Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις τον Δεκέμβρη του 1963 και τη φυγή των Τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση, τη βουλή και τη δημόσια υπηρεσία ο νατοϊκός παράγοντας θέλησε να κρατήσει το κυπριακό μέσα στα δικά του πλαίσια και να αποτρέψει κάθε προσπάθεια διεθνοποίησής του.
Η Βρετανία στα πλαίσια αυτής της πολιτικής κάλεσε τον Γενάρη του 1964 πενταμερή διάσκεψη στο Λονδίνο. Σ’αυτή θα συμμετείχαν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και οι δυο κυπριακές κοινότητες.
Ο Μακάριος κάτω από την πίεση των Βρετανών και μετά την αποδοχή της πρότασής τους από τα άλλα «ενδιαφερόμενα μέρη» δέχτηκε να γίνει η διάσκεψη. Χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Μπίτσιος γράφει («Κρίσιμες ώρες, σελ. 143):
“O Yπουργός Κοινοπολιτείας έλεγε στον Πρέσβυ μας ότι αν ο Αρχιεπίσκοπος φέρει δυσκολίες και η Τουρκία επέμβει στρατιωτικώς, οι αγγλικές δυνάμεις θα αποσυρθούν στις βάσεις τους».
Στις 15 Γενάρη η διάσκεψη άρχισε και στις 28 του Γενάρη ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού ζήτησε από τον Αμερικάνο πρεσβευτή στην Άγκυρα την επέμβαση της χώρας του στο κυπριακό. Είπε συγκεκριμένα ο Ιονού:
«Ζητώ από τις Ηνωμένες Πολιτείες να επέμβουν, ώστε να εξασφαλίσουν εγγυήσεις για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, διαφορετικά η Τουρκία θα ενεργήσει μονόπλευρα, μόλις ξαναρχίσει η βία».
Την επόμενη μέρα οι ΗΠΑ ανταποκρίθηκαν με προθυμία στην τουρκική έκκληση απειλώντας μάλιστα τους Ελληνοκυπρίους με χρησιμοποίηση του έκτου αμερικανικού στόλου. Συγκεκριμένα, ο Αμερικάνος υπουργός του Ναυτικού Πολ Νίτσε δήλωσε πως «ο έχτος στόλος είναι έτοιμος να εκτελέσει οποιαδήποτε διαταγή του προέδρου Τζόνσον για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Κύπρο».
Οι Αμερικάνοι όμως είχαν ήδη επέμβει στο κυπριακό. Η μάλλον θεωρείται πως από τότε οι Βρετανοί τούς παρέδωσαν το πρόβλημα. Η ανάμειξη των Αμερικάνων είχε γίνει μέσω του υφυπουργού. Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ. Συγκεκριμένα, αυτός είχε ετοιμάσει σε συνεργασία με τον Βρετανό υπουργό Κοινοπολιτείας Ντάνκαν Σαντς ένα σχέδιο για το κυπριακό που παρουσίασε τις 31 του Γενάρη του 1964 στη διάσκεψη ο Βρετανός υπουργός. Είναι το σχέδιο που έχει μείνει στην ιστορία με το όνομα σχέδιο Σαντς-Μπολ.
Οι πιέσεις Μπολ στον Μακάριο
Παρόλη την αποτυχία της διάσκεψης του Λονδίνου, οι Αμερικάνοι εξακολούθησαν τις πιέσεις τους για επιβολή του σχεδίου Σαντς-Μπόλ. Μάλιστα, ο Τζόρτζ Μπολ έφτασε στην Κύπρο και είχε δύο συναντήσεις με τον πρόεδρο Μακάριο στις 12 και 13 του Φλεβάρη επιμένοντας στην εφαρμογή του αγγλοαμερικανικού σχεδίου με κάποιες τροποποιήσεις. Μια από αυτές πρόβλεπε να στείλουν στην Κύπρο στρατεύματα κατοχής όχι μόνο χώρες του ΝΑΤΟ αλλά και ουδέτερες. Όμως, και με αυτή τη διευθέτηση η εξουσία θα ήταν και πάλι στα χέρια της δυτικής συμμαχίας.

Οι Αμερικάνοι επιδίωκαν με την επιβολή του σχεδίου να αποφύγουν και την κυπριακή προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη και την ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης στο κυπριακό αφού αυτή υποστήριζε την κυπριακή ανεξαρτησία.
Παρόλες τις πιέσεις του Μπόλ ο Μακάριος έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στα σχέδια των Αμερικάνων απορρίπτοντας οριστικά τις προτάσεις Σάντς Μπολ και αργότερα με την προσφυγή στον ΟΗΕ πέτυχε στις 4 του Μάρτη του 1964 το ψήφισμα 186 που αναγνώρισε την κυβέρνηση του Μακάριου ως τη νόμιμη κυβέρνηση παρά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων.
Οι αποκαλύψεις Μπολ
Εκπληκτικές για την αμερικανική πολιτική στο κυπριακό στο 1964 ήταν οι αποκαλύψεις που έκανε αρκετά χρόνια αργότερα στους συγγραφείς Κ. Βενιζέλο και Μ. Ιγνατίου. Μερικές από αυτές περιέχονται στο βιβλίο του Περικλή Νεάρχου «Κύπρος, Πορεία αγώνων και το τραγικό τίμημα του ελλείματος στρατηγικής, Τόμος 1, σελ. 372-373».
Ο Μπολ λοιπόν παραδέχτηκε πως «η διχοτόμηση παρέμενε στους εναλλακτικούς σχεδιασμούς ως η ιδανική διένθέτηση» και τόνισε και τα ακόλουθα:
“Αναλαμβάνοντάς την αποστολή μας, στόχος μας ήταν η διχοτόμηση … Αναλύομε κάθε πιθανότητα. Και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και τη διπλή Ένωση. Το μόνο πράγμα που για μένα ήταν το κλειδί για την ειρήνη μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας ήταν ο διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων. Η κάθε κοινότητα έπρεπε να έχει αυτονομία από την άλλη».
Ο Μπολ ακόμα τόνισε πως η ιδέα της διχοτόμησης ήταν η επίσημη αμερικανική πολιτική λέγοντας:
“Στα ανώτερα κλιμάκια της αμερικανικής κυβερνήσεις επικρατούσε τότε η γνώμη ότι η Ελληνοτουρκική διαφορά για την Κύπρο θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο με τη διχοτόμηση ή τη διπλή ένωση».
Μετά ο αμερικάνος Υφυπουργός αποκάλυψε πως ο αντιπρόσωπος της χώρας του στον Ο.Η.Ε. Ατλάι Στίβενσον του είπε πως ο μόνος τρόπος να κάνεις δουλειά με τον Μακάριο είναι «να τον βρίσεις τον γερομπάσταρδο».
Ο Μπολ επίσης απείλησε εκβιαστικά τον αρχιεπίσκοπο λέγοντάς του: “Eάν αποτύχει η ειρηνευτική αποστολή μου, η Τουρκία θα εισβάλει και ούτε οι ΗΠΑ ούτε άλλη δυτική δύναμη θα σηκώσουν το δακτυλάκι τους για να τη σταματήσουν».
Τέλος, ο Μπολ από τη μια παραδεχόταν πως ο Μακάριος ήταν «εντυπωσιακός, γοητευτικός, πολύ έξυπνος» και από την άλλη έλεγε πως ήταν «δολοπλόκος, διαβολικός, απείθαρχος, ανέντιμος».
Ο Περικλής Νεάρχου σχολιάζοντας τα πιο πάνω εύστοχα αναφέρει (στο ίδιο, σελ. 373-374):
“To να χαρακτηρίζει «ανέντιμο» ο Μπολ έναν ηγέτη που αγωνιζόταν να υπερασπίσει την πατρίδα του, όταν ο συνομιλητής του ομολογεί ότι είχε ως σκοπό την επιβολή της διχοτομήσεως, είναι το άκρον άωτον του πολιτικού θράσους. Ήταν δηλαδή «εντιμότητα» η προσπάθεια επιβολής της διχοτομήσεως, σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού της Κύπρου;»
Η μεσολάβηση Άτσεσον
Η επόμενη κίνηση του Τζόνσον ήταν η πρόσκλησή του στους Πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας να μεταβούν στην Αμερική και να σuζητήσουν το κυπριακό, που έπρεπε να παραμείνει μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
Ο Παπανδρέου αποδέχθηκε να μεταβεί στην Αμερική, αλλά απέρριψε τις απευθείας συνομιλίες με τον Ινονού.
Ο Παπανδρέου και οι υπουργοί του Κωστόπουλος και Α. Παπανδρέου είχαν εφτά συναντήσεις με Αμερικάνους επίσημους από τις 24 του Ιούνη μέχρι τις 28 του μήνα. Εκεί άκουσαν απειλητικές προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο τουρκικής εισβολής που δεν θα μπορούσαν ξανά να αποτρέψουν οι Αμερικάνοι και για την «ισχυρή» Τουρκία που θα νικούσε την Ελλάδα σ’ ένα πόλεμο.
Τελικά, η ελληνική αντιπροσωπεία αποδέχτηκε να μεσολαβήσει για το κυπριακό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία ο Αμερικάνος πολιτικός Ντιν Άτσεσον, αλλά χωρίς να παρακάμπτει τον μεσολαβητή του Ο.Η.Ε Σάκαρι Τουομιόγια.

Οι συνομιλίες της Γενεύης και το σχέδιο Άτσεσον
Τελικά, ο Άτσεσον τον Ιούλη του 1964 εγκαθίσταται στη Γενεύη και συνομιλεί με τους εκπροσώπους της Ελλάδας και της Τουρκίας Νικολαρείζη και Ερίμ και εκεί διαμορφώνεται ένα σχέδιο που παραχωρεί στην Τουρκία την Καρπασία και αργότερα την προσφέρει σ’αυτή με ενοικίαση για 50 χρόνια.
Στο ερώτημα αν το σχέδιο Άτσεσον ήταν σχέδιο ένωσης η διχοτόμησης την απάντηση δίνει ο ίδιος ο κατασκευαστής του που στις 27 του Οκτώβρη του 1966 σε διάλεξή του έλεγε (Σπ. Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, τόμος Β, σελ. 68-69):
“H καλλιτέρα λύσις του κυπριακού θα ήτο η διχοτόμησις της Νήσου η οποία όμως μόνον διά πιέσεως επί του Μακαρίου ηδύνατο να επιβληθεί. Εάν είχον εις την διάθεσίν μου τον έκτον στόλον της Μεσογείου, θα ηδυνάμην να διευθετήσω το κυπριακό πρόβλημα αύριον».
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ τότε θέλησε να διαχωρίσει τη θέση της από τον Άτσεσον δηλώντας πως «αι απόψεις τον κ. Άτσεσον είναι γνωσταί από τριών ετών και, επομένως, αι δηλώσεις του ουδέν το νεότερον προσθέτουν».

Αφού λοιπόν οι διχοτομικές απόψεις του Άτσεσον ήτοι «γνωσταί από τριών ετών», όταν οι ΗΠΑ τον διόριζαν μεσολαβητή στο κυπριακό το 1964, επιδίωκαν την προώθηση της διχοτόμησης της Κύπρου.
Μάλιστα, όταν στις 7 του Αυγούστου του 1964, μετά τις μάχες της Μαντσούρας, η Τουρκία άρχισε τους βομβαρδισμούς στην Κύπρο, όπως αποκαλύπτει ο Κληρίδης στις 12 του Αυγούστου του 1964, οι βομβαρδισμοί αυτοί έγιναν με την έγκριση των ΗΠΑ και της Βρετανίας (Άρ. Κάτση, Από την ανεξαρτησία στην τουρκική εισβολή, σελ. 58-59).
Οι αποκαλύψεις αμερικανικών εγγράφων
To πώς σκέφτονταν τότε για την Κύπρο οι ηγέτες των ΗΠΑ φαίνεται από έγγραφα που παρουσιάζει ο Μαρίνος Σιζόπουλος στο βιβλίο του «Κύπρος, μια μακρά περίοδος προδοσίας (1955-1974)».
Στις 23 του Αυγούστου του 1964 η αμερικάνικη πρεσβεία στην Άγκυρα στέλνει μήνυμα στον υφυπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ στο οποίο αναφέρει (Σιζόπουλου, σελ. 54):
«Βρισκόμαστε μόλις ένα μήνα πριν τεθεί η Κύπρος από κομουνιστική κυριαρχία και δούμε να εγκαθίστανται σοβιετικές βάσεις στο νησί σαν κι εκείνες παλαιότερα των Βρετανών.
Στις 19 του Αυγούστου ο Άτσεσον σε μήνυμά του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ έλεγε (Σιζόπουλου, στο ίδιο, σελ. 58):
«Αν η κατάσταση φθάσει στο σημείο όπου πρέπει να πείσουμε τον Μακάριο, ο Πλάζα θα είναι χρήσιμος όσο κανείς. Από την άλλη, όμως αν χρειάζεται απομάκρυνση του Μακάριου, αυτό θα είναι μεγάλο εμπόδιο».
Το θέμα της ανατροπής του Μακάριου απασχολούσε ιδιαίτερα τους Αμερικάνους που έδιναν την συγκατάθεσή τους για τέτοια ενέργεια, όπως φαίνεται από το πιο κάτω απόσπασμα του τηλεγραφήματος του Μπολ στον Άτσεσον που αναφέρει (στο ίδιο, σελ. 59-61):
«Το αρχηγείο της CAS μάς ενημέρωσε ότι ο ελληνικός στρατός διαθέτει την ισχύ στο νησί για να τακτοποιήσει το θέμα με τον Μακάριο, αν του δοθεί η εντολή. Έτσι, το μπαλάκι της απόφασης το πετάμε πίσω στην Αθήνα και πιστεύω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή είναι και η δική μας αντίληψη για την κατάσταση».
Στο ίδιο τηλεγράφημα διαβάζουμε (σελ.60) πως «η Αθήνα φοβάται να κινηθεί εναντίον του Μακάριου), εκτός και αν ο στρατηγός Γρίβας είναι διατεθειμένος να αναλάβει τη συγκεκριμένη ευθύνη. Πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να κινηθούμε προς την κατεύθυνση επηρεασμού του στρατηγού Γρίβα, κάτι που δεν κάναμε ακόμη».
Στις 13 του Ιούνη του 1964 η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα πληροφορούσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις εντυπώσεις του συνεργάτη της Κοτσαρίδα από την επίσκεψή του στην Τουρκία. Έγραφε λοιπόν η πρεσβεία (στο ίδιο, σελ. 61):
«Το πλέον αντιπαθητικό στοιχείο για τους Τούρκους είναι ο Μακάριος. Αν αποχωρούσε από την πολιτική σκηνή, θα προσέφερε μεγάλη βοήθεια στον Ινονού. Ανέφερε μάλιστα ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα έπρεπε να μελετήσει σοβαρά το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του Μακαρίου και επιστροφή του Γρίβα στην Κύπρο. Ως στρατιωτικός άντρας (ο Γρίβας) που κρατεί τον λόγο του, είναι περισσότερο της εμπιστοσύνης για τους Τούρκους και θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι η Κύπρος θα παρέμενε στο δυτικό στρατόπεδο».
Η Ουάσιγκτον στην ιδέα ανατροπής του Μακάριου κατορθώνει και βρίσκει στήριξη σε Ελλαδίτες πολιτικούς. Στις 31 του Ιούλη του 1964 η πρεσβεία των Η.Π.Α. στη Λευκωσία σε έκθεσή της στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρεται στον πρώην βουλευτή της ΕΡΕ Νικόλα Φαρμάκη «που προτίθεται να εισηγηθεί στους συναδέλφους του την ανατροπή του Μακάριου, σελ. 61)».

Επίσης, έκθεση της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου το 1964 (σελ. 62) που κοινοποιήθηκε στον Άτσεσον αναφέρει πως «ο στρατηγός Λαναράς, τον οποίο ο Γαρουφαλιάς σχεδίαζε να στείλει στην Κύπρο, δεν θα πάει τελικά», γιατί ο Λαναράς εξέφρασε κάποιους δισταγμούς όταν ο Γαρουφαλιάς τον πληροφόρησε ότι κάποια στιγμή ίσως διαταχθεί να ανατρέψει τον Μακάριο».
Τι ακριβώς περιλάμβανε το Σχέδιο Σαντς – Μπολ
Το σχέδιο Σαντς-Μπολ πρόβλεπε βασικά τα πιο κάτω:
α) Να σταλεί στην Κύπρο μια «ειρηνευτική δύναμη» από νατοϊκά στρατεύματα που θ’ανέρχονταν τουλάχιστο σε δέκα χιλιάδες. Αυτά θα διοικούνταν από Βρετανό και μέρος αυτών θα αποτελούσαν η ΕΛΔΥΚ και η ΤΟΥΡΔΥΚ.
β) Να δημιουργηθεί στο Λονδίνο μια επιτροπή από τους πρεσβευτές των κρατών που θα έστελναν στρατό στην Κύπρο. Αυτή θα είχε το δικαίωμα να καθορίζει πολιτική γραμμή για την εξέλιξη της κατάστασης στο νησί.
γ)Να διοριστεί από την Αμερική και τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις ένας μεσολαβητής που θα γινόταν δεχτός από τον Μακάριο και τον Κουτσιούκ για να βοηθήσει στη διευθέτηση του συνταγματικού προβλήματος.
Αυτές οι προτάσεις επιδίωκαν την κατάργηση του κυπριακού κράτους. Η Κύπρος θα διοικούνταν από μια νατοϊκή επιτροπή στο Λονδίνο και θα βρισκόταν κάτω από την κατοχή των νατοϊκών στρατευμάτων, που με τη δύναμη των όπλων τους, θα μπορούσαν να επιβάλουν τη διχοτόμηση, που αποτελούσε, όπως θα δούμε πιο κάτω, την επίσημη πολιτική των ΗΠΑ.
Η Τουρκία και η αντιπροσωπεία των Τουρκοκυπρίων φυσικά αποδέχτηκαν το αγγλοαμερικανικό σχέδιο. Η ελληνοκυπριακή όμως αντιπροσωπεία που την αποτελούσαν οι Γλαύκος Κληρίδης, Τάσσος Παπαδόπουλος και Στέλλα Σουλιώτη και ο υπουργός εξωτερικών Σπύρος Κυπριανού που ήταν παρών στη διάσκεψη αντιλήφθηκαν τους κινδύνους που περιείχε το σχέδιο και το απέρριψαν αμέσως.
Αντίθετα, η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Αθήνας με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο, ύστερα από σύσκεψη που έγινε υπό την προεδρία του διαδόχου Κωνσταντίνου και με τη συμμετοχή των πολιτικών αρχηγών Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλου αποφάσισε την αποδοχή του σχεδίου ζητώντας κάποιες τροποποιήσεις, όπως αναφορά την ύπαρξη προέδρου και αντιπροέδρου της Κύπρου και τη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην επιτροπή του Λονδίνου.
Ο Νίκος Κρανιδιώτης, πρεσβευτής τότε της Κύπρου στην Αθήνα, (Ανοχύρωτη πολιτεία, τόμος Α’, σελ. 112-113) γράφει για τις συναντήσεις που είχε στις 30 του Γενάρη με τον Παρασκευόπουλο και την επόμενη μέρα με τον διάδοχο και για τη θετική στάση με την οποία αντιμετώπιζαν και οι δύο τις αγγλοαμερικανικές προτάσεις.
Ακόμα, ο διάδοχος πληροφόρησε τον Κρανιδιώτη πως η επίσκεψη του διοικητή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στρατηγού Λέμνιτσερ στην Τουρκία και στην Ελλάδα, «έγινε ύστερα από ενέργειες της Βασίλισσας Φρειδερίκης-που βρισκόταν τότε στην Αμερική».
Πάντως o Mακάριος αποκάλυψε πως η Φρειδερίκη, ο Παρασκευόπουλος και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με τηλεφωνήματά τους συνέχεια τον πίεζαν να υποκύψει στις νατοϊκές απαιτήσεις.
Τελικά, στις 10 του Φλεβάρη του 1964 η διάσκεψη του Λονδίνου τέλειωσε χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Οι Αγγλοαμερικάνοι απέτυχαν να επιβάλουν το σχέδιό τους και να προωθήσουν την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αξιολόγηση έγγραφων και γεγονότων
Σ’αυτά τα αμερικανικά έγγραφα κυριαρχεί η πολιτική των Αμερικάνων για την ανάγκη ανατροπής του Μακάριου, την οποία επιθυμούν, αφού όπως τονίζει ο Μπολ, «αυτή είναι και η δική μας αντίληψη».
Η αντιπάθεια των Αμερικάνων για το Μακάριο οφείλεται στην αντίστασή του στην πολιτική της διχοτόμησης που ήταν η επίσημη πολιτική των Η.Π.Α, όπως το ομολόγησαν και ο Μπολ που είπε πως «στόχος μας ήταν η διχοτόμηση» και ο Άτσεσον που διακήρυξε πως «η καλλιτέρα λύσις του Κυπριακού θα ήτο η διχοτόμησις». Τα ίδια αισθήματα που είχαν οι Αμερικάνοι για τον Μακάριο τα είχαν για τον ίδιο λόγο και οι Τούρκοι που, όπως είπε ο Κοτσαρίδας, ήταν γι’αυτούς «το πλέον αντιπαθητικό στοιχείο».
Βέβαια, ήταν θετική η αμερικανική θέση του Ιούνη του 1964, όταν εμπόδισαν τους Τούρκους να εισβάλουν στην Κύπρο. Αυτό όμως δεν έγινε για λόγους αρχής, αλλά γιατί φοβήθηκαν μια σοβιετική επέμβαση. Άλλωστε, δύο μήνες αργότερα επέτρεψαν στην Άγκυρα να βομβαρδίσει την πατρίδα μας. Σταθερή πολιτική των Η.Π.Α. στο κυπριακό το 1964 ήταν η διχοτόμηση. Αυτό όμως που δεν κατάφεραν τότε οι Αμερικάνοι να πετύχουν, δέκα χρόνια αργότερα έγινε πραγματικότητα.