Την ανάγκη αναθεώρησης σειράς περιορισμών που εφαρμόζονται σήμερα στο Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓεΣΥ), με στόχο τη μείωση των στρεβλώσεων που έχουν δημιουργηθεί στην καθημερινή λειτουργία του, ανέδειξε ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής διάσκεψης.
Όπως ανέφερε, το ΓεΣΥ συμπλήρωσε πρόσφατα επτά χρόνια λειτουργίας, αποτελώντας μια από τις σημαντικότερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στην Κύπρο. Η ΟΣΑΚ, σημείωσε, στήριξε διαχρονικά την εφαρμογή του συστήματος και θα συνεχίσει να βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή άμυνας ή επίθεσης» κάθε φορά που θα χρειαστεί να προστατευθεί η φιλοσοφία, η δομή και ο χαρακτήρας του.
«Κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του ΓεΣΥ παρατηρήθηκαν φαινόμενα καταχρήσεων, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες πολίτες που μέχρι τότε αδυνατούσαν να καλύψουν οικονομικά τις ανάγκες υγείας τους αξιοποίησαν για πρώτη φορά την ελεύθερη πρόσβαση σε υπηρεσίες και εξετάσεις. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας προχώρησε στην επιβολή περιορισμών στη συνταγογράφηση φαρμάκων και στις παραπομπές για εξετάσεις»,, μέτρα τα οποία, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΟΣΑΚ, «ενδεχομένως να ήταν δικαιολογημένα εκείνη την περίοδο».
Ωστόσο, όπως υποστήριξε, «με την πάροδο των χρόνων οι περιορισμοί αυτοί πολλαπλασιάστηκαν και πλέον δημιουργούν σημαντικές δυσλειτουργίες, επιβαρύνοντας τις λίστες αναμονής, προκαλώντας περιττές παραπομπές σε ειδικούς γιατρούς και ταλαιπωρώντας τόσο τους ασθενείς όσο και τους επαγγελματίες υγείας».
Ο κ. Παπαδόπουλος έδωσε και συγκεκριμένα παραδείγματα περιορισμών που προκαλούν σοβαρές στρεβλώσεις και αχρείαστη, όπως υποστήριξε, κινητικότητα στο Σύστημα:
- Η απαγόρευση στους προσωπικούς γιατρού να συνταγογραφούν συγκεκριμένα φάρμακα για τη Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), αναγκάζει τους ασθενείς να παραπέμπονται σε πνευμονολόγους αποκλειστικά για σκοπούς συνταγογράφησης.
- Αντίστοιχα, περιορισμοί στη συνταγογράφηση τρυπτανών για την ημικρανία οδηγούν, όπως είπε, σε αχρείαστη επιβάρυνση των νευρολογικών υπηρεσιών, παρότι πρόκειται για φάρμακα που μπορούν να χορηγούνται με ασφάλεια στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, σύμφωνα με διεθνείς πρακτικές.
- Στη διαχείριση της οστεοπόρωσης, οι προσωπικοί γιατροί δεν έχουν πρόσβαση σε όλες τις θεραπευτικές επιλογές ούτε τη δυνατότητα παραπομπής για ορισμένες βασικές διαγνωστικές εξετάσεις, όπως ο έλεγχος βιταμίνης D.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαχείριση χρόνιων νοσημάτων, όπως ο υποθυρεοειδισμός και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2.
«Οι περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να παρακολουθούνται αποτελεσματικά από τους προσωπικούς γιατρούς, με παραπομπή σε ενδοκρινολόγους μόνο όταν πρόκειται για σύνθετα περιστατικά».
Τόνισε μάλιστα ότι η Κύπρος «αντιμετωπίζει ήδη πρόβλημα έλλειψης ενδοκρινολόγων και οι υφιστάμενοι περιορισμοί επιδεινώνουν περαιτέρω την κατάσταση».
Η ΟΣΑΚ εισηγείται «την επέκταση των δικαιωμάτων παραπομπής για διαγνωστικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένων αξονικών και μαγνητικών τομογραφιών όταν υπάρχουν σαφείς κλινικές ενδείξεις, καθώς και την αντικατάσταση των οριζόντιων περιορισμών με τεκμηριωμένα κλινικά πρωτόκολλα. Παράλληλα, προτείνει να δοθεί η δυνατότητα στους Προσωπικούς Ιατρούς να παρακολουθούν σταθερούς χρόνιους ασθενείς, να ανανεώνουν θεραπείες και να παραγγέλλουν τις απαραίτητες εξετάσεις χωρίς υποχρεωτική επανεξέταση από ειδικό γιατρό, εκτός εάν πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια».