Ξεκαθαρίζει το Ανώτατο Δικαστήριο, το σκηνικό για το πότε μπορεί να εκδοθεί ένα διάταγμα που υποχρεώνει έναν ύποπτο να δίνει δείγμα γενετικού υλικού του στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης.

Σε χθεσινή απόφασή του μετά από αίτηση προσώπου το οποίο υποχρεώθηκε να δώσει DNA για υπόθεση ναρκωτικών και οπλισμού, ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Άγγελος Δαυίδ, επισημαίνει ότι δεν απαιτείται η καταγραφή μακροσκελούς επεξηγηματικής ανάλυσης και λεπτομερής αποτύπωση της αναγκαίας δικανικής διεργασίας στην οποία προέβη το Δικαστήριο για την τελική κατάληξη του επί του αιτήματος (της Αστυνομίας). Σημαντικό είναι, τονίζει ο δικαστής, το αποτέλεσμα της δικανικής διεργασίας στην οποία καταγράφει ότι προέβη, η τελική επιλογή του δηλαδή, να δικαιολογείται πράγματι από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του.

Πολίτης από τη Λεμεσό είχε αιτηθεί και εξασφάλισε άδεια από το Ανώτατο, ώστε να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στις 24.04.2025 από Δικαστήριο στη Λεμεσό, με το οποίο υποχρεώθηκε να δώσει δείγμα του γενετικού του υλικού, στο πλαίσιο διερευνώμενης υπόθεσης που αφορούσε ναρκωτικά και εκρηκτικά και ενώ τελούσε υπό κράτηση.

Στους λόγους για τους οποίους του δόθηκε η άδεια από το δικαστήριο αναφερόταν η συνταγματικότητα του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, και κατά πόσο το ως άνω διάταγμα εξεδώθει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο να υπήρχε αναγκαιότητα για την έκδοση του και αν ήταν συμβατό με τις πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.

Μεσολάβησε η απόφαση  του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί της συνταγματικότητας του άρθρου 25 του Ν.73(Ι)/2004, με την οποία κατέληξε ότι αυτό δεν παραβιάζει ούτε και αντίκειται προς το Σύνταγμα (Άρθρο 15). Η έκδοση ή μη του σχετικού διατάγματος, υπέδειξε το Συνταγματικό στην απόφαση του, ημερομηνίας 12.09.2025, είναι αποτέλεσμα δικανικής κρίσης, η οποία εδράζεται σε αριθμό παραγόντων, έχοντας ως υπόβαθρο τα δεδομένα κάθε υπόθεσης, τη φύση και τη σοβαρότητα της εκκαλούμενης παράβασης, την εύλογη υπόνοια εμπλοκής ενός προσώπου και, ασφαλώς, την εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας προς έκδοση του διατάγματος.

Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο δικαστής αναφέρθηκε στην πληροφορία που είχε η αστυνομία, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής απέκρυβε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών σε ντεπόζιτο νερού που βρίσκεται σε περιφραγμένο χώρο, εντός του οποίου λειτουργεί πλυντήριο αυτοκινήτων που ο ίδιος διαχειρίζεται. Ο Αιτητής τέθηκε υπό παρακολούθηση, κατά τη διάρκεια της οποίας θεάθηκε να οδηγεί όχημα εντός του οποίου βρισκόταν, ως συνοδηγός, δεύτερο πρόσωπο. Σε κάποια στιγμή το δεύτερο πρόσωπο κατέβηκε από το όχημα έχοντας στην κατοχή του πράσινο νάιλον σακούλι σκουπιδιών, το οποίο τοποθέτησε σε σημείο με άγρια βλάστηση.

Ενόψει των πιο πάνω η αστυνομία προχώρησε σε εκτέλεση εντάλματος έρευνας του ως άνω υποστατικού του Αιτητή όπου εντοπίστηκαν διάφορα τεκμήρια που σχετίζονται με αδικήματα ναρκωτικών, καθώς και ένα πιστόλι και σφαίρες.

Το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας ενημέρωσε την Αστυνομία ότι από την εξέταση των τεκμηρίων εντοπίστηκε σε αριθμό από αυτά γενετικό υλικό με κύριο δότη άγνωστο άντρα. Ήταν τότε που ζητήθηκε η έκδοση του διατάγματος για να δώσει γενετικό υλικό ο ύποπτος.

Στην υπό κρίση περίπτωση, καταλήγει το Δικαστήριο, «μέσω του σχετικού όρκου της Αστυνομίας πρόκυπτε, τόσο η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων όσο και η εμπλοκή του Αιτητή, ενώ παράλληλα αποκαλυπτόταν πως η λήψη και η επεξεργασία του γενετικού υλικού του τελευταίου προς επίτευξη του επιδιωκόμενου νόμιμου σκοπού, ήτοι της πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα. Ήταν αναγκαία και αναλογική». Ως αποτέλεσμα της διαπίστωσης αυτής απέρριψε την αίτηση του πολίτη.