«Ως πολύτιμη προσθήκη στην υφιστάμενη βιβλιογραφία, αυτό το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη ρύθμιση της πορνείας στην Κύπρο» αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου με τίτλο «Η ρύθμιση της πορνείας στην Κύπρο» που μόλις κυκλοφόρησε με την υπογραφή της συνεργάτιδας Λέκτορα Ποινικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, δρος Μαρίας Κυπριανού η οποία και το παρουσίασε σε εκδήλωση στη Λευκωσία που οργάνωσε στις 2 Δεκεμβρίου 2022 η μη κυβερνητική οργάνωση προστασίας θυμάτων εμπορίας Cyprus Stop Trafficking (CST). Η συγγραφέας που είναι μέλος και εθελόντρια του CST ανέφερε στην παρουσίασή της ότι το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα έρευνας πέραν των 10 ετών και της διατριβής του διδακτορικού της στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας με επιβλέποντες καθηγητές τους δρα Νέστορα Κουράκη, δρα Δήμητρα Σορβατζιώτη και δρα Χαράλαμπο Παπαχαραλάμπους (Πανεπιστήμιο Κύπρου). 

Όπως επισημαίνεται στο βιβλίο, «στην Κύπρο η πορνεία δεν είναι από μόνη της ποινικό αδίκημα, εκτός για αλλοδαπές γυναίκες, όμως το αποζήν από κέρδη πορνείας και η διατήρηση οίκου ανοχής είναι ποινικά αδικήματα. Κατά προέκταση η πορνεία σε κάποιες χώρες είναι ποινικοποιημένη και σε άλλες όχι. Κάποιες από τις ευρωπαϊκές χώρες όπως η Κύπρος και η Αγγλία έχουν υιοθετήσει ένα υβριδικό μοντέλο, όπου ενώ δεν υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική ή νομική πρόνοια για τη νομιμότητα ή την παρανομία της πορνείας, παράλληλα παρατηρείται η απουσία ρύθμισης της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών και παράλληλη ποινικοποίηση της ζήτησης αγοράς υπηρεσιών από θύμα εμπορίας προσώπων».  

Στη σύνοψη που αναγράφεται στο οπισθόφυλλο, επισημαίνεται ότι «μέσα από το βιβλίο αυτό επιχειρείται για πρώτη φορά η παρουσίαση της αποσπασματικής ρύθμισης της πορνείας στην Κύπρο, καθώς και της επίδρασής της στο φαινόμενο της εμπορίας προσώπων για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Δίδεται έτσι στον αναγνώστη η δυνατότητα να ενδιατρίψει στα κύρια ερωτήματα που αφορούν την ύπαρξη της πορνείας, την αντιμετώπιση του πελάτη/χρήστη υπηρεσιών, την αντίδραση της κοινωνίας στην ποινικοποίηση ή τη νομιμοποίηση της πορνείας και το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός μοντέλου ρύθμισης της πορνείας στην Κύπρο, όπου θα προστατεύονται τα δικαιώματα του θύματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης, της εκδιδομένης, του πελάτη και της τοπικής κοινωνίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Στρατολόγησε 23χρονη στην πορνεία με τη μέθοδο «lover boy»

Ποιο είναι λοιπόν το ευκταίο και ποιο το εφικτό για την Κύπρο; Να ακολουθήσει το Σουηδικό Μοντέλο και να ποινικοποιήσει την προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών, ή να νομιμοποιήσει και να ρυθμίσει την πορνεία;». Στον πρόλογο του βιβλίου ο καθηγητής Νέστωρ Κουράκης τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, τονίζει ότι το βιβλίο αυτό είναι «μια εξαιρετική μονογραφία η οποία με σοβαρό θεωρητικό υπόβαθρο, πληρότητα βιβλιογραφικής εμβάθυνσης και άρτια μεθοδολογία παρουσιάζει πρωτότυπα ευρήματα και προωθεί έτσι τον επιστημονικό διάλογο και την εμβάθυνση της έρευνας σε ένα αντικείμενο «ταμπού» της κυπριακής κοινωνίας το οποίο δεν έχει τύχει ως τώρα επαρκούς επιστημονικής προσέγγισης και νομοθετικής ρύθμισης».

Οι δύο σχολές για την πορνεία

Στην εισαγωγή κιόλας η συγγραφέας επισημαίνει ότι «τόσο παγκόσμια όσο και στην Κύπρο επικρατούν δύο κύριες ιδεολογικές σχολές σε σχέση με την πορνεία: η σχολή που υποστηρίζει ότι καμία γυναίκα ή άνδρας δεν θα αποδεχόταν να εκδίδεται, εάν είχε επιλογή και η σχολή η οποία υποστηρίζει ότι η πορνεία είναι ένα ακόμα επάγγελμα και ότι είναι δικαίωμα μιας γυναίκας ή ενός άνδρα να επιλέξει το εν λόγω επάγγελμα. Τίθεται λοιπόν στη ζυγαριά της λογικής και της δικαιοσύνης, από τη μια η άποψη ότι η πορνεία αποτελεί μέτρο «σεξουαλικής κυριαρχίας και την ουσία της γυναικείας καταπίεσης» και ότι ο «κακός» πελάτης θα πρέπει να ποινικοποιηθεί. 

Από την άλλη αντιτίθεται η άποψη ότι η ενάσκηση της πορνείας ως επάγγελμα αποτελεί έκφραση της προσωπικής αυτονομίας (agency) και θα έπρεπε να νομιμοποιηθεί και να ρυθμίζεται. Η σχολή που πρεσβεύει την απαγόρευση της πορνείας θεωρεί ότι πέραν των άλλων κακών που συνοδεύει και προκαλεί η πορνεία, αυξάνει τα κρούσματα της εμπορίας προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και ως εκ τούτου με την απαγόρευση της πορνείας και την ποινικοποίηση του πελάτη, αναμένεται να καταπολεμηθεί παράλληλα και η εμπορία προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση. Το πρόβλημα εφαρμογής της νομοθεσίας στην Κύπρο είναι εμφανές. Η καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων έχει ρυθμιστεί στην Κύπρο από το 2014 με την ψήφιση του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2014, ο οποίος ενσωμάτωσε στο άρθρο 17 την τιμωρία του χρήστη υπηρεσιών θύματος εμπορίας προσώπων, μέχρι 10 έτη φυλάκισης ή 50 χιλιάδες ευρώ πρόστιμο. 

Οι νέες ποινές έχουν εισαχθεί με βάση τροποποίηση του Νόμου το 2019 (σ.σ. η τροποποιητική πρόταση προήλθε από τη βουλεύτρια Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, εκ μέρους του ΔΗΚΟ, και μετατρέπει ουσιαστικά σε αδίκημα αυστηρής ευθύνης, τη ζήτηση, λήψη και χρήση υπηρεσιών από θύματα εμπορίας προσώπων. Με βάση αυτή την πρόνοια, ο νόμος προβλέπει αυστηρότερες ποινές και έχει προφανή πρόθεση να κάνει ευκολότερη την απόδειξη του αδικήματος. 

Η πρώτη υπόθεση στην Κύπρο

Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε μέχρι σήμερα καταδίκη χρήστη υπηρεσιών θύματος σωματεμπορίου, ενώ συνεχίζει να είναι υπό εκδίκαση από το 2018 υπόθεση εναντίον προσώπων για σεξουαλική χρήση υπηρεσιών θυμάτων trafficking – αυτή είναι η πρώτη υπόθεση στην Κύπρο που οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη από το 2014 που ποινικοποιήθηκε το συγκεκριμένο αδίκημα. Κατηγορούμενοι είναι τρεις Κύπριοι πελάτες που καταγγέλθηκαν από επτά γυναίκες από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, τις οποίες το Γραφείο της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων αναγνώρισε ως θύματα trafficking. Τα θύματα εντοπίσθηκαν σε δύο διαμερίσματα που χρησιμοποιούνταν ως χώροι παροχής υπηρεσιών μασάζ σε Λευκωσία και Λεμεσό. Για την υπόθεση αυτή καταδικάστηκαν μέσα στο 2021 δύο πρόσωπα (όχι ως πελάτες) – το ένα σε φυλάκιση δύο χρόνων και το άλλο σε χρηματικό πρόστιμο 14.950 ευρώ. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι «η απουσία ρύθμισης της πορνείας φαίνεται να επηρεάζει και να επιδρά αρνητικά στο φαινόμενο της εμπορίας προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση. Η παρούσα έρευνα εξετάζει σχετικά ερευνητικά ερωτήματα και έχει στόχο να αναδείξει εισηγήσεις για τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου και των πολιτικών που ακολουθεί η Κυπριακή Δημοκρατία για τη ρύθμιση της πορνείας η οποία μπορεί να επιδράσει θετικά στην καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση. Επιδιώκεται να αναδειχθούν επίσης ανάγκες για εμβάθυνση της έρευνας σε σχέση με το θεσμικό πλαίσιο της πορνείας και της εμπορίας προσώπων στην Κύπρο».

Το ιστορικό υπόβαθρο και η Οξάνα Ράντ σεβα

Η δρ Μαρία Κυπριανού ανέφερε στην παρουσίαση ότι ουσιαστικά η ιδέα για τη συγγραφή του βιβλίου και η εμπλοκή της με την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων και την έρευνα γύρω από την πορνεία, ξεκίνησε το 2010 κατά την εκπόνηση του μεταπτυχιακού της. Πρόσθεσε τα εξής: 

«Ήταν Γενάρης του 2010, μια βροχερή και σκοτεινή μέρα στο Λονδίνο, όταν ο καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου των Προσφύγων, μπαίνει στην τάξη κρατώντας μια μισοβρεγμένη δέσμη χαρτιών και μας ανακοινώνει ότι εκδόθηκε η Απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Ράντσεβ εναντίον Κύπρου και Ρωσίας. Ένιωσα ντροπή και λύπη και τότε αποφάσισα να ερευνήσω το θέμα». Στην εισαγωγή του βιβλίου επεξηγεί: «Λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση του μεταπτυχιακού μου, ξεκίνησα να ερευνώ το θέμα της εμπορίας προσώπων και συν τω χρόνω να προσφέρω εθελοντικές υπηρεσίες στον μη κυβερνητικό οργανισμό Caritas Cyprus ο οποίος στηρίζει πρόσωπα που υπέστησαν εκμετάλλευση. Μέσα από την έρευνα και την εθελοντική μου προσφορά, τη συμμετοχή σε συνέδρια και την εκπαίδευση νέων στο Ευρωκοινοβούλιο για το θέμα της εμπορίας προσώπων το 2014, παρατήρησα την έλλειψη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού για το θέμα της εμπορίας προσώπων, ως μέσο πρόληψης αλλά και προστασίας των θυμάτων. Ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια έρευνας και διενέργειας εμπειρικής έρευνας αντιλήψεων, παρατηρώ ότι ο κόσμος, οι ψηφοφόροι και παράλληλα οι δέκτες της νομοθεσίας και των πολιτικών (policies), δεν έχουν πλήρη εικόνα για την πορνεία και την εμπορία προσώπων στην Κύπρο». 

Σημειώνεται ότι ο υπογράφων ασχολήθηκα δημοσιογραφικά από την πρώτη στιγμή και για τα επόμενα χρόνια με τον τραγικό και ανεξιχνίαστο θάνατο της 20χρονης Ρωσίδας χορεύτριας σε καμπαρέ της Λεμεσού Οξάνα Ράντσεβα (Oxana Rantseva) που συνέβη στις 28 Μαρτίου 2001 από πτώση από τον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας στη Λεμεσό – ήταν μια από τις 10 καλλιτέχνιδες που εκείνο το διάστημα εργοδοτούσε το καμπαρέ αυτό (που έχει κλείσει στο μεταξύ). 

Η Οξάνα είχε διακόψει τις σπουδές της στην αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της πόλης Chelyabinsk κοντά στα Ουράλια της Ρωσίας και ταξίδεψε στην Κύπρο για να εργαστεί ως διερμηνέας, όπως της είχε υποσχεθεί με ψευδή προσχήματα η «στρατολόγος» της, μια συμπατριώτισσά της που τελικά την οδήγησε στο συγκεκριμένο καμπαρέ της Λεμεσού. Η Οξάνα Ράντσεβα έφτασε στην Κύπρο μόλις 12 μέρες πριν τον θάνατό της. Εργάστηκε στο συγκεκριμένο καμπαρέ μόνο για 7 μέρες και δραπέτευσε αφήνοντας πίσω της μια σημείωση ότι «κουράστηκε και φεύγει για τη Ρωσία», παρόλο που δεν μπορούσε να ταξιδέψει αφού ο εργοδότης της κατακρατούσε το διαβατήριό της και την αναζητούσε για να τη στείλει πίσω στη Ρωσία. 

Τελικά τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου 2001 οδηγήθηκε στο διαμέρισμα υπαλλήλου του καμπαρέ στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας και λίγο πριν τις 7 π.μ. κάτω από άγνωστες συνθήκες προσπάθησε να διαφύγει δένοντας σεντόνια στο μπαλκόνι και βρέθηκε νεκρή στο δρόμο. Η ιατροδικαστική έρευνα έδειξε ότι ο θάνατος προήλθε από ατύχημα. Ήταν το σοκαριστικό τέλος της σύντομης ζωής της νεαρής φοιτήτριας, αλλά και η απαρχή ενός πολύχρονου νομικού, δικαστικού, αστυνομικού και πολιτικού θρίλερ, αφού η υπόθεση του θανάτου της πήρε διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου και εξέθεσε διεθνώς τον τόπο μας ως χώρα σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης ξένων γυναικών, με ανεπαρκή ή και διεφθαρμένη Αστυνομία και με αναποτελεσματικό νομικό σύστημα. Αυτό συνέβη όταν ο πατέρας της κοπέλας Νικολάι Ράντσεφ προσέφυγε στις 26 Μαΐου 2004 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), που τον Ιανουάριο 2010 εξέδωσε καταδικαστική απόφαση κατά της Κύπρου και της Ρωσίας. 

Σε αυτή την πρώτη απόφασή του για την εμπορία προσώπων, το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Κυπριακή Δημοκρατία για παραβίαση τριών άρθρων που αφορούν στο δικαίωμα στη ζωή, στο δικαίωμα στην ελευθερία και στην απαγόρευση της δουλείας και τη Ρωσία γιατί δεν κατάφερε να προστατεύσει την πολίτιδά της. Ήταν η πρώτη φορά που το ΕΔΑΔ χρησιμοποίησε το Πρωτόκολλο του Παλέρμο και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για να διευρύνει τον σκοπό του άρθρου 4, δηλαδή για να ενσωματώσει την εμπορία κάτω από τον ορισμό της δουλείας, γι’ αυτό και η απόφασή του αυτή θεωρείται σταθμός. Επίσης το ΕΔΑΔ αναφέρθηκε σε θετικές υποχρεώσεις προς τους αστυνομικούς ανακριτές, αφού η Αστυνομία της Κύπρου ήταν ουσιαστικά κατηγορούμενη για ελλιπή διερεύνηση της υπόθεσης αυτής.

Νόμιμη για ένα στους δύο η πορνεία

Σημαντικό στοιχείο του βιβλίου της δρος Κυπριανού είναι τα κύρια ευρήματα της εμπειρικής έρευνας που η συγγραφέας έκανε ανάμεσα στο κοινό (αριθμός ερωτηθέντων 1084) και ανάμεσα σε κυβερνητικές υπηρεσίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις το 2018 και 2019. Στην έρευνα αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Παρόλο που η εμπορία για σεξουαλική εκμετάλλευση στην Κύπρο είναι νομοθετικά ρυθμισμένη, η νομοθετική ρύθμιση της πορνείας είναι αποσπασματική. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων πιστεύει ότι η πορνεία είναι παράνομη και προσφέρεται κυρίως από γυναίκες (95,8%) και ομοφυλόφιλους (73,5%). 

Οι συμμετέχοντες τείνουν με μικρή διαφορά υπέρ της ρύθμισης της παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών με την ελεύθερη βούληση των εκδιδόμενων ως επάγγελμα, ενώ οι πλείστοι ΜΚΟ είναι εναντίον. Ποσοστό 36% δήλωσαν ότι οι ίδιοι ή πρόσωπο που γνωρίζουν, ήρθε σε επαφή με πρόσωπο που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες. Το 46,3% των συμμετεχόντων συμφωνούν πολύ έως πάρα πολύ ότι είναι αποδεκτό να προσφέρονται και να αγοράζονται σεξουαλικές υπηρεσίες με την ελεύθερη βούληση των εκδιδόμενων. 

Το 89,3% των συμμετεχόντων συμφωνούν πολύ έως πάρα πολύ ότι πρέπει να τιμωρούνται οι πελάτες/χρήστες, όταν γνωρίζουν ότι το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες είναι θύμα εμπορίας. Το 50,4% συμφωνούν πολύ μέχρι πάρα πολύ ότι όταν η πορνεία είναι νόμιμη σε μια χώρα, μειώνεται η σεξουαλική εκμετάλλευση. Το 66,9% πιστεύουν ότι δεν θα επηρεαστεί η καθημερινότητά τους εάν ποινικοποιηθεί η πορνεία». 

Όσον αφορά στα επόμενα βήματα, η συγγραφέας τονίζει ότι «υπάρχει n ανάγκη για μια σε βάθος έρευνα στην Κύπρο, αφού η λύση στο πρόβλημα πρέπει να βασίζεται στις απόψεις των εμπλεκόμενων μερών της χώρας, η οποία ρυθμίζεται στη βάση της θεωρίας της Διακυβέρνησης, προσφέροντας λύσεις σε τοπικό επίπεδο. Χρειάζεται να γίνει διαβούλευση με ενδιαφερόμενα μέρη και μια εισήγηση είναι να εμπλακούν δικαστές και δικηγόροι που εφαρμόζουν την υφιστάμενη νομοθεσία, για να θέσουν τις απόψεις τους επί της πρακτικής εφαρμογής. Χρειάζεται να ληφθούν απόψεις των εκδιδόμενων και των πελατών, για τις ανάγκες αυτών που θα επηρεαστούν από πιθανή ποινικοποίηση της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών».