«Μισολόγγι! Χαρά της ιστορίας, Γη επαγγελμένη! Πάνε εκατό χρόνια, κι ας πάνε. Η θύμηση άχρονη μπροστά σου θα γονατίζει», έγραψε ο Κωστής Παλαμάς το 1926, καθώς συμπληρωνόταν ένας αιώνας από την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Φέτος, 200 χρόνια μετά τη συγκλονιστική εποποιΐα, η θύμησή της, εμπλουτισμένη πια, τιμάται με λαμπρές εκδηλώσεις, κυρίως στην Ελλάδα αλλά και πέραν αυτής. Άλλωστε, η πτώση του Μεσολογγίου υπήρξε εξαρχής γεγονός διεθνούς σημασίας και ισχυρού συμβολισμού.

«Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη […] όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει», τονίζει ο Διονύσιος Σολωμός, προβάλλοντας την τραγικότητα της θυσίας των «ελεύθερων πολιορκημένων» Μεσολογγιτών σε ένα αναγεννώμενο περιβάλλον και τη συνακόλουθη αθανασία. «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι», επισημαίνει ο ίδιος.
Το ιστορικό των πολιορκιών
Το Μεσολόγγι επαναστάτησε και απελευθερώθηκε τον Μάιο του 1821. Πολιορκήθηκε πρώτη φορά, ανεπιτυχώς, το 1822. Τον Ιανουάριο του 1824 στην πόλη έφτασε ο Λόρδος Βύρων, ο οποίος, με τα γραπτά και τον θάνατό του (19.4.1824) συνέβαλε στη διεθνή απήχηση των γεγονότων της πόλης.
Παράλληλα, ο Ελβετός φιλέλληνας Ιάκωβος Μάγερ, άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».
Τον Φεβρουάριο του 1825, καθώς οι επαναστατημένοι Έλληνες σπαράσσονταν εμφυλίως, ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς αποβιβάστηκε Πελοπόννησο ενώ ο σουλτάνος όρισε επικεφαλής των οθωμανικών στρατευμάτων της Στερεάς Ελλάδας τον Κιουταχή, ο οποίος, τον Απρίλιο, άρχισε να πολιορκεί το Μεσολόγγι με 12.000 άνδρες. Από τις 12.000 περίπου των πολιορκουμένων μόλις οι 3.000 περίπου ήταν στρατιώτες.

Επανειλημμένα ο Ανδρέας Μιαούλης έσπασε τον κλοιό και εισήλθε με πλοία στη λιμνοθάλασσα μεταφέροντας προμήθειες. Τον Δεκέμβριο, ο Ιμπραήμ έσπευσε να συνδράμει τον Κιουταχή με περίπου 9.000 Αιγύπτιους στρατιώτες. «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου! Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι», περιγράφει ο Σολωμός.
«Η άνοιξις πλησιάζει, και ο αιμοσταγής εχθρός επαναλαμβάνει τας καθ’ ημών επιχειρήσεις του. Σήμερον η φρουρά μας βλέπει νέα κανονοστάσια έναντι του πολυπαθούς τείχους. Οι Γάλλοι και λοιποί Ευρωπαίοι οπαδοί του Ιμπραΐμ περιέρχονται με αλαζονείαν εις τα νέα οχυρώματα, και διδάσκουν τους λατρευτάς του Μωάμεθ τα συντελεστικώτερα μέσα περί του πώς να μας εξολοθρεύσουν ευκολώτερα και ταχύτερα», γράφτηκε τον Φεβρουάριο, στα «Ελληνικά Χρονικά».
Ακολούθησε ο αποκλεισμός του Μεσολογγίου από τις πηγές ανεφοδιασμού, με συνέπεια τη δημιουργία απελπιστικής κατάστασης. Οι κάτοικοι σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια, σκύλους, γάτες. Υποβλητικά σπαρακτικός ο Σολωμός: «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
‘Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει’».
Η Έξοδος
Υπό τις συνθήκες αυτές, οπλαρχηγοί και πρόκριτοι αποφάσισαν την έξοδο, νύχτα Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (10-11 Απριλίου). Καθώς, ωστόσο, το σχέδιο διέρρευσε στις εχθρικές δυνάμεις, οι
Τουρκοαιγύπτιοι επιτέθηκαν στους εξοδίτες, σκορπώντας τον θάνατο. Παράλληλα, ξεκίνησαν μέσα στην πόλη πυρπολήσεις, λεηλασίες και σφαγές γυναικοπαίδων και των άλλων αμάχων.
Ο πρόκριτος Χρήστος Καψάλης, αφού συγκέντρωσε ασθενείς και τραυματίες, πυρπόλησε την πυριτιδαποθήκη. Γράφει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, συμπυκνώνοντας περηφάνια, οδύνη και αθανασία:
«Στον τάφο του κλεισμένο, το Μεσολόγγι,
σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
δεν παραδίδει τα άρματα, δεν γέρνει το κεφάλι.
Το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του
κι ως φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό του.
Και θάβεται ολοζώντανο!».

Το ξημέρωμα της 11ης Απριλίου βρήκε το Μεσολόγγι και την ευρύτερη περιοχή γεμάτα σορούς. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Ιάκωβος Μάγερ και άλλοι φιλέλληνες. Περίπου 6.000 γυναικόπαιδα κατέληξαν σε σκλαβοπάζαρα. Μόνο 1.500 περίπου άνδρες, μερικές γυναίκες και ελάχιστα παιδιά κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Ο απόηχος της Εξόδου – ο πόνος και η δόξα
Η Έξοδος του Μεσολογγίου, τα άθλα και το ήθος των Ελλήνων και των Ελληνίδων και η τουρκική θηριωδία συνέβαλαν καθοριστικά στην αναζωογόνηση του φιλελληνισμού. Ποιητές, συγγραφείς, εικαστικοί και άλλοι πολίτες στράφηκαν με θαυμασμό και συμπάθεια στα κατορθώματα και τα πάθη των εφάμιλλων των αρχαίων ηρώων ανδρών και γυναικών. Στον αντίποδα, οι σφαγές και οι εξανδραποδισμοί καταγγέλλονταν με οργή.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ τονίζει δηκτικά:
«Και συ Ευρώπη Χριστιανή, δες το παράπονό μας!
Προτού να σ’ εύρει τ’ άδικο, πε μας τι προτιμάς;
Το Μουχαμέτη ή τον Χριστό; Σταυρόν ή γιαταγάνι;
Μαρτύρων φωτοστέφανο για χότζα με τουλπάνι;».
Ο Βίλχελμ Μύλλερ επισημαίνει: «Έπεσε η πόλη, πάρθηκε;
Όχι. Μέσα σε θρίαμβο βροντής, σε λαμπηδόνες αστραπής,
υψώθηκε στον ουρανό».
Παρόμοια και η προσέγγιση του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας:
«Ένδοξον είχες την τύχην, ως καμμία πόλις άλλη!
Ποτέ νίκη δεν υπήρξεν ως η πτώσις σου μεγάλη.
Τραύματα και όχι δάφνας φέρων επί των κροτάφων,
εβυθίσθη ο εχθρός σου εις ανοιγμένον τάφον».
«Kείνοι που επράξαν το κακό – τους πήρε μαύρο σύγνεφο», αποφαίνεται ο Οδυσσέας Ελύτης.
Στην έκθεση της γκαλερί Lebrun «προς ενίσχυση των Ελλήνων» (1826) παρουσιάστηκε και «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου», του Ευγένιου Ντελακρουά. Υπενθυμίζεται πως ο εμβληματικός πίνακας, οποίος ανήκει στο Μουσείο Καλών Τεχνών στο Μπορντώ, ταξίδεψε στην Ελλάδα και εκτίθεται (έως τέλος Νοεμβρίου), στο Ξενοκράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο (Μεσολόγγι). Η Ελλάδα προβάλλεται ως πενθούσα κόρη, με ενδυμασία ανοικτή στο στήθος. Πατά πάνω σε συντρίμμια, τα οποία έχουν καταπλακώσει έναν αγωνιστή ενώ με μάτια και χέρια καλεί σε θέαση και συμπάθεια.
Σπαρακτικά επιβλητικός είναι και πίνακας του Εμίλ Ντε Λασάνκ, ο οποίος εικονίζει γυναίκα να στρέφει το ξίφος στο στήθος. Άψυχο κρατά το σώμα του παιδιού της, το οποίο έχει μόλις σκοτώσει, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών.
Οι διπλωμάτες ήταν λιγότερο ρομαντικοί από τους καλλιτέχνες. Σε αναφορά, στον απόηχο της τραγωδίας, ο Βρετανός πρόξενος στην Πρέβεζα έγραψε στο Υπουργείο των Εξωτερικών ικανοποιημένος για τη διασφάλιση των βρετανικών συμφερόντων μετά την αποκατάσταση της Οθωμανικής Αρχής σε Ακαρνανία και Αιτωλία.
Το Μεσολόγγι επισφράγισε τη συμπερίληψη στο ελληνικό κράτος τον Μάιο του 1829, αφού απελευθερώθηκε. Προηγήθηκε, στις 20.10.1827, η ναυμαχία του Ναβαρίνου, κατά την οποίαν οι στόλοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας καταναυμάχησαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο.
Μεσολογγίτης και ο ίδιος, ο Σπυρίδων Τρικούπης επισημαίνει, στην Ιστορία του, πως η πόλη του Μεσολογγίου, η οποία αγωνιζόμενη δόξασε την Ελλάδα, έμελλε πέφτοντας να την αναστήσει. Και αυτό, διότι οι τουρκικές θηριωδίες επιτάχυναν την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα
Το 1853, ο Θεόδωρος Βρυζάκης κόμισε στην ελληνική πινακοθήκη την πλέον δραματική αναπαράσταση της Εξόδου του Μεσολογγίου. Στο επίγειο τμήμα, πάνω σε μια ξύλινη γέφυρα, οι αγωνιστές ορμούν έξω από την πύλη του τείχους, σπαθοφόροι και τυφεκιοφόροι. Ένας άνδρας υψώνει την ελληνική σημαία. Τουφέκια κρατούν και γυναίκες, στοχεύοντας τους εχθρούς που καραδοκούν. Μερικοί εξοδίτες έχουν κιόλας πληγωθεί, άλλοι κείτονται νεκροί.
Στο ουράνιο τμήμα, ο ένθρονος Παντοκράτορας ευλογεί τους αγωνιστές, ενώ άγγελοι με βάια και δάφνινα στεφάνια ετοιμάζονται να υποδεχθούν τους ήρωες.
Μετεξέλιξη, τρόπον τινά της «Ελλάδας στα ερείπια του Μεσολογγίου» και της «Εξόδου» αποτελεί «Η Ελλάς ευγνωμονούσα» του Βρυζάκη (1858). «Μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα» η δαφνοστεφανωμένη Ελλάδα προβάλλει την αυτοθυσία, την ανιδιοτελή προσφορά και, κυρίως, τη λύτρωση ως ευγνωμοσύνη, τερματισμό της ορφάνιας και συμπερίληψη στο εξελισσόμενο κράτος.
Κύπριοι στο Μεσολόγγι
Στο Μεσολόγγι αγωνίστηκαν και οκτώ Κύπριοι: Θεόφιλος Θησεύς, Νικόλαος Χατζησάββας, Xατζηχριστόδουλος Kοκκινόφτας, Γιάννης Πασαπόρτης, Ιωάννης Κύπριος, Παντελής Γεωργίου Oρφανός, καπετάν Ιωάννης Κύπριος και Μιχαήλ Αντωνίου. Τη συμβολή αυτή τιμά και υπενθυμίζει, από το 2006, μνημείο, στον «Κήπο των Ηρώων» της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου.

Η επικαιρότητα της Εξόδου του Μεσολογγίου
Το Μεσολόγγι είναι επίκαιρο, ανεξαρτήτως επετείων. Είναι σύμβολο φωτός και ελευθερίας, ανένδοτης αγωνιστικότητας και αυτοθυσίας, αντοχής, υπομονής και αξιοπρέπειας· είναι συστατικό εθνικής ταυτότητας. Και, όπως επισήμανε και ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1981), «Είμαστε υποχρεωμένοι να διατηρήσουμε την ταυτότητα αυτού του τόπου, από πατριωτικό και ανθρώπινο χρέος. Το φως χρειάζεται για να φωτίσουμε και την ανθρωπότητα στις δύσκολες ώρες της. Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι, αυτή τη στιγμή, ένα πολιορκημένο Μεσολόγγι, από τα όπλα της αλογιστίας κι εμείς [οι Έλληνες] γνωρίζουμε από εξόδους. Ξέρουμε να βγαίνουμε απ’ το σκοτάδι».
*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.