όσο ασφαλές νομίζουμε ότι είναι. Οι ειδικοί διεθνώς προειδοποιούν συστήνοντας την εφαρμογή μέτρων προστασίας.

Οι τροφιμογενείς λοιμώξεις περιλαμβάνονται στην τελευταία αναφορά του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων το οποίο σήμανε συναγερμό εξαιτίας του πολύ μεγάλου αριθμού περιστατικών που έχει καταγραφεί στα κράτη της Ε.Ε. από τις αρχές του έτους μέχρι το τέλος Απριλίου.

Τις προηγούμενες ημέρες ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έδωσε στη δημοσιότητα δεδομένα που σοκάρουν: 855 εκατομμύρια άνθρωποι κάθε χρόνο, αρρωστούν από μη ασφαλή τρόφιμα ενώ η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ασφάλειας Τροφίμων, επεσήμανε ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφονται χιλιάδες περιστατικά που σχετίζονται με παθογόνους μικροοργανισμούς όπως η Salmonella, το Campylobacter και η Listeria τονίζοντας ωστόσο, ότι πλέον, μεγαλύτερο κίνδυνο αποτελούν τα χημικά.

Ένας στους εννέα ανθρώπους στον πλανήτη, σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα του ΠΟΥ, ανέφερε στον «Φ» ο επιστημονικός συντονιστής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ελέγχου Λοιμώξεων, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κωνσταντίνος Τσιούτης, «νοσεί κάθε χρόνο από κάποιο τροφιμογενές νόσημα και ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα παιδιά κάτω των πέντε ετών παραμένουν η πλέον ευάλωτη ομάδα αφού, όπως αναφέρει και ο ΠΟΥ, αν και αποτελούν μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, επωμίζονται σχεδόν το 29% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας από τροφιμογενείς ασθένειες».

Συγκεκριμένα, ο διεθνής Οργανισμός, υπολογίζει ότι τα παιδιά, της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας, αντιμετωπίζουν σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο νόσησης σε σύγκριση με τους ενήλικες, ενώ το 2021 περισσότεροι από 143.000 θάνατοι παιδιών συνδέθηκαν με μη ασφαλή τρόφιμα».

Βεβαίως η φετινή διεθνής ημέρα ασφάλειας των τροφίμων, έφερε στο φως ένα ακόμα πιο μεγάλο ζήτημα: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι πλέον τα βακτήρια ή οι ιοί. Αλλά, τα χημικά.

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΠΟΥ, τα βιολογικά παθογόνα ευθύνονται για τη συντριπτική πλειονότητα των ασθενειών, με τους χημικούς ρύπους να ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος των θανάτων.

«Περίπου το 73% των θανάτων που συνδέονται με μολυσμένα τρόφιμα αποδίδεται σε χημικές ουσίες, με τον ανόργανο αρσενικό και τον μόλυβδο να συνδέονται με περισσότερους από ένα εκατομμύριο θανάτους παγκοσμίως», σύμφωνα με τον ΠΟΥ.

Όπως εξήγησε ο κ. Τσιούτης, «οι ουσίες αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, καρκίνου και σοβαρών αναπτυξιακών προβλημάτων» με το φαινόμενο, όπως επισημαίνεται στις φετινές εκθέσεις, να έχει αρχίσει να καταγράφεται και στην Ευρώπη.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), επισημαίνει στη σχετική έκθεση της ότι κάθε χρόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφονται χιλιάδες περιστατικά που σχετίζονται με παθογόνους μικροοργανισμούς όπως η Salmonella, το Campylobacter και η Listeria».

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι «PFAS», τα γνωστά «παντοτινά χημικά», τα βαρέα μέταλλα, τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, οι ουσίες που μεταναστεύουν από υλικά συσκευασίας και τα μικροπλαστικά.

«Οι PFAS αποτελούν σήμερα μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των ευρωπαϊκών Αρχών. Πρόκειται για χιλιάδες συνθετικές χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται σε βιομηχανικές εφαρμογές και καταναλωτικά προϊόντα. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι διασπώνται εξαιρετικά αργά στο περιβάλλον και μπορούν να συσσωρευτούν στον ανθρώπινο οργανισμό. Έρευνες που αξιολογούνται από την EFSA έχουν συνδέσει την έκθεση σε PFAS με διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, ορμονικές μεταβολές και αυξημένο κίνδυνο ορισμένων μορφών καρκίνου».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στα βαρέα μέταλλα. «Τα νέα στοιχεία του ΠΟΥ δείχνουν ότι ο μόλυβδος και ο ανόργανος αρσενικός αποτελούν σήμερα τους σημαντικότερους χημικούς παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τρόφιμα. Η έκθεση του ανθρώπου μπορεί να προέρχεται από το νερό, το έδαφος ή συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων και συνδέεται με σοβαρές καρδιαγγειακές, νευρολογικές και ογκολογικές επιπτώσεις».

Στο κάδρο και η κλιματική αλλαγή που σχετίζεται με την αλλοίωση των τροφών

Ένας ακόμη παράγοντας που απασχολεί ιδιαίτερα την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η κλιματική αλλαγή.

Η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια τροφίμων. «Οι υψηλότερες θερμοκρασίες ευνοούν την ανάπτυξη παθογόνων βακτηρίων, αυξάνουν τον κίνδυνο μυκοτοξινών στα δημητριακά και μεταβάλλουν την κατανομή μικροοργανισμών τα ψάρια».

«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ασφάλεια τροφίμων δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ζήτημα υγιεινής ή αποφυγής μιας γαστρεντερίτιδας. Συνδέεται άμεσα με τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον, την κλιματική αλλαγή, τη βιωσιμότητα της αγροδιατροφικής παραγωγής και τη μακροχρόνια έκθεση του πληθυσμού σε χημικούς κινδύνους».

Ο κίνδυνος βρίσκεται σίγουρα και στην κουζίνα μας

Τα χημικά, οι κίνδυνοι που βρίσκονται στις συσκευασίες τροφίμων αλλά και τα όσα συνεπάγεται η μεταφορά μικροπλαστικών στον οργανισμό μας, αποτελούν το ένα σκέλος του προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, η ασφάλεια του τι τρώμε περνά και από την κουζίνα μας αλλά εξαρτάται και από τη συμπεριφορά μας όταν ψωνίζουμε.

«Στη σύγχρονη κοινωνία, πολλές φορές θεωρούμε δεδομένο ότι τα τρόφιμα που φτάνουν στο τραπέζι μας είναι ασφαλή», ανέφερε στον «Φ» ο κλινικός διαιτολόγος Πάνος Πλατρίτης.

Ωστόσο, τόνισε, «οι τροφιμογενείς ασθένειες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Βακτήρια, ιοί, παράσιτα αλλά και χημικοί παράγοντες μπορούν να μολύνουν τα τρόφιμα και να προκαλέσουν από ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές μέχρι σοβαρές επιπλοκές, ιδιαίτερα σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού».

Η ασφάλεια των τροφίμων «είναι μια συνεχής αλυσίδα που ξεκινά από την παραγωγή των πρώτων υλών, συνεχίζεται στη μεταφορά, την αποθήκευση, την επεξεργασία και τη διάθεση των τροφίμων και ολοκληρώνεται στον τρόπο με τον οποίο εμείς ως καταναλωτές τα διαχειριζόμαστε».

Για τον λόγο αυτό, «η ασφάλεια των τροφίμων είναι ευθύνη όλων: παραγωγών, βιομηχανίας τροφίμων, επαγγελματιών εστίασης και καταναλωτών».

Ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, εξήγησε ο κ. Πλατρίτης, «οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν τον πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροοργανισμών. Τρόφιμα όπως το κρέας, τα πουλερικά, τα ψάρια, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα έτοιμα γεύματα απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στη συντήρηση και στον σωστό χειρισμό τους».

Μερικοί απλοί κανόνες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο τροφικής δηλητηρίασης:

– Η συχνή και σωστή υγιεινή των χεριών.

– Ο σχολαστικός καθαρισμός των επιφανειών της κουζίνας.

– Η αποφυγή επαφής μεταξύ ωμών και έτοιμων προς κατανάλωση τροφίμων.

– Η σωστή θερμοκρασία ψύξης και το επαρκές μαγείρεμα αποτελούν βασικές πρακτικές προστασίας.

«Τα συνηθέστερα συμπτώματα μιας τροφιμογενούς λοίμωξης είναι η ναυτία, ο εμετός, η διάρροια, ο κοιλιακός πόνος και ο πυρετός. Αν και οι περισσότερες περιπτώσεις είναι ήπιες και υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες, στα μικρά παιδιά, στους ηλικιωμένους, στις εγκύους και στα άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να έχουν σοβαρότερες συνέπειες».

Η ασφάλεια των τροφίμων, τόνισε, «δεν αφορά μόνο την αποφυγή μιας δηλητηρίασης. Αφορά την εμπιστοσύνη μας στο διατροφικό σύστημα, τη σωστή ενημέρωση των πολιτών και την υιοθέτηση καθημερινών συνηθειών που προστατεύουν τη δημόσια υγεία».

«Να θυμόμαστε ότι η πρόληψη είναι το ισχυρότερο μέσο προστασίας. Οι σωστές επιλογές στην αγορά, αποθήκευση, προετοιμασία και κατανάλωση των τροφίμων μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Η ασφάλεια των τροφίμων δεν είναι μόνο υπόθεση των ειδικών. Ξεκινά από όλους μας και καταλήγει καθημερινά στο πιο σημαντικό σημείο: το πιάτο μας».