Όταν το βράδυ της περασμένης Κυριακής ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωνε την παροχή άδειας στις Ηνωμένες Πολιτείες για χρήση των Βρετανικών Βάσεων ώστε να χτυπηθούν αποθήκες πυραύλων του Ιράν, τα ερωτήματα που αιωρούνταν ήταν πολλά. Πριν καλά-καλά ερμηνευτεί η δήλωση του Κιρ Στάρμερ, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε τη Βάση Ακρωτηρίου προκαλώντας ζημιές, την πραγματική έκταση των οποίων ενδεχομένως να μη μάθουμε και ποτέ.

Οι επόμενες ημέρες απέδειξαν ότι το περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο, ούτε το drone έφτασε στην Κύπρο από λάθος ή αστοχία των άμεσα εμπλεκόμενων στον πόλεμο της γειτονιάς μας. Ένα εικοσιτετράωρο και κάτι αργότερα ακολούθησε η αναχαίτιση άλλων δύο drone που κατευθύνονταν προς τις Βάσεις στο Ακρωτήρι, ενώ οι σειρήνες στην περιοχή ηχούν σχεδόν καθημερινά.

Η κατάσταση στην Κύπρο είναι πρωτόγνωρη. Παρά την διαχρονική ανησυχία για την παρουσία και τον ρόλο των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, είναι η πρώτη φορά που αποτέλεσε ευθέως στρατιωτικό στόχο για εχθρικές δυνάμεις στην περιοχή.

Οι εξελίξεις επανάφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των Βάσεων, αφού η Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να έχει την παραμικρή εμπλοκή στη σύγκρουση της Μέσης Ανατολής, βρίσκεται εκτεθειμένη σε κινδύνους που υπερβαίνουν τις δικές της προθέσεις και αποφάσεις.

Ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς, Αντιστράτηγος Λουκάς Χατζημιχαήλ μιλά στον «Φ της Κυριακής» για το πώς η Ελλάδα αιφνιδίασε την Τουρκία και πρόλαβε να καλύψει το κενό ισχύος στην Κύπρο μετά τις εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας.

Από την πλευρά του ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας & Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus της Λιθουανίας, Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, απαντά στο πώς η Κύπρος μπορεί να διασφαλίσει την ασφάλεια της, από την στιγμή που ο πόλεμος απειλεί πλέον ακόμα και τη δική της εδαφική επικράτεια.

Ευρωπαϊκή κινητοποίηση

Η ένταση στην περιοχή έχει προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση ευρωπαϊκών δυνάμεων γύρω από την Κύπρο, μετά από παραστάσεις της Λευκωσίας που προεδρεύει της ΕΕ αυτή την περίοδο.

Την αρχή έκανε η Ελλάδα, δείχνοντας τον δρόμο και σε άλλες φιλικά προσκείμενες χώρες προς την Κύπρο. Η ελληνική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έστειλε στην Κύπρο δύο ζεύγη μαχητικών αεροσκαφών F16 Fighting Falcon, τα οποία σταθμεύουν στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο. Περίπου ένα 24ωρο αργότερα έφτασε στην Κύπρο το καμάρι του ελληνικού ναυτικού, μια από τις καλύτερες φρεγάτες της Ευρώπης, ο «Κίμων», συνοδευόμενος από την φρεγάτα «Ψαρά». Συνδυαστικά, οι δύο φρεγάτες προσφέρουν ένα πολυεπίπεδο πλέγμα άμυνας, με τη «Κίμων» να καλύπτει την αεράμυνα μεγάλης εμβέλειας και την «Ψαρά» να ενισχύει την προστασία έναντι drones και απειλών μικρότερης ακτίνας.

Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε την αποστολή του αντιτορπιλικού HMS Dragon στην Ανατολική Μεσόγειο και η άφιξή του αναμένεται εντός της επόμενης εβδομάδας ενώ έστειλε και τα ελικόπτερα AW159 Wildcat για αποστολές επιτήρησης και υποστήριξης. Η κινητοποίηση των Βρετανών αποσκοπεί σαφώς πρώτα και κύρια στην υπεράσπιση των των Βάσεων, αλλά κατ’ επέκταση ευνοείται και η άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αισθητή ήταν και η κινητοποίηση της Γαλλίας, με τον Εμανουέλ Μακρόν να ανακοινώνει σε διάγγελμα του την Τρίτη την αποστολή της φρεγάτας FS Languedoc, η οποία έφθασε ήδη στην περιοχή. Την ίδια ώρα, το Παρίσι έδωσε εντολή να αποπλεύσει προς τη Μεσόγειο και το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της στρατιωτικής παρουσίας της Γαλλίας λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ιταλία, η Ισπανία και η Ολλανδία ανακοίνωσαν ότι θα αποστείλουν ναυτικά μέσα τις επόμενες ημέρες για την ενίσχυση της ασφάλειας γύρω από την Κύπρο, όπως δήλωσε ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο.

Ήδη, μετά από γαλλικό αίτημα, η Ολλανδία εξετάζει την αποστολή της φρεγάτας HNLMS Evertsen ως συνοδεία του γαλλικού αεροπλανοφόρου. Παράλληλα, το ισπανικό υπουργείο Άυνας ανακοίνωσε την αποστολή της φρεγάτας Cristóbal Colón, η οποία θα συμμετέχει σε αποστολές προστασίας και αντιαεροποτικής άμυνας, ενώ θα μπορεί να συμβάλει και σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις απομάκρυνσης αμάχων από την περιοχή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τον συντονισμό των επιχειρήσεων όσων αφορά τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται στην Κύπρο, θα τον έχει αναλάβει το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ). Οι βρετανικές θα καθοδηγούνται από τις Βάσεις.

Η κινητοποίηση αυτή δημιουργεί ένα άτυπο πλέγμα αποτροπής γύρω από την Κύπρο, το οποίο μέχρι πριν λίγες ημέρες έμοιαζε αδιανόητο. Η παρουσία ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών ενισχύει μεν την αποτροπή στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά ταυτόχρονα έρχεται να υπενθυμίσει την στενή σύνδεση της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις δραστηριότητες των Βρετανικών Βάσεων, που βρίσκονται μεν εδαφικά στην Κύπρο, όμως πρακτικά δε δίνουν λογαριασμό σε κανένα.

Αντιστράτηγος Λούκας Χατζημιχαήλ: «Η Κύπρος δεν κείται πλέον μακρά»

Τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς

«Έχουμε μπει αισίως σε μία εποχή, κατά την οποία βιώνουμε πρωτόγνωρα γεγονότα, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην ευρύτερη περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Γεγονότα, που για άλλους, λίγο πολύ ήταν αναμενόμενα, για άλλους, πιο ρομαντικούς, καθυστέρησαν κάποιες δεκαετίες.

Και δεν αναφέρομαι ασφαλώς στην κοινή απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, να τερματίσουν μια για πάντα, αφενός μεν, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αφετέρου δε, μία από τις κυριότερες, μόνιμες απειλές σε όλη την περιοχή και όχι μόνο, μεταβάλλοντας αν είναι δυνατό, ένα αυστηρά θεοκρατικό ισλαμικό κράτος σε κοσμικό, χαρακτήρα τον οποίο είχε και μέχρι το 1979, αλλά στο γεγονός ότι, η “Κύπρος δεν κείται πλέον μακρά”, χωρίς βέβαια να παραβλέπω και τη σιωπηλή μερική εφαρμογή του άρθρου 42.7 της Συνθήκης για την ΕΕ, η οποία αποτελεί, ειρήσθω εν παρόδω, απόρροια, αλλά και σημαντική επιτυχία, της διπλωματικής δεινότητας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκφραστής της οποία παραμένει, η ίδια η κυπριακή Κυβέρνηση. Παράλληλα ανέδειξε, μέσα σε μία εν πολλοίς, απέλπιδα για την Κύπρο εποχή και μία προσωπικότητα, η οποία αν μη τι άλλο, δίνει πραγματικές ελπίδες στην εξασφάλιση της εδαφικής (όσης έμεινε δηλαδή) ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και κάνει τις πάσης γνωστό, ποιος αντιλαμβάνεται απόλυτα από γεωπολιτική και ποιοι, απλώς αρκούνται να σχολιάζουν από την ασφάλεια του καναπέ.

Η Κύπρος είναι ευρωπαϊκό έδαφος και παράλληλα στρατηγικός κόμβος της Δύσης. Στη γεωπολιτική, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, υπάρχουν κράτη «παίκτες», τα οποία καθορίζουν ή καθοδηγούν τις εξελίξεις. Δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Υπάρχουν σφαίρες επιρροής και ανάμεσά τους δημιουργείται κάποιες φορές, κενό ισχύος. Και το κενό, το καταλαμβάνει πάντα κάποιος άλλος ή αν θέλετε ο πιο κατά περίπτωση, αποφασιστικός “παίκτης”, ο οποίος στην τελική διαμορφώνει και το πλαίσιο.

Ας πάρουμε όμως τα τεκταινόμενα, στη βάση μίας χρονολογικής εξέλιξης. Στο πλαίσιο της αντίδρασης του Ιράν και των λιγοστών για την ώρα, ενεργών συμμάχων του, στην από αέρος εισβολή ΗΠΑ και Ισραήλ, το Ιράν μέσω της Χεζμπολάχ κτύπησε με drone, το βράδυ της 1ης Μαρτίου τις Βρετανικές Βάσεις, στο Ακρωτήρι.

Η Ελλάδα, αντιδρώντας άμεσα, έκανε αυτό που κάνουν όλα τα σοβαρά κράτη. Παρήγαγε αποτροπή! Αξιοποίησε το παρατημένο από τις αρχές του 21ου αιώνα, σκονισμένο Δόγμα Ελλάδας-Κύπρου και μπήκε με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα στο παιχνίδι, πριν το κάνουν άλλοι. Έστειλε στην Κύπρο, δύο ζεύγη μαχητικών F-16 και δύο πολύ σημαντικά οπλικά συστήματα της, τις Φρεγάτες “ΚΙΜΩΝ” και “ΨΑΡΑ”. Και το σημαντικότερο, έσβησε πριν καν δημιουργηθούν, τις όποιες σκέψεις προστασίας του κενού, θα δημιουργούνταν στην Άγκυρα. Η Τουρκία αυτήν τη φορά, έστω από τις λιγοστές, αιφνιδιάστηκε. Και αιφνιδιάστηκε από την αποφασιστικότητα και άμεση αντίδραση του Έλληνα Πρωθυπουργού κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Παράλληλα, εξανάγκασε και την Ευρώπη να ακολουθήσει, εφαρμόζοντας ηθελημένα ή μη, το άρθρο 42.7 (αν ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν). Μετά την Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία και ασθμαίνουσα η Βρετανία, έστειλαν ή εξέφρασαν την πρόθεση να αποστείλουν δυνάμεις τους, για την προστασία της Κύπρου.

Η ιστορία, πάντα αποδείκνυε κάτι πολύ σημαντικό. Όταν απουσιάζεις από τις κρίσεις, που διαμορφώνονται ή διαμορφώνουν τους συσχετισμούς δυνάμεων, αυτό-εγκλωβίζεσαι στους αδέσμευτους και ουδέτερους και υπόκεισαι στις όποιες αρνητικές επιπτώσεις, επισύρει η ουδετερότητά σου. Βέβαια ιστορικά, υπήρξαν και επιτήδειοι ουδέτεροι (βλέπε Τουρκία), που ευτύχησαν να τύχουν γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής σημαντικής αναβάθμισης (μέχρι σήμερα τουλάχιστον), αλλά ο κανόνας παραμένει αναλλοίωτα ο ίδιος.

Για την Ελλάδα είναι σημαντικό ότι, πλέον διαμορφώνει καταστάσεις. Για την Κύπρο, είναι ακόμη πιο σημαντικό ότι, μετά από την εποχή του αλήστου μνήμης Κωνσταντίνου Καραμανλή του, “η Κύπρος κείται μακρά”, πέρασε επιτέλους, ελπίζουμε ανεπιστρεπτί, στη ελπιδοφόρα εποχή των Μητσοτάκη-Δένδια του “κείται πλησίον”.»

Δρ. Μάριος Ευθυμιόπουλος: Πώς η Κύπρος διασφαλίζει την ασφάλειά της όταν ο πόλεμος έρχεται στην περιοχή της

Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας & Στρατηγικής, Vytautas Magnus University και Διευθυντής του Strategy International

«Η κλιμακούμενη κρίση γύρω από το Ιράν έχει μεταβάλει ριζικά το επιχειρησιακό και γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Πυραυλικές επιθέσεις, μη επανδρωμένα συστήματα, στοχευμένα πλήγματα και αυξημένη στρατιωτική κινητικότητα δημιουργούν ένα περιβάλλον υψηλής ρευστότητας. Η διάχυση της σύγκρουσης δεν περιορίζεται στα άμεσα εμπλεκόμενα κράτη· επηρεάζει θαλάσσιες οδούς, ενεργειακές ροές, ασφάλιστρα μεταφορών, επενδυτικό κλίμα και την ευρύτερη περιφερειακή σταθερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής θέσης και ύπαρξης στρατηγικών υποδομών, δεν μπορεί να θεωρείται ουδέτερος παρατηρητής. Ακόμη κι αν δεν επιλέγει εμπλοκή, ο πόλεμος μπορεί να την επηρεάσει άμεσα, έμμεσα ή υβριδικά.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε συγκυριακή. Απαιτείται ολιστική εθνική στρατηγική ασφάλειας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και θεσμική συνέπεια. Πρώτα στρατηγική — μετά εξοπλισμοί. Η στρατηγική πρέπει να προηγείται και να καθορίζει δόγμα, δομή δυνάμεων, επίπεδα ετοιμότητας, πρότυπα εκπαίδευσης και κατευθύνσεις προμηθειών.

Η αναβάθμιση πρέπει να αφορά όλες τις δυνάμεις: στρατιωτικές, αστυνομικές, λιμενικές, πολιτικής προστασίας και υπηρεσίες πληροφοριών. Η προετοιμασία οφείλει να καλύπτει τόσο συμβατικά όσο και μη συμβατικά σενάρια. Η σύγχρονη απειλή περιλαμβάνει επιχειρήσεις κορεσμού με drones, πυραυλικές απειλές, κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης και οικονομικό εξαναγκασμό.

Κομβικό εργαλείο αποτελεί η θεσμοθέτηση συστηματικού στρατηγικού forecasting. Το κράτος πρέπει να λειτουργεί με πολυεπίπεδα σενάρια: διακοπές εφοδιαστικής αλυσίδας σε καύσιμα, τρόφιμα και φαρμακευτικό υλικό· πίεση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές και ενεργειακές εγκαταστάσεις· κρίση υδάτινων πόρων και υποδομών αφαλάτωσης· μαζικές μεταναστευτικές ή ανθρωπιστικές ροές.

Η ασφάλεια πλέον είναι διακλαδική και διατομεακή. Συνδέει logistics, ενέργεια, νερό, οικονομία και άμυνα σε ένα ενιαίο πλέγμα κρατικής ανθεκτικότητας. Χωρίς ανθεκτική εφοδιαστική βάση και ενεργειακή επάρκεια, καμία στρατιωτική δυνατότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Παράλληλα απαιτείται στρατιωτική προσαρμογή: ενίσχυση αντιαεροπορικής και αντι-drone άμυνας, διαλειτουργικά συστήματα διοίκησης και ελέγχου (C2), διακλαδικές ασκήσεις και υιοθέτηση προτύπων ΝΑΤΟ σε επίπεδο δογμάτων, εκπαίδευσης και εξοπλισμού. Η διαλειτουργικότητα αποτελεί επιχειρησιακή αναγκαιότητα.

Η δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, η αναβάθμιση διαδικασιών clearance σε κρίσιμες θέσεις και ένας πολυετής προϋπολογισμός που στηρίζει τεχνολογία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό αποτελούν θεμέλια βιώσιμης ασφάλειας.

Στη νέα εποχή, η αποτροπή δεν είναι μόνο στρατιωτική ισχύς. Είναι η ικανότητα ενός κράτους να συνεχίζει να λειτουργεί υπό πίεση, να προστατεύει τις υποδομές του και να διατηρεί τη θεσμική του συνοχή. Για την Κύπρο, η ασφάλεια αποτελεί ζήτημα εθνικής επιβίωσης και στρατηγικής ωριμότητας.»

Οι Βρετανικές Βάσεις και το όπλο «Μαυρίκιος»

Η συζήτηση για το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο καθίσταται σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ. Η δήλωση του Κιρ Στάρμερ ότι η χώρα του έχει παραχωρήσει στις ΗΠΑ, άδεια να χρησιμοποιήσουν βρετανικές βάσεις για επιχειρήσεις κατά των αποθηκών των ιρανικών πυραύλων έβαλε την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου σε κίνδυνο και υπενθύμισε σε όλους μας τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η λειτουργία τους. Το σενάριο να αποχωρήσουν οι Βάσεις από την Κύπρο δεν είναι ρεαλιστικό, για πολλούς λόγους που εξήγησαν διάφοροι αναλυτές τα 24ωρα που ακολούθησαν το πλήγμα από drone στο Ακρωτήρι. Εκείνο που μοιάζει εφικτό να γίνει, είναι να τεθεί θέμα  επαναδιαπραγμάτευσης του καθεστώτος των Βάσεων και τον εκσυγχρονισμό των όρων υπό τους οποίους αυτές θα μπορούν να λειτουργούν σε έδαφος της Δημοκρατίας. Αυτό προτείνει και ο τέως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Κώστας Κληρίδης.

Η Λευκωσία έχει μάλιστα και ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στα χέρια της, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας σημαντικός μοχλός πίεσης. Τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, για τον Μαυρίκιο, η οποία επικυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ο Μαυρίκιος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια παρόμοια κατάσταση μετά την αποικιοκρατική περίοδο, όταν το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε υπό τον έλεγχο του το αρχιπέλαγος των Τσάγκος. Το Δικαστήριο της Χάγης το 2019, έκρινε ότι η αποαποικιοποίηση της χώρας δεν ολοκληρώθηκε νόμιμα, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τον έλεγχο των Τσάγκος. Ακολούθησε ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ που κάλεσε το Λονδίνο να τερματίσει την αποικιακή διοίκηση του αρχιπελάγους. Παρότι το ζήτημα δεν έχει ακόμη λυθεί πλήρως, η διεθνής πίεση προς τη Βρετανία αυξήθηκε σημαντικά.

Η περίπτωση της Κύπρου συνιστά ακόμα ένα παράδειγμα ανολοκλήρωτης αποαποικιοποίησης, όπως την ορίζουν τα όργανα του ΟΗΕ. Και όλα όσα βιώνουμε την τελευταία εβδομάδα μας το υπενθυμίζουν με τον πιο άκομψο τρόπο.