Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά. 

Είχα γράψει σε τρία μέρη, τις περιπέτειες, ή καλύτερα τις εμπειρίες μου, από τις ημέρες της εισβολής του 1974. Στο σημερινό, ταπεινό μου σημείωμα, θα συνεχίσω από εκεί που είχα σταματήσει το τελευταίο αφήγημα.
Μια σκέψη μου είναι, αφού δεν είναι εύκολη απόφαση, να συγγράψω ένα βιβλίο με τις εμπειρίες αυτές -όπως κάποιοι φίλοι στο facebook μου είχαν προτείνει- να γράφω σταδιακά, λίγο – λίγο. Και όταν μαζευτεί μια σειρά μικρών περιγραφών, π.χ. 100 ή κάπου εκεί, αποθηκευμένες στον υπολογιστή μου, να τις εκδώσω…
Περίληψη προηγουμένων: Εγκαταλείψαμε την Κερύνεια στις 23 ή 24 Ιουλίου, αφού είχαν ήδη μπει τα τούρκικα τανκς και είχε κατακτηθεί η πόλη του Πράξανδρου. Κατευθυνθήκαμε Ανατολικά, όπου αφού μείναμε ένα βράδυ στην αγροικία του θείου- Ανδρέα Χατζιαντώνη στο χωριό Άγ. Επίκτητος, φύγαμε κυνηγημένοι προς Αμμόχωστο. Εκεί είδαμε για λίγο τους συμπεθέρους, και αμέσως προχωρήσαμε προς Λάρνακα, μετά προς Λεμεσό για να καταλήξουμε στο χωριό Αγρός, όπου ο μακαριστός πατέρας μου, Εμμανουήλ Χατζηαντώνης, λοχαγός-ιατρός της Ε.Φ., είχε ένα μικρό σπιτάκι, αγορασμένο από το 1970 για να πηγαίνουμε τα καλοκαίρια…
Είχε φτάσει τον δεκαπενταύγουστο, 1974. Σουρούπωνε. Καθόμουν στο μικρό ξύλινο μπαλκόνι, όταν ακούω φωνές από κάποιο γειτονικό αγροτόσπιτο: «Καίγεται το Βαρώσι… Οι Τούρτζιοι προχώρησαν νότια, διασχίζουν την Μεσαρκά…!».
Ήταν ο μακαριστός Μελής, ξυλουργός του χωριού, που φαίνεται είχε ακούσει ειδήσεις. Έντρομοι, κατεβήκαμε στο καφενείο της πλατείας για να τηλεφωνήσουμε στον συμπέθερο, μ. Γιάγκο, να μάθουμε τι γίνεται, αν είχαν γλυτώσει από την τουρκική βαρβαρότητα… Δεν μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Κομμένες οι γραμμές.
Από εκείνο το βράδυ και επί αρκετές μέρες, μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου, ατελείωτα καραβάνια προσφύγων –τότε άρχισε να μπαίνει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο η τραγική αυτή λέξη– κατέφθαναν κατά κύματα στο χωριό. Ήταν το κεφαλοχώρι της Πιτσιλιάς, και πολλοί σκέφτηκαν, ότι εκεί θα εύρισκαν κάποιο προσωρινό κατάλυμα μέχρι να τελειώσουν οι εχθροπραξίες και να γυρίσουν πίσω. Ε, σήμερα βρισκόμαστε στο σωτήριον έτος 2018, και 44 χρόνια μετά, περιμένουμε…!
Να περιγράψω κάποιες εικόνες που έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη μου. Με φορτηγά, λεωφορεία και ιδιωτικά αυτοκίνητα, βλέπαμε κόσμο να έρχεται. Άλλος κρατώντας μια βαλίτσα, άλλος έναν μπόγο (μποξιά το ’λεγε η στετέ μου η Άννα), μητέρες με βρέφη στην αγκαλιά, να μην έχουν ούτε λίγο γάλα να τα ταϊσουν, ένα πραγματικό δράμα…! Άλλοι να κλαίνε, να αγωνιούν για συγγενικά τους πρόσωπα, άλλοι είχαν παιδιά στρατιώτες κ.λπ.
Ένα απόγευμα, φτάνει η -μακαριστή τώρα- θεία Χρυστάλλα, αδερφή του πατέρα μου, που εγνώριζε ότι είχαμε αυτό το παλιό σπιτάκι στον Αγρό. Σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, πολύ ανήσυχη, γιατί δεν εγνώριζε πού ήταν ο γιος της, ο αγαπητός μου ξάδερφος Φίλιος Φυλακτής…!
Την θυμάμαι να πέφτει κλαίγοντας στην αγκαλιά του πατέρα μου, επαναλαμβάνοντας συνεχώς: «Ένοχη…! Νιώθω ένοχη αδερφέ μου… Άφησα το παιδί μου και εγώ ήρθα εδώ… Μάχεται τον εισβολέα με ένα μαρτίνι, ενώ εκείνοι είναι πάνοπλοι και άρχισαν βομβαρδισμούς…!». Πέρασε στο σπίτι μας τη νύχτα, όπως και μερικοί άλλοι συγγενείς. Φιλοξενήσαμε καμιά δεκαπενταριά, σε μόλις 60 τετραγωνικά! Να βλέπεις άλλους στο πάτωμα, άλλοι σε ένα καναπέ, ένας χαμός! Πολλοί, είχαν βρει στέγη στο κτήριο της Απεητείου Ανωτέρας Σχολής, όπως λεγόταν το Γυμνάσιο Αγρού.
Παρηγόρησε την αδερφή του, ο μακαριστός πατέρας μου, και της έδωσε (σαν γιατρός που ήταν) και ένα ηρεμιστικό valium, για να μπορέσει να κοιμηθεί. Ευτυχώς, το παιδί της, είχε προλάβει με άλλους, να περάσει μέσα από τις γραμμές και τα πυρά των νεοβάρβαρων και να σωθεί…!
Δεν πρόκειται να ξεχάσω μια άλλη συγκεκριμένη εικόνα: Ήτανε βράδυ, 11.00 μ.μ. Καθόμουν στο μικρό μπαλκονάκι γιατί δεν με έπαιρνε ο ύπνος. Από κάτω φαινόταν το γνωστό καφενείο Πάνθεον. Ένας ηλικιωμένος πρόσφυγας, μόνος, θα ’τανε κάπου 80 ετών, κάθεται στα τσιμεντένια σκαλιά που οδηγούσαν στην ταράτσα. Ανοίγει ένα πόλιπιφ, τρώει λίγο. Το τυλίγει σε μια εφημερίδα, το αφήνει κοντά του. Μετά, με έναν αναστεναγμό, διπλώνει το σακάκι του, το βάζει για μαξιλάρι και γέρνει το γέρικο, κουρασμένο κορμί του. Νομίζω, αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως…!
Έγειρα το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου, και έκλαψα…! 15χρονο παιδάκι ήμουνα τότε. Εξουθενωμένος ψυχικά, έμεινα εκεί ίσαμε τα χαράματα…!