Αποτσίγαρα, μπουκάλια, καπάκια, συσκευασίες τροφίμων, σακούλες βρίσκονται ανάμεσα στα κοράλλια και τους χρυσούς κόκκους άμμου στις ακτές της Κύπρου. Τα πλαστικά αντικείμενα αποτελούν το 86% των θαλάσσιων απορριμμάτων ολόκληρου του νησιού. Επιβαρυντικός παράγοντας για τη ρύπανση είναι η επισκεψημότητα και η απουσία αποτελεσματικών πρακτικών καθαρισμού. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στις τουριστικές παραλίες εντοπίζονται έως και πέντε φορές περισσότερα σκουπίδια. Πρόκειται για τα αποτελέσματα της μελέτης «Εποχικές και γεωγραφικές διακυμάνσεις των θαλάσσιων απορριμμάτων: Μια εκτεταμένη μελέτη από το νησί της Κύπρου», η οποία εκπονήθηκε υπό τη γενική εποπτεία του Κέντρου Μελετών και Έρευνας «ΑΚΤΗ», με χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τις ανάγκες της μελέτης παρακολουθήθηκαν 20 παραλίες από τις ελεύθερες και κατεχόμενες περιοχές, σε τέσσερις διαφορετικές περιόδους εντός του 2021. «Τα θαλάσσια απορρίμματα έχουν αναγνωριστεί ως σημαντική απειλή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, το περιβάλλον, την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνία», υπογραμμίζεται. 

Συνολικά 42.499 τεμάχια απορριμμάτων συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της μελέτης σε τέσσερις διαφορετικές εξορμήσεις παρακολούθησης (Ιανουάριο, Μάρτιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο) από 20 παραλίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Η συντριπτική πλειοψηφία των σκουπιδιών ήταν από πλαστικό (86,3%) και σχεδόν όλα (61,6%) αποτελούσαν αντικείμενα μιας χρήσης. Επικρατέστερα τα πλαστικά μπουκάλια και τα καπάκια (23%), τα πλαστικά θραύσματα πέρα των 2,5 εκατοστών (22,1%) και τα αποτσίγαρα (17%). Επιπλέον, σε αφθονία αναφέρονται καλαμάκια, μαχαιροπίρουνα και σερβίτσια, πλαστικές σακούλες, δοχεία και περιτυλίγματα τροφίμων. «Το πλαστικό ήταν το κυρίαρχο στοιχείο θαλάσσιων απορριμμάτων σε όλο το νησί και στις τέσσερις παρακολουθήσεις, αντιπροσωπεύοντας 75% έως και 95% όλων των συλλεγόμενων απορριμμάτων», σημειώνεται στη μελέτη.

Ειδικά για τις παραλίες που τελούν υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπογραμμίστηκε ότι τα αποτσίγαρα ήταν η πλειοψηφία των πλαστικών απορριμμάτων (42,5%). Ακολουθούν μπουκάλια και καπάκια (16,3%), μικροπλαστικά μεγαλύτερα των 2,5 εκατοστών (12%), δοχεία και περιτυλίγματα τροφίμων (6,5%), διάφορα άλλα είδη (6,3%), πλαστικές σακούλες (5,5%), καλαμάκια (4%), μαχαιροπίρουνα και σερβίτσια (2,5%).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Τα αποτσίγαρα κατέκλισαν τις ακτές κατά τις παρακολουθήσεις Ιουνίου και Σεπτεμβρίου. Όπως διαπιστώθηκε ο αριθμός τους ήταν πέντε φορές μεγαλύτερος στις τουριστικές παραλίας, καθώς από αυτές μαζεύτηκαν 5.154 τεμάχια έναντι 1.084 στις μη τουριστικές. «Μια πιο προσεκτική ματιά στα δεδομένα αποκαλύπτει ότι το 57,7% των αποτσίγαρων που συλλέχθηκε από όλες τις παραλίες παρακολούθησης προήλθε από δύο, την παραλία Fig Tree Bay και την παραλία Nissi». Εξάλλου, διαπιστώθηκε χαμηλότερη μέση πυκνότητα θαλάσσιων απορριμμάτων σε απομακρυσμένες τοποθεσίες σε σύγκριση με ημιαστικές και αστικές περιοχές, γεγονός που αποδίδεται στον μειωμένο αριθμό επισκεπτών.

Όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, όλες οι εξεταζόμενες παραλίες των ελεύθερων περιοχών είχαν σχετικά υψηλή πυκνότητα θαλάσσιων απορριμμάτων κατά την πρώτη συνεδρία παρακολούθησης τον Ιανουάριο, «προφανώς λόγω συσσώρευσης απορριμμάτων που δεν καθαρίστηκαν κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών». Στη δεύτερη συνεδρία παρακολούθησης (Μάρτιο), οι πυκνότητες θαλάσσιων απορριμμάτων ήταν χαμηλότερες σε όλες τις τοποθεσίες. Αυτό, όπως σημειώνεται, θα μπορούσε να σχετίζεται τόσο με τον χαμηλό αριθμό επισκεπτών και με τις ενέργειες των κυμάτων που ξεπλένουν τις ακτές. Οι μεγαλύτερες πυκνότητες θαλάσσιων απορριμμάτων παρατηρήθηκαν τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, ιδιαίτερα στις άκρως τουριστικές παραλίες.

Το γεγονός ότι οι μεγαλύτερες μέσες θαλάσσιες πυκνότητες απορριμμάτων παρατηρήθηκαν σε τουριστικές παραλίες, υποδηλώνει ότι «απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια από τις αρμόδιες Αρχές, ιδιαίτερα στην περίοδο αιχμής του τουρισμού, για την ελαχιστοποίηση των απορριμμάτων και τον αποτελεσματικότερο καθαρισμό της ακτής».

Πάντως, υπογραμμίζεται στη μελέτη, ότι η εφαρμογή διευρυμένων προγραμμάτων ευθύνης παραγωγού, η έναρξη συστήματος επιστροφής καταθέσεων, η έκδοση αποτρεπτικών προστίμων στους ρυπαίνοντες και η δέσμευση παράκτιων επιχειρήσεων, έχουν χαρακτηριστεί από τους ενδιαφερόμενους φορείς στην Κύπρο ως εφαρμόσιμα, αποτελεσματικά και αποδεκτά μέτρα για την ελαχιστοποίηση των θαλάσσιων απορριμμάτων.  

Μεθοδολογία έρευνας

Πραγματοποιήθηκαν τέσσερις διαφορετικές εξορμήσεις παρακολούθησης (Ιανουάριο, Μάρτιο, Ιούνιο, Σεπτέμβριο) από 20 παραλίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Οι ακτές που επιλέχθηκαν είχαν ελάχιστο μήκος 100 μέτρα, ήταν προσβάσιμες όλο το χρόνο και ήταν απαλλαγμένες από ανθρωπογενή εμπόδια (π.χ. προβλήτες ή κυματοθραύστες). Κατηγοριοποιήθηκαν με βάση: Τη γεωγραφική τους θέση, το επίπεδο αστικοποίησης (αστικές, ημιαστικές και απομακρυσμένες), τον τουρισμό.

Στις ελεύθερες περιοχές παρακολουθήθηκαν: η παραλία Περβόλια, η παραλία του ΚΟΤ στην Πύλα, η παραλία Φάρος, η Ακτή του Κυβερνήτη, η παραλία Lady’s Mile, η παραλία του Φάρου (Πάφος), η Λάρα, η παραλία Ασπρόκρεμου, η παραλία Πωμός, το Fig Tree Bay, η παραλία Nissi.

Οι μεταβλητές που εξετάστηκαν ήταν το υλικό των απορριμάτων, ο τουρισμός, η αστικοποίηση, η περίοδος παρακολούθησης, η τοποθεσία και εάν επρόκειτο για ελεύθερα ή κατεχόμενα εδάφη.

Η πιο μολυσμένη της Ευρώπης, η Μεσόγειος

Ως η πιο μολυσμένη θάλασσα στην Ευρώπη και ως η θάλασσα που πλήττεται περισσότερο από τα θαλάσσια απορρίμματα παγκοσμίως, έχει χαρακτηριστεί από τους επιστήμονες η Μεσόγειος Θάλασσα, αναφέρει η μελέτη. Μια πρόσφατη έκθεση (2020) εκτιμά ότι το απόθεμα πλαστικού που συσσωρεύεται στη Μεσόγειο Θάλασσα είναι περίπου 1,2 εκατομμύρια τόνοι. Υπογραμμίζεται, δε, ότι η αναποτελεσματική διαχείριση των απορριμμάτων (ειδικά από παράκτιες τοποθεσίες) αποτελεί βασική αιτία της θαλάσσιας ρύπανσης, ενώ εκτιμάται ότι ετησίως 229.000 τόνοι πλαστικών σκουπιδιών καταλήγουν κάθε χρόνο στη Μεσόγειο.

Το μοναδικό και ευαίσθητο αυτό οικοσύστημα υπόκειται σε σοβαρές ανθρωπογενείς πιέσεις, στις οποίες συμβάλουν η γεωργία και η ανάπτυξη, η συγκέντρωση παράκτιων πληθυσμών (ιδιαίτερα στα νοτιοανατολικά), η πολύ ισχυρή τουριστική βιομηχανία και η ναυτιλία, καθώς η Μεσόγειος είναι ένας από τους πιο πολυσύχναστους θαλάσσιους διαδρόμους στον κόσμο. Επιπρόσθετα, ο τουρισμός αναφέρεται ως ο μεγαλύτερος παράγοντας για τα απορρίμματα στις παραλίες των μεσογειακών νησιών.

Επιστήμες σημειώνουν ότι λόγω των θαλάσσιων αυτών σκουπιδιών η βιοποικιλότητα της Μεσογείου είναι «σίγουρα υπό απειλή», επηρεάζοντας τουλάχιστον 134 είδη. 

Οι επιπτώσεις των θαλάσσιων απορριμμάτων στην ανθρώπινη υγεία σχετίζονται κυρίως με την κατανάλωση θαλασσινών που εμπεριέχουν μικροπλαστικά (δηλαδή θραύσματα μικρότερα από 5mm), τα οποία εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα.

Η εν λόγω ρύπανση δύναται να προκαλέσει σημαντική απώλεια στην ποιότητα και τις υπηρεσίες του οικοσυστήματος, καθώς επίσης και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις που προκύπτουν τόσο από την απώλεια ιχθυαποθεμάτων όσο και από την απώλεια τουριστικού εισοδήματος, λόγω της υποβάθμισης του παράκτιου και θαλάσσιου περιβάλλοντος. «Για μια περιοχή όπως η Μεσόγειος, όπου ο τουρισμός είναι σημαντικός οικονομικός τομέας, αυτό μπορεί να είναι καταστροφικό», υπογραμμίζεται.

Μια άλλη μελέτη που συνδέει την παγκόσμια παραγωγή στερεών αποβλήτων, την πυκνότητα του πληθυσμού και την οικονομική κατάσταση 192 παράκτιων χωρών εκτιμά ότι μεταξύ 4,8 και 12,7 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών απορριμμάτων εισέρχονται στο θαλάσσιο περιβάλλον κάθε χρόνο.

Ολόκληρη η εικόνα της Κύπρου

Πλήθος σκουπιδιών συλλέχθηκαν από τις ακτές του νησιού, με κυρίαρχο το πλαστικό (86,3%). Ακολουθούν τα απορρίμματα χαρτιού και χαρτονιού (3,8%), μετάλλων (3,4%), γυαλιού (1,9%), ειδών υγιεινής (1%), κατεργασμένου ξύλου (1%), ιατρικών απορριμμάτων (0,5%), άλλων υλικών (2%). Ως επιπρόσθετη κατηγορία προστέθηκαν τα αντικείμενα ατομικής προστασίας για την Covid-19 τα οποία αναλογούν στο 0,1%.

Τα πλαστικά μιας χρήσης, συμπεριλαμβανομένων των αποτσίγαρων, αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό πλαστικών ειδών που βρέθηκαν στις κυπριακές παραλίες, υποστηρίζοντας την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση της ακατάλληλης απελευθέρωσης αυτών των αντικειμένων στο περιβάλλον. Πλαστικά θραύσματα από μη αναγνωρίσιμες πηγές, αποτέλεσαν σημαντικό μέρος των απορριμμάτων που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης.