Ποια είναι άραγε στην Ελλάδα η σχέση του κοινού με το βιβλίο – κατ’ επέκταση και με το διάβασμα; Ακόμα κι αν κάποιος αγοράζει ή του δωρίζουν μερικά βιβλία, τα διαβάζει; Είναι αναγνώστης; Και σε ποια, τάχα, κατηγορία εμπίπτει;

Με βάση τα ερωτήματα αυτά, πρόσφατη έρευνα (η μεγαλύτερη μάλιστα του είδους της που έγινε τα τελευταία χρόνια), αποκαλύπτει κάτι ενδιαφέρον, και συνάμα τρομακτικό: Η Ελλάδα είναι σχεδόν απόλυτα τριχοτομημένη, και τα τρία «κομμάτια» είναι σχεδόν ίσα! Είναι: εκείνοι που διαβάζουν, εκείνοι που διαβάζουν λίγο και εκείνοι που δεν διαβάζουν καθόλου. Οι τελευταίοι αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα, έστω και μικρή διαφορά από τους άλλους. Οι διαβαστεροί είναι οι λιγότεροι. Και οι του λίγου, περιορίζονται με το ζόρι σε 4-5 βιβλία τον χρόνο. 

Τι σημαίνει αυτό; Πέρα από την προφανή ποιοτική διάσταση που διαμορφώνει και καθορίζει έναν άνθρωπο που διαβάζει, υπάρχει και η ποσοτική που, πολύ ψυχρά θα το πω (όπως μου το ‘παν και πιο ειδικοί), εάν η Ελλάδα είχε ποσοστό αναγνωστών έστω κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο, που είναι πάνω από το 57%, θα αύξανε το ΑΕΠ της! Δηλαδή, το Ακαθόριστο Εθνικό της Προϊόν. Δηλαδή, θα είχε πιο εύρωστη οικονομία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ανοίγει τις πύλες της η 1η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου στη Λεμεσό

Είμαι σίγουρος ότι οι διαπιστώσεις αυτές, που θα τις δούμε και θα τις συζητήσουμε παρακάτω, αφορούν και με το παραπάνω, και την Κύπρο!

Την Τρίτη 8/11 παρουσιάστηκαν στην Αθήνα τα αποτελέσματα μεγάλης και σημαντικής έρευνας για το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα. Μίλησαν για αυτήν ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, καθηγητής κοινωνιολογίας, στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, που την επιμελήθηκε, και η Λένα Διβάνη, συγγραφέας, τέως καθηγήτρια ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής στη Σχολή Αθηνών. 

Συμμετείχαν ακόμα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, συγγραφέας, πρόεδρος Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και η σκηνοθέτρια Όλγα Μαλέα. Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη. 

Παίρνοντας τη σκυτάλη από εκεί, «έστησα» για λογαριασμό του «Φ» ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι με τον καθηγητή Παναγιωτόπουλο, τη συγγραφέα Λένα Διβάνη και τον δημοσιογράφο και εκδότη του φιλολογικού περιοδικού The Books’ Journal Ηλία Κανέλλη, και εμβαθύναμε περισσότερο στο ζήτημα. Η κουβέντα μας ξεκίνησε από αυτόν. Με μια διαφωνία: 

«Λέει σε κάποιο σημείο η έρευνα ότι εμείς, δηλαδή όσοι ασχολούμαστε πιο συστηματικά με την ανάγνωση, θα πρέπει να ρίχνουμε γέφυρες και να μην αποκλείουμε ως ειδικοί τον πολύ κόσμο, τον λαό. Ότι θα πρέπει να ενδυναμώσουμε τη λαϊκή σχέση με το βιβλίο. Προσπαθώ να καταλάβω τι σημαίνει αυτό. Ότι δηλαδή η εξειδίκευση με το βιβλίο αποξενώνει ανθρώπους οι οποίοι θα μπορούσαν να το προσεγγίσουν αλλά φοβούνται να μπουν σε έναν κόσμο που νομίζουν ότι είναι ο κόσμος μόνο των ειδικών;»

Η απάντηση του Νίκου Παναγιωτόπουλου, αιχμηρή, αλλά ανοίγει διάπλατα και ωραιότατα τη συζήτηση: «Μία από τις προτάσεις που προωθώ και υποστηρίζω είναι ότι ο κόσμος του βιβλίου, συγκεκριμένα οι άνθρωποι που αποτελούν τον χώρο του κόσμου αυτού, έχουν καθιερώσει μία ιεράρχηση ενός αξιακού συστήματος όσον αφορά τον τρόπο της χρήσης του. Τέτοια μάλιστα, που παραμερίζει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το βιβλίο. Υπάρχουν δηλαδή με έναν ασυνείδητο τρόπο, άνθρωποι που είναι μέσα στον χώρο του βιβλίου, εκδότες, βιβλιοπώλες, και άλλοι, οι οποίοι  ενεργοποιούν -θα το πω λίγο αιχμηρά- έναν ρατσιστικό εστετισμό. Ο οποίος είναι απέναντι σε ένα αξιακό σύστημα, που αποδομεί τη ζωή ανθρώπων που δεν είναι εξοικειωμένοι με το βιβλίο. Για παράδειγμα, από τη στιγμή που μπαίνει κάποιος μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο, ο τρόπος που αυτός ο χώρος είναι στημένος, προϋποθέτει μια γνώση την οποία δεν την έχουν όλοι». 

Η Λένα Διβάνη συμφωνεί με τον Παναγιωτόπουλο ότι δεν είναι μόνο ο τρόπος που είναι στημένο ένα βιβλιοπωλείο. Είναι, προθέτει, και η απαξίωση που αντιμετωπίζουν άνθρωποι απλοί οι οποίοι εισέρχονται στο κατάστημα και ζητούν ας πούμε βιβλίο αυτοβελτίωσης (πχ. ψυχολογίας, διατροφής, συμπεριφοράς, κ.λπ.), και «τρώνε» ένα φτύσιμο γερό! 

«Υπάρχει ένας αυθαίρετος, άρρητος ορισμός που διακρίνει τον καλό από τον κακό αναγνώστη, το καλό από το κακό βιβλίο», παρεμβαίνει ο Παναγιωτόπουλος. Επομένως, συνεχίζει, μια πολιτική που θέλει να φέρει όλο τον κόσμο στο βιβλίο θα πρέπει να έρθει σε ρήξη με αυτήν την άποψη.

Κανέλλης: «Έχουν χαθεί πολλές ευκαιρίες για να μάθει και να προστρέξει ο κόσμος στην ανάγνωση. Να έρθει κοντύτερα στο βιβλίο. Η μεγαλύτερη ευκαιρία για να γίνει αυτό, εκτός από την οικογένεια, είναι στο σχολείο. Το οποίο τώρα προκαλεί απώθηση απέναντι στο βιβλίο. Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το σχολείο αλλά και το Πανεπιστήμιο, δεν συμφιλιώνουν τον μαθητή ή τον φοιτητή με το βιβλίο, αντίθετα τον απωθούν».

Παναγιωτόπουλος: Η απάντηση είναι πολύ απλή: Γιατί το σχολείο δεν επιτελεί αυτή τη λειτουργία. Γιατί η βασική του λειτουργία είναι να αναπαραγάγει ανισότητες αντί να τις αμβλύνει. Μισό αιώνα το ξέρουμε αυτό. Ο τρόπος λειτουργίας του μοντέρνου σχολείου είναι να αφήνει στο εσωτερικό του το laissez-faire («αφήστε το/τα ελεύθερα) της οικογένειας. Αν ο σκοπός του ήταν να αντικαταστήσει τον ρόλο της οικογένειας, θα το είχε κάνει. Αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει συσταθεί επάνω σε αυτήν ακριβώς τη λειτουργία του «αφήστε το» που διατηρεί χρόνια.

Κανέλλης: Διαφωνώ, όχι με το γεγονός ότι το σχολείο λειτουργεί και αναπαράγει κοινωνικές ανισότητες, αλλά με την ένταση που δίνεται σε αυτήν την εξήγηση. Δεν είναι μόνο αυτή. 

Παναγιωτόπουλος: Οι ονομαστικές αναφορές που υπήρξαν, όπως π.χ. «ο γιος του αγρότη να γίνει απόφοιτος του πανεπιστημίου», δεν ακύρωσαν καθόλου τις δομικές διαφορές μεταξύ των τάξεων και των ομάδων. Δηλαδή, αυτός που τότε ήταν γιος αγρότη και έγινε απόφοιτος πανεπιστημίου,  ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τον τωρινό, αλλά η διαφορά τους έχει παραμείνει. Άρα, το να έχει η γιαγιά μου τηλεόραση έγχρωμη, δεν σημαίνει ότι η αντίστοιχη άλλη γιαγιά σήμερα μπορεί και πετά με ελικόπτερο. Καταλάβατε; 

Τριχοτομημένο το ελληνικό κοινό

Τι βρίσκει λοιπόν κάποιος σε αυτή τη μεγάλη και πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα, την οποία συζητάμε εδώ σήμερα; Ας ρίξουμε κατ’ αρχάς μια ματιά σε μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία για το δείγμα του πληθυσμού:

>>8 στους 10 πολίτες (80%) μιλάνε τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα, η πλειοψηφία, Αγγλικά, ενώ η γνώση πολλών ξένων γλωσσών παρατηρείται σε νεαρές ηλικίες μεσοανώτερης/ανώτερης τάξης.

>>Το διάμεσο πλήθος βιβλίων ανά νοικοκυριό είναι 90, με το αντίστοιχο πλήθος βιβλίων στις βιβλιοθήκες των παιδικών χρόνων των πολιτών να είναι 30. Οι αριθμοί αυτοί αυξάνονται σε άτομα με σπουδές ανώτερης εκπαίδευσης που ανήκουν στη μεσοανώτερη/ανώτερη τάξη.

Ο βαθμός της προσωπικής ενασχόλησης με έστω μία πολιτιστική δραστηριότητα (μουσική, γράψιμο, λοιπές τέχνες) είναι σε ποσοστό 25% υψηλός (τουλάχιστον 1 φορά την εβδομάδα), 24% μέτριος (αραιότερα) και 51% χαμηλός (ποτέ). Τα ποσοστά αυτά διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνικοοικονομική τάξη, την οικογενειακή κατάσταση, την εκπαίδευση και άλλους παράγοντες. 

>>Το μεγαλύτερο ποσοστό (47%) απαντά πως πηγαίνει στην εκκλησία μερικές φορές τον χρόνο, το 23% σχεδόν ποτέ, το 16% δύο έως τρεις φορές τον μήνα και το 14% τουλάχιστον κάθε Κυριακή.

>>Το μεγαλύτερο ποσοστό (48%) απαντά πως παρακολουθεί τηλεόραση περισσότερο από 2,5 ώρες την ημέρα. Το 28% των ερωτώμενων απαντά πως βλέπει τηλεόραση λιγότερο από 1,5 ώρα, ενώ το 24% βλέπει τηλεόραση 1,5-2,5 ώρες κάθε ημέρα. Υψηλότερα ποσοστά εντοπίζονται στις νοικοκυρές, στις μεγαλύτερες ηλικίες και στην κατώτερη τάξη.

>>6 στους 10 είναι τακτικοί ακροατές ραδιοφώνου, 1 στους 2 είναι τηλεθεατής (ελεύθερης ή συνδρομητικής τηλεόρασης) και 1 στους 3 είναι αναγνώστης εντύπων (ιδιαίτερα οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας).

>>Το 14% των ερωτώμενων δηλώνει πως δεν χρησιμοποιεί καθόλου το διαδίκτυο, ενώ μόνο ένα 9% δηλώνει πως το χρησιμοποιεί σπάνια. Η συντριπτική πλειοψηφία, συγκεκριμένα 8 στα 10 άτομα, είναι καθημερινοί χρήστες του διαδικτύου (ακόμα και 4 στους 10 στις ηλικίες 65+).

>>Ο κύριος τρόπος πρόσβασης είναι για όλους το κινητό, με μεγαλύτερο ποσοστό στις μικρές ηλικίες (74%) και μικρότερο στις μεγαλύτερες ηλικίες (44%).

>>Η συλλογή πληροφοριών είναι ο κύριος λόγος χρήσης του διαδικτύου (78%), ενώ ακολουθούν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (44%) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (44%). Ακολουθούν οι ηλεκτρονικές συναλλαγές (22%), οι επαγγελματικοί λόγοι (20%), τα παιχνίδια (15%), οι αγορές και το κατέβασμα ταινιών, βιβλίων κ.λπ. (13%), άλλες δραστηριότητες (4%).

>>1 στους 2 πολίτες είναι τακτικός χρήστης των κοινωνικών δικτύων (σχεδόν το 100% των ατόμων νεαρής ηλικίας).

Κατ’ αρχάς η έρευνα δεν περιορίστηκε μόνο στην καταγραφή των ποσοτικών στοιχείων, αλλά προχώρησε πέρα από αυτά, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «πώς καταλήγει κάποιος να είναι συστηματικός ή μέτριος αναγνώστης;», αλλά και «για ποιους λόγους τελικά κάποιος ή κάποια δεν γίνεται αναγνώστης ή αναγνώστρια;». Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν και τεκμηριώνουν την αιτιώδη σχέση της ανάγνωσης με την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη. 

Το αντικείμενο του ερευνητικού αυτού έργου, δεν ενδιαφέρει όμως μόνο το οικοσύστημα του βιβλίου, καθώς καταπιάνεται και με τα θέματα τόσο του πολιτισμού όσο και της εκπαίδευσης.

Βασικό εύρημα-συμπέρασμα: Ο πληθυσμός τριχοτομείται σε μη αναγνώστες (35%), μη εντατικούς αναγνώστες (34%) και εντατικούς αναγνώστες (31%). Το μέσο πλήθος βιβλίων που έχουν διαβαστεί από τον γενικό πληθυσμό είναι τα 5 βιβλία (διάμεσος: μόλις 2 βιβλία). 

Αυτό το φαινόμενο είναι τεράστιας σημασίας, μας λέει ο καθηγητής Παναγιωτόπουλος, γιατί η εξάλειψη του αναλφαβητισμού υποκρύπτει ένα άλλο φαινόμενο, του μη εγγραμματισμού: Το ότι κάποιος διαβάζει δεν σημαίνει αυτόματα ότι μπορεί κιόλας να διαβάζει!

Δηλαδή, παρεμβαίνει εδώ η Διβάνη, να ξέρεις να διαβάζεις, αλλά να μην καταλαβαίνεις! Κι αυτό είναι μεγάλο ποσοστό. Φρικτό νούμερο!

Αυτή είναι, ας πούμε, η δεύτερη φάση. Προηγείται εκείνη στην οποία δεν «παίζει» καν το «δεν καταλαβαίνω» γιατί απλούστατα δεν διαβάζω! Τι αναδεικνύει λοιπόν η έρευνα ως αιτία που τόσο λίγοι άνθρωποι διαβάζουν βιβλία στην Ελλάδα;

Η έλλειψη χρόνου (51%) είναι ο κύριος λόγος που δεν διαβάζουν βιβλία οι περισσότεροι πολίτες, καθώς και, για τους μη αναγνώστες, η μη ελκυστικότητα του διαβάσματος (22%). Το 16% απαντά πως δεν έχει βρει κάτι ενδιαφέρον που να θέλει να διαβάσει, το 13% πως δεν διαβάζει λόγω κάποιου προβλήματος υγείας, το 11% επειδή ασχολείται με το διαδίκτυο ή δεν έχει διάθεση και μόνο το 1% επειδή δεν ξέρει να διαβάζει.

Εγώ και το βιβλίο: Μια περίεργη σχέση

Αν θέλουμε, λοιπόν, να κάνουμε κάτι πραγματικά για το βιβλίο, δεν αρκεί να γεμίσουμε βιβλιοθήκες παντού, γιατί το πιο πιθανό είναι να πάνε αυτοί που διαβάζουν. Εκείνοι που δεν διαβάζουν, δεν θα σε «ακούσουν» αν τους φυτέψεις μια βιβλιοθήκη μπροστά τους. Δεν το ξέρουν «αυτό το πράγμα». Όπως λέει κι ο καθ. Παναγιωτόπουλος, «είναι σα να φωνάζεις πολύ δυνατά στο αυτί ενός κουφού».

Άρα, συνεχίζει, το ζήτημα των υποδομών δεν είναι από μόνο του η λύση. Όπως και οι νέες εκσυγχρονιστικές πολιτικές γύρω από το μάρκετινγκ του βιβλίου. Θα πρέπει να καταλάβουν οι όποιοι υπεύθυνοι, ότι χρειάζεται να βρουν έναν ουσιαστικό τρόπο μάρκετινγκ που θα αγγίξει εκείνες τις κατηγορίες των ανθρώπων οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται το βιβλίο σαν μια αυτονόητη κατάσταση. 

Λένα Διβάνη: «Να πούμε ένα νούμερο για να το καταλάβουν οι ακροατές και αναγνώστες μας; Ποιος είναι ο μέσος όρος βιβλίων που αγοράζονται στη χώρα μας στην Ελλάδα τον χρόνο; Εξαρτάται από τις κατηγορίες καταρχάς. Αλλά είναι περίπου κατά μέσον όρο έξι βιβλία τον χρόνο! Οι περιστασιακοί αναγνώστες, του λίγου όπως τους λέμε, διαβάζουν μόλις δύο βιβλία ανά έτος. Και οι πιο συστηματικοί αναγνώστες, διαβάζουν περίπου στα 13 με 14 βιβλία τον χρόνο». 

Σημαντικός παράγοντας στην αγορά ενός βιβλίου είναι η διάδοσή του από στόμα σε στόμα (word of mouth), χωρίς να παύει η ανάγκη να το πιάσει ο αναγνώστης στα χέρια του πηγαίνοντας στα βιβλιοπωλεία –σημαντικό ρόλο παίζει επίσης το διαδίκτυο (ιδιαίτερα για τους νέους αναγνώστες).

Η σχέση με το βιβλίο είναι μια περίεργη σχέση. Δεν είναι μόνο να πας στο βιβλιοπωλείο και να πάρεις ένα βιβλίο. Και μόνο η μετάβασή σου σε ένα τέτοιο μαγαζί και η παρουσία σου μέσα σε αυτό, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις το βιβλίο που αγόρασες. Έχεις νιώσει ευχαρίστηση. Ευφραίνεται η ψυχή σου. Πνευματικά, γαληνεύεις…

Θα έλεγε κανείς ότι μπορεί ανάλογα συναισθήματα να δημιουργηθούν και όταν μπεις σε ένα ζαχαροπλαστείο και αγοράσεις ένα γλυκό. Σύμφωνοι! Πολύ καλά έκανες. Μόνο που με το βιβλίο δεν παχαίνεις κιόλας!

Πού προτιμώ να διαβάζω;

Σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο προτιμητέος χώρος για όσους διαβάζουν είναι το σπίτι. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν προτιμώνται, ίσως γιατί οι αποστάσεις στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (τις δύο μεγαλύτερες πόλεις) είναι μικρές, και συνήθως υπάρχει πολύ στρίμωγμα για όρθιους και καθήμενους. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προέκυψε από την έρευνα, είναι ότι στη διάρκεια των λοκ νταουν λόγω πανδημίας, σημειώθηκε αύξηση της ανάγνωσης βιβλίων από εκείνους που ανέκαθεν διαβάζουν. Και εκείνοι που δεν διαβάζουν, συνέχισαν και με την πανδημία να μη διαβάζουν! 

Με αφορμή αυτό, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος θυμήθηκε αυτό που ζήσαμε στη 10ετία του ’90 στην Ελλάδα όταν, με αφορμή μιας σπουδαίας έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη με τίτλο «Από τον Σεζάν στον Θεοτοκόπουλο», όπου είχανε σχηματιστεί τεράστιες ουρές έξω από την πινακοθήκη, και είχαν βγει τότε πολλές εφημερίδες και κάπως πανηγυρικά έγραφαν ότι «επιστρέφουμε στα μεγαλεία της αρχαίας Ελλάδας» και «επανέρχεται ο Πολιτισμός στην καθημερινότητα των Ελλήνων.»!

Και λέει εδώ τώρα, ότι όσο καλό και αποτελεσματικό και αν είναι το μάρκετινγκ δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα σταθερό και μόνιμο επάνω σε αυτούς που δεν είναι προετοιμασμένοι να αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα του… προϊόντος. Και ιδού λοιπόν, τι προτείνει μετά από όλα αυτά ο άνθρωπος που επιμελήθηκε όλης αυτής της δουλειάς: «Μία πολύ μεγάλη και ριζική μεταρρύθμιση εντός του σχολείου, με τρόπο ώστε να αντικαταστήσει η να υποκαταστήσει την οικογενειακή αγωγή σε όσους δεν την έχουν». 

Για να συμπληρώσει η Λένα Διβάνη, ότι τα περισσότερα παιδιά που φοιτούν σε σχολείο σήμερα και διαχρονικά στην Ελλάδα, δεν έχουν πάει ποτέ με την τάξη τους σε ένα βιβλιοπωλείο. Τον Μότσαρτ οι γονείς του τον έπαιρναν σε συναυλίες μουσικής από παιδί και έτσι γεννήθηκε μέσα του η επιθυμία,  η λαχτάρα να συνθέσει μεγάλη μουσική!

Προϊόν καλλιέργειας, αλλά και σπιτιού!

Είδαμε, και ξέρουμε, ότι οι λεγόμενοι «τακτικοί αναγνώστες» είναι λίγοι. Σύμφωνα με την έρευνα, από αυτούς διαβάζουν σχεδόν κάθε ημέρα το 31%, στις διακοπές 22%, Σαββατοκύριακα/αργίες 17%, όποτε βρουν ευκαιρία 17%, όλη την εβδομάδα 13%. 

Ακόμα: Το διάβασμα βιβλίου είναι κυρίως νυκτερινή υπόθεση (51%), το απόγευμα διαβάζουν 23%, το μεσημέρι 16% και το πρωί 8%. 

Ο προτιμητέος χώρος ανάγνωσης είναι το σπίτι (95%), οι εξωτερικοί χώροι (20%), τα μέσα μαζικής μεταφοράς (7%), οι βιβλιοθήκες (7%), οι καφετέριες (6%).

Επί της ουσίας τώρα, μας λέει η Λένα Διβάνη, αυτοί που διαβάζουν συστηματικά (άλλος πολύ, άλλος λιγότερο), είναι αυτοί που διάβαζαν οι γονείς τους. Αυτοί που διάβαζαν οι παππούδες τους. Αυτοί που είχαν βιβλία στο σπίτι.  Οι πλούσιοι δηλαδή, με λίγα λόγια. Οι εύποροι. Αυτοί είχαν αυτήν την ευχέρεια. 

Επομένως, υπάρχει κατ’ εξοχήν και εδώ το στοιχείο της ταξικότητας! 

Τώρα, αυτό που δυσκολεύει εμένα – ο είπε ο κ. Παναγιωτόπουλος- είναι η ανάγκη εφαρμογής μιας πολιτικής που θα βοηθήσει και θα ενθαρρύνει την ανάγνωση. Αυτό πώς μπορεί να γίνει; τον ρωτώ.

«Η ανάγνωση σχετίζεται με το πολιτισμικό κεφάλαιο. Με το σχολικό κεφάλαιο. Με τον αναγνώστη. Και την καταγωγή. Κάποιοι θεωρούν ότι η αγάπη για την ανάγνωση είναι μια φυσική ανάγκη. Δεν είναι. Είναι προϊόν καλλιέργειας. Και το Κράτος, αν θέλει να το διαχύσει αποτελεσματικά, θα πρέπει να λάβει τα μέτρα του.» 

– Το 1/3 που διαβάζει, τι διαβάζει; ρωτώ τη Λένα Διβάνη.

–  Ελληνική Λογοτεχνία, Ιστορία, Ξένη Λογοτεχνία, Αυτοβελτίωση-Ευ Ζειν, κ.λπ.

– Με αυτή τη σειρά… προτεραιότητας;

– Ναι!

– Υπάρχει συγκριτικό στοιχείο με άλλες χώρες, για το 30+% που δεν διαβάζει; 

– Δυστυχώς είμαστε ψηλά. Ψηλά σε μη ανάγνωση!

Παναγιωτόπουλος: «Δεν χρειάζεται να δούμε στατιστικά στοιχεία. Μπείτε στο μετρό του Παρισιού και πηγαίνετε σε μια εργατική συνοικία, θα δείτε ότι και ο εργάτης και η εργάτρια έχουν ένα βιβλίο στο χέρι. Μπορεί να είναι ελαφρύ ρομάντζο, Βιπερ Νόρα όπως λέγαμε εμείς παλιά, αλλά είναι βιβλίο.»

Δεν είναι το τίκι-τίκι, ή (τώρα πια )το τικ-τοκ του κινητού! Ούτε χαζεύει, ο επιβάτης, έξω από το παράθυρο ή τον διπλανό του. Διαβάζει. Δηλαδή, εμπλουτίζεται.

«Εκεί πρέπει να πάμε και εμείς. Από το Βίπερ Ρομάντσο, θα πάμε σε ένα άλλο επίπεδο. Οι επενδύσεις στον Πολιτισμό έχουν μακροπρόθεσμη προοπτική. Δεν είναι όπως η οικονομία και το χρηματιστήριο… σήμερα παίζεις-αύριο κερδίζεις, όχι! Σε αντίθεση με την οικονομία, όταν κάποιος είναι φτωχός, το αντιλαμβάνεται. Πεινάει, και λέει «θέλω να φάω». Κάποιος όμως που είναι φτωχός στον Πολιτισμό, δεν έχει συνείδηση!

Διβάνη: Δηλαδή αυτός που δεν διαβάζει, δεν νιώθει ενοχές καθόλου! Σου λέει «δεν έχω χρόνο, δεν προλαβαίνω, γεια σας!»