Άκρως ανησυχητικά είναι τα στοιχεία που εντοπίζει η Αστυνομία για την εμπλοκή ανήλικων σε υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας και εκδικητικής πορνογραφίας. Ολοένα και περισσότερα άτομα ηλικίας 14-17 ετών εντοπίζονται από το Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος να κατέχουν αρχεία παιδικής πορνογραφίας. Μια εξήγηση είναι ο κορεσμός από το πορνό, ωστόσο χρειάζεται μια πιο επιστημονική ανάλυση.
Κάθε χρόνο οι υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας αυξάνονται παρά τις συλλήψεις εμπλεκομένων και τις αυστηρές ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια. Παράλληλα, οι απάτες στο διαδίκτυο οργιάζουν με τους πολίτες να πέφτουν θύματα της εύκολης πειθούς και να χάνουν χιλιάδες ευρώ πιστεύοντας στο εύκολο κέρδος.
Σύμφωνα με τον υπεύθυνο του Γραφείου Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, Ανδρέα Αναστασιάδη, για το 2022 (μέχρι σήμερα) οι υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας έφτασαν τις 209, ενώ το 2021 όλες οι υποθέσεις ήταν 214 (197 ώς το τέλος Οκτωβρίου). Το 2020 όλες οι υποθέσεις ανήλθαν στις 190. Το ανησυχητικό για φέτος είναι πως σε 53 υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας εμπλέκονται Κύπριοι ανήλικοι, δηλαδή παραπονούμενες είναι νεαρά κορίτσια.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Revenge porn: Καρδιά του προβλήματος η πορνογραφία
«Φέτος η Υπηρεσία μας», αναφέρει, «είχε επαφές συνολικά με 101 ανήλικα πρόσωπα που χρειάζονταν βοήθεια για υποθέσεις που τους αφορούν, είτε για παιδική πορνογραφία, είτε για μπούλιγνκ, είτε ως παραπονούμενοι είτε απλώς ως επηρεαζόμενοι. Κι αυτά σε σύγκριση με 92 ανήλικους που είδαμε καθ’ όλη τη διάρκεια του 2021. Να σημειώσω ότι για το μπούλινγκ, δεν υπάρχει ειδική νομοθεσία, εκκρεμεί όμως πρόταση νόμου στη Βουλή προς συζήτηση και ψήφιση. Κι όταν λέμε μπούλινγκ εννοούμε τον διαδικτυακό ή σχολιαστικό εκφοβισμό σε ανάρτηση στο διαδίκτυο που παραπέμπει σε εκφοβισμό ή κοροϊδία και δεν είναι μόνο μια ανάρτηση αλλά υπάρχει και συνέχεια. Επειδή δεν υπάρχει νομοθεσία, η Υπηρεσία μας εντοπίζει τα άτομα που κάνουν τέτοιες αναρτήσεις και τους γίνεται παρατήρηση ενώ καλούνται να τις αφαιρέσουν. Γίνονται δηλαδή διορθωτικές κινήσεις ώστε να βοηθηθεί και ο παραπονούμενος και τα παιδιά που υποπίπτουν σε τέτοιου είδους πράξεις».
«Εκτός από το διαδικτυακό μπούλινγκ», αναφέρει ο κ. Αναστασιάδης, «εντοπίζουμε και πάρα πολλές υποθέσεις κατοχής και διάδοσης πορνογραφικού υλικού, με εμπλεκόμενους αρκετούς ανήλικους υπόπτους, οι οποίοι κατεβάζουν τέτοιο υλικό από το διαδίκτυο και το διανέμουν σε άλλα πρόσωπα. Αυτή τη στιγμή διερευνώνται 26 περιπτώσεις στις οποίες οι εμπλεκόμενοι είναι ανήλικοι. Το ανησυχητικό είναι πως προηγουμένως δεν εντοπίζονταν σε τέτοια έκταση τόσοι ανήλικοι. Τώρα, χρόνο με τον χρόνο βρίσκουμε όλο και περισσότερους ανήλικους να καταπιάνονται με αυτό το σοβαρό αδίκημα. Παλαιότερα βρίσκαμε μόνο ενήλικες, τώρα σιγά-σιγά η ηλικία των υπόπτων μας κατεβαίνει επικίνδυνα και βρίσκουμε ότι πάρα πολλοί ανήλικοι ηλικίας 14-17 ετών επιδίδονται σε αυτές τις πράξεις. Σπανίως, βρίσκουμε ανήλικους και σε πιο μικρή ηλικία ακόμα, γεγονός πολύ ανησυχητικό, οι οποίοι δεν έχουν ποινική ευθύνη. Όλοι οι ανήλικοι που εμπλέκονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις, τυγχάνουν ειδικής διαχείρισης στη βάση της νέας νομοθεσίας περί αποδικαστικοποίησης για τους ανήλικους και αναλαμβάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες υπό τον Γενικό Εισαγγελέα για τον χειρισμό των περιπτώσεων αυτών».
Όσον αφορά στην εκδικητική πορνογραφία, το γνωστό revenge porn, ο κ. Αναστασιάδης αναφέρει ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία όταν πρόκειται για ανήλικους εμπλεκόμενους, δεν προβλέπεται τέτοιο αδίκημα. Όπως εξήγησε, όταν πρόκειται για διάδοση υλικού που στέλλει μια ανήλικη στο αγόρι της, όταν το θύμα πρόκειται για άτομο κάτω των 18 ετών, τότε βάσει της νομοθεσίας αντί για εκδικητική νομοθεσία, ο δράστης κατηγορείται για διάδοση παιδικής πορνογραφίας. Για ενήλικες υπάρχει το αδίκημα του revenge porn το οποίο εξετάζεται από τα επαρχιακά ΤΑΕ.
Φέτος, όπως τονίζει ο κ. Αναστασιάδης, παρατηρείται ελαφρά αύξηση των υποθέσεων παιδικής πορνογραφίας (ήδη είναι αυξημένες οι υποθέσεις αυτές) και δεν έκρυψε την ανησυχία του γι’ αυτό και λαμβάνονται μέτρα για τον εύκολο εντοπισμό των υπόπτων, αφού διαπιστώνεται ότι χρησιμοποιούν την ανωνυμία και προσπαθούν να καλύψουν τα ίχνη τους. Η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είναι κατάλληλα εξοπλισμένη και έχει το κατάλληλο προσωπικό, έχει επαφές με την Europol, το FBI και άλλους διεθνείς οργανισμούς και προσπαθεί να καταπολεμήσει το έγκλημα αυτό, σημειώνει.
Για την αύξηση που παρατηρείται στην εμπλοκή των ανήλικων σε υποθέσεις παιδικής πορνογραφίας, ο επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος αναφέρει ότι στη βάση των στοιχείων που υπάρχουν, σ’ αυτό συντείνουν η εύκολη πρόσβαση στο διαδίκτυο από τους ανήλικους, ότι κάπου υπάρχει κορεσμός στη θέαση πορνογραφικού υλικού και δυστυχώς εντοπίζονται ότι κάποιοι αναζητούν κάτι άλλο που αφορά παιδιά. Όπως έχει διαπιστωθεί από την Αστυνομία κατά τη διερεύνηση υποθέσεων, στα αρχεία κάποιων ανήλικων εντοπίζεται υπερβολικός αριθμός αρχείων πορνογραφικού υλικού. Βρήκαμε, αναφέρει, 5-6 χιλιάδες αρχεία τέτοιου υλικού σε υπολογιστή ανήλικου, οπόταν φαίνεται ότι κάποιοι βαριούνται και αναζητούν άλλου είδους υλικό, γι’ αυτό και καταφεύγουν στην παιδική πορνογραφία. Όπως διευκρινίζει ο κ. Αναστασιάδης, αυτό είναι το συμπέρασμα, δεν είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο.
Ρωτήσαμε τον κ. Αναστασιάδη, αν από τις υποθέσεις που διερευνούν υπήρχαν περιπτώσεις όπου λόγω του διαδικτυακού μπούλινγκ και του εκβιασμού, ανήλικοι έφτασαν στο στάδιο να κάνουν κακό στον εαυτό τους. Η απάντηση είναι αρνητική, όμως πρόσθεσε ότι υπάρχουν ανήλικοι που υπέστησαν τις κοινωνικές επιπτώσεις από το μπούλινγκ, δηλαδή απέφευγαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις κοινωνικές συναναστροφές, έβρισκαν διάφορες προφάσεις για να μην πάνε σχολείο, υπήρχε δηλαδή κοινωνικός αποκλεισμός. Είναι γι’ αυτό που καλούμε τους γονείς να επικοινωνούν με την Αστυνομία για βοήθεια και εμείς ανταποκρινόμαστε άμεσα, γιατί αυτές θεωρούνται υποθέσεις υψηλού κινδύνου και με βάση την εμπιστευτικότητα προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε την κοινωνική θέση του παιδιού για να επιστρέψει στην κοινωνία χωρίς επιπτώσεις.
4 απάτες σε εξέλιξη για να ξεγελάσουν Κυπρίους
Εκτός από τις υποθέσεις παιδικής πορνογραφία, το Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ασχολείται και με τις διάφορες απάτες. Αυτό το διάστημα, χιλιάδες πολίτες πλήττονται από μαζικά μηνύματα είτε στο κινητό είτε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όπου με δέλεαρ κάποιο κέρδος ή για να ξεγελαστούν, καλούνται να προβούν σε κάποιες ενέργειες.
Ο υπεύθυνος του Γραφείου καλεί το κοινό να είναι υποψιασμένο, να μην ανταποκρίνεται και να ελέγχει πριν προβεί σε κάποια ενέργεια. Αυτό το διάστημα, όπως αναφέρει, υπάρχει σε εξέλιξη τεσσάρων ειδών απάτες.
Είναι το φαινόμενο της μαζικής αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails) όπου επιτήδειοι παρουσιάζονται ως η Αστυνομία Κύπρου ή η Ελληνική Αστυνομία με τα λογότυπά τους και αφού τα υπογράφει κάποιος αξιωματικός, πληροφορούν τον παραλήπτη του μηνύματος ότι έχει εντοπιστεί να ασχολείται με την παιδική πορνογραφία. Με το μήνυμα τον καλούν να ανταποκριθεί και να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό ώστε να μην προχωρήσουν οι διαδικασίες εναντίον του.
Αυτό το φαινόμενο συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπογραμμίζει, παρά τις ανακοινώσεις της Αστυνομίας και έχει διαπιστωθεί ότι τα μηνύματα δεν στέλλονται στοχευμένα αλλά μαζικά, γι’ αυτό και το φαινόμενο αυτό λέγεται fishing, δηλαδή «ψαρεύουν» πελάτες με σκοπό το κέρδος. Η Αστυνομία καλεί τους παραλήπτες τέτοιων μηνυμάτων να τα διαγράφουν αμέσως ή να τα ρίχνουν στα ανεπιθύμητα (junk) για να μην υπάρχει περαιτέρω ενόχληση και να μην ανταποκρίνονται. Ευτυχώς υπήρχαν μεμονωμένα κρούσματα προσώπων που ανταποκρίθηκαν, ενώ οι πλείστοι προχώρησαν και με καταγγελία στην Αστυνομία. Αυτό που διαπιστώνει η Αστυνομία είναι πως το κοινό έγινε πλέον πιο υποψιασμένο, τονίζει ο κ. Αναστασιάδης.
Σε βάρος εταιρειών
Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται είναι η απάτη εταιρειών, κατά την οποία χάνονται αρκετά χρήματα. Παράνομα κυκλώματα εισχωρούν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εταιρειών και παρακολουθούν τις δοσοληψίες που έχει μια εταιρεία με μια άλλη. Αν δουν ότι υπάρχει οφειλή τότε παρεμβαίνουν και αλλάζουν τον λογαριασμό στον οποίο θα γίνει η καταβολή τους χρέους και αποστέλλουν σχετικό e-mail στον οφειλέτη και τον ενημερώνουν ότι έχει αλλάξει ο λογαριασμός και τον παρακαλούν όπως κάνει το έμβασμα στον νέο λογαριασμό. «Δυστυχώς είχαμε περιπτώσεις όπου πρόσωπα εδώ στην Κύπρο ξεγελάστηκαν και κατέβαλαν σημαντικά ποσά, ακόμα και αρκετές χιλιάδες ευρώ για εξόφληση της οφειλής και εκ των υστέρων διαπιστώνεται ότι επρόκειτο για απάτη», αναφέρει ο αξιωματικός της Αστυνομίας.
Οι δράστες της απάτης αυτής, σημειώνει ο κ. Αναστασιάδης, βρίσκονται σε χώρες της Ασίας και είναι πολύ δύσκολος ο εντοπισμός τους. Οι χώρες της Ασίας δεν ανταποκρίνονται σχεδόν καθόλου στα αιτήματα της Κυπριακής Αστυνομίας αλλά ούτε και της Europol. Μάλιστα και οι χώρες της Ευρώπης έχουν πρόβλημα επικοινωνίας με χώρες της Ασίας για την εξάρθρωση σπειρών που ξεγελούν εταιρείες. Είναι σημαντικό, τονίζει, το παράπονο να υποβάλλεται άμεσα ώστε να προλαμβάνεται, να ανακόπτεται η συναλλαγή, για τη διεκπεραίωση της οποίας απαιτούνται 2-3 ημέρες και έτσι αν γίνει πριν την παρέλευση του χρονικού αυτού πλαισίου, μπορεί να παγοποιηθεί και το ποσό να επιστραφεί στους δικαιούχους. Θα πρέπει οι πολίτες να είναι υποψιασμένοι ώστε όταν υπάρχει αλλαγή λογαριασμού για καταβολή ποσού, να υπάρχει επιβεβαίωση της αλλαγής αυτής ώστε να είναι σίγουροι πως τα χρήματα θα πάνε στον σωστό προορισμό. Χρειάζεται δηλαδή περισσότερος έλεγχος και υποψία.
Ενεργοποίηση κακόβουλων λογισμικών
Το τρίτο είδος απάτης αφορά επίσης εταιρείες και με ένα κακόβουλο λογισμικό, το ransomware, επιτήδειοι καταφέρνουν να εισέλθουν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή μας είτε μέσω e-mail είτε μέσω κάποιας αδυναμίας του συστήματος και να κλειδώσουν όλα τα αρχεία μας. Ακολούθως ζητούν την καταβολή λύτρων για να τα ξεκλειδώσουν. Συμβουλή μας είναι όπως όλοι, είτε άτομα είτε εταιρείες να έχουν αποθηκεύσει όλα τα δεδομένα σε σέρβερ ξεχωριστό, ώστε αν συμβεί οτιδήποτε να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις εργασίες τους.
Η Αστυνομία, τονίζει ο υπεύθυνος του Γραφείου Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, δεν συμβουλεύει τους πολίτες να έρχονται σε επικοινωνία με τους δράστες και να καταβάλλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις όπου ενώ καταβλήθηκαν λύτρα, τελικά ξεκλειδώθηκε μόνο ένα μέρος των αρχείων και μετά επανήλθαν οι δράστες και ζητούσαν περισσότερα χρήματα. Και μπαίνουν σε μια διαδικασία που δεν γνωρίζουν πότε θα τελειώσει και πόσα χρήματα θα πρέπει να καταβάλουν. Εμείς ως Γραφείο, είμαστε σε θέση να βοηθήσουμε σημαντικά, υπάρχουν και κλειδιά ξεκλειδώματος σε ειδική σελίδα της Europol (www.nomoreransom.org) στην οποία υπάρχουν αρκετά κλειδιά ξεκλειδώματος τέτοιων κακόβουλων λογισμικών. Να έχουμε υπόψη μας ότι τα λύτρα καταβάλλονται σε κρυπτονομίσματα όπου δεν υπάρχουν στοιχεία των ατόμων που παίρνουν τέτοιου είδους λύτρα.
Μακριά από κρυπτονομίσματα
Μια τέταρτη απάτη αφορά στα κρυπτονομίσματα. Δυστυχώς, αναφέρει ο κ. Αναστασιάδης, κάποιοι χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις προσπαθούν επενδύοντας στα κρυπτονομίσματα να αποκτήσουν εύκολο κέρδος χωρίς να γνωρίζουν ότι είναι με την αύξηση ή τη μείωση της ζήτησης που υπολογίζεται η αξία. Υπάρχουν επιτήδειοι που με δέλεαρ ότι μπορεί να αποκτήσουν περισσότερα κέρδη πολύ γρήγορα και με μεγάλη απόδοση, τους παρουσιάζουν μάλιστα και κάποιο πίνακα για το πώς μπορούν να διπλασιαστούν τα κέρδη τους, ενώ είναι πλαστές αυτές οι παραστάσεις και τους καλούν να επενδύσουν περισσότερα χρήματα. Όταν αρχίσουν να επενδύουν 20-25 χιλιάδες οι παράνομοι τα παίρνουν και εξαφανίζονται και ο επενδυτής παθαίνει μεγάλη οικονομική ζημιά.
Ο κ. Αναστασιάδης κάλεσε τους επενδυτές να είναι πολύ προσεκτικοί και να μην πιστεύουν στις παραστάσεις που τους δείχνουν και στην περίπτωση που πέσουν θύματα, να επικοινωνούν άμεσα με την Αστυνομία, γιατί υπάρχουν κάποιοι μηχανισμοί για να εντοπιστούν τα κρυπτονομίσματα αυτά και να μην διασπαρθούν σε άλλα ηλεκτρονικά πορτοφόλια και να επιστραφούν στους επενδυτές. Όμως χρειάζεται και σε αυτή την περίπτωση πολύ έγκαιρα να γίνει καταγγελία για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε όπως κάναμε και στο παρελθόν όπου καταφέραμε μέχρι και 100 χιλιάδες ευρώ να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους.
Tροποποίηση τώρα του Ποινικού Κώδικα
Η νομικός Κατερίνα Σοφοκλέους αναφέρει ότι για το αδίκημα της εκδικητικής πορνογραφίας, χρειάζεται αλλαγή ο Ποινικός Κώδικας.
Μελετώντας τον κυπριακό Ποινικό Κώδικα σε σχέση με το Sexting και Sextortion, αναφέρει, προκύπτει ανάγκη εκσυγχρονισμού του. Γενικότερα, είναι γνωστό, κυρίως στο νομικό κόσμο της Κύπρου, ότι ο κυπριακός ποινικός κώδικας βασίζεται σε πεπαλαιωμένα πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία και χρειάζονται άμεσα εκσυγχρονισμό (βλ. άρθρο 189 ΠΚ). Στο παρόν άρθρο θίγεται η ανάγκη θέσπισης ενός σύγχρονου ποινικού αδικήματος, το οποίο έχει, πρόσφατα, παρατηρηθεί και ποινικοποιηθεί σε διάφορες χώρες του κόσμου συμπεριλαμβανομένων του Ηνωμένου Βασιλείου (Αγγλία και Ουαλία, Σκωτία) και ΗΠΑ.
Το φαινόμενο του ‘Revenge pornography’ ή όπως καλείται στα ελληνικά «εκδικητικής πορνογραφίας» είναι ένα αδίκημα το οποίο ξεκίνησε να ποινικοποιείται λόγω της αναδυόμενης και αυξανόμενης χρήσης του διαδικτύου ως μέσο διάπραξης αδικημάτων και συγκεκριμένα, σεξουαλικής φύσης αδικημάτων. Η συνδιαλλαγή μηνυμάτων με σεξουαλικό-ερωτικό περιεχόμενο δεν είναι κάτι το μεμπτό και κατά την άποψη μου, ούτε πρέπει να είναι. Ακόμη και η αποστολή σε ένα άλλο πρόσωπο σεξουαλικού περιεχομένου φωτογραφίες που απεικονίζει τον αποστολέα δεν πιστεύω ότι θα πρέπει να ενδιαφέρει την κοινωνία και ειδικά το ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, η μη συναινετική χρήση και/ή δημοσίευση του υλικού αυτού σε τρίτους θα πρέπει να ενδιαφέρει το κράτος. Το κράτος οφείλει να χρησιμοποιήσει τα «όπλα» που διαθέτει (ποινικό/αστικό δίκαιο) για να προστατεύσει την σεξουαλική αυτονομία και ιδιωτικότητα των πολιτών του.
Στην Αγγλία και Ουαλία, το αδίκημα αυτό διαπράττεται όταν πρόσωπο αποκαλύπτει ή καθιστά με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσιμο σε τρίτο (άλλο από το θύμα) ιδιωτική φωτογραφία ή ταινία με σεξουαλικό περιεχόμενο, χωρίς την συναίνεση του προσώπου που απεικονίζεται σε αυτό, με σκοπό να προκαλέσει στο πρόσωπο αυτό ανησυχία/ δυσφορία (distress).
Στην Σκωτία, μία από τις σημαντικές διαφοροποιήσεις είναι ότι περιλαμβάνει και απειλή δημοσίευσης. Αυτή η αλλαγή είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς δίνει το δικαίωμα στο κράτος να επέμβει πριν την δημοσίευση του υλικού πράγμα το οποίο αυξάνει σημαντικά την πρόληψη βλάβης στο θύμα.
Σε διάφορες πηγές αναφέρεται ότι, συχνότερα τέτοιου είδους πράξεις διαπράττονται από πρόσωπο το οποίο είναι πρώην σύντροφος του θύματος και το οποίο αποκτά το υλικό αυτό συναινετικά από το θύμα λόγω της σχέσης τους. Ωστόσο, μετά την διάρρηξη της σχέσης ο δράστης σκοπεύει να εκθέσει δημόσια και να ταπεινώσει το θύμα, σε αντίποινα για τον τερματισμό της σχέσης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν περιορίζεται σε συντρόφους ή πρόσωπα γνωστά στο θύμα ή να γίνεται από εκδίκηση. Γι’ αυτό και μπορεί να θεωρηθεί ως «μη συναινετική πορνογραφία».
Στην Κύπρο, η εισαγωγή νομοθεσίας έγινε με τον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο, ο οποίος ποινικοποιεί στο άρθρο 9 την διάδοση πορνογραφικού υλικού και σχετικά αδικήματα σε σχέση με γυναίκες. Το πρόβλημα που παρατηρείται στη νομοθεσία και η κοινωνική προέκταση του είναι ότι παρατηρούνται βήματα προόδου αλλά παράλληλα, ενός απαρχαιωμένου συστήματος. Συνεχίζει ο νομοθέτης να θέτει ως στόχο προστασίας τη γυναίκα, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό σε σχέση με την περίπτωση που το θύμα είναι άντρας, πράγμα που δεν καλύπτεται από την εν λόγω νομοθεσία.
Συνοψίζοντας, ο σκοπός του άρθρου δεν ήταν να αναλύσει εκτενώς τον τρόπο θέσπισης του αδικήματος σε διάφορες χώρες. Αντίθετα, σκοπός ήταν να θίξει ακόμη ένα κενό (πέραν από το sexting και sextortion) το οποίο, κατά την άποψη μου, θα πρέπει να απασχολήσει τον κύπριο νομοθέτη προτού να είναι αργά. Η σημασία της ποινικοποίησης τέτοιων συμπεριφορών είναι διπλή: Από την μία πλευρά, η συμπεριφορά αυτή φαίνεται να επηρεάζει τις ζωές. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, είναι γνωστές οι φήμες που υπήρχαν για το βίντεο που κυκλοφόρησε με την Ειρηνη Καζαριάν αλλά και ισχυρισμοί που τέθηκαν για την Ελένη Τοπαλούδη, ότι μακροχρόνια ήταν θέμα σεξουαλικού εκβιασμού μέσω τέτοιων εικόνων. Από την άλλη πλευρά, η προστασία της ιδιωτικότητας, ελευθερίας έκφρασης και σεξουαλικής αυτονομίας των πολιτών αποτελεί υποχρέωση και συνταγματική επιταγή ενός κράτους δικαίου.