Ως Ελλαδίτης ιεράς στην Κύπρο καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για κατοχή τριών κιλών ναρκωτικών και για δυο υποθέσεις απάτης. Του αφαιρέθηκαν τα ράσα και όταν αποφυλακίστηκε το 2015, άλλαξε επίθετο και σπούδασε νομικά ασκώντας το επάγγελμα του δικηγόρου. Το 2026 του αφαιρέθηκε η άδεια λόγω του ότι γράφτηκε δικηγόρος με ψευδείς παραστάσεις.
Ο εν λόγω δικηγόρος αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας προνομιακά εντάλματα για την ανατροπή της απόφασης διαγραφής του, όμως δικαστής του έκλεισε την πόρτα, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αφού θα έπρεπε να αποταθεί σε άλλο δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο αιτητής είναι Έλληνας υπήκοος. Αφίχθη στην Κύπρο στις 4.4.2002, ως ιερέας, διορίστηκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και υπηρετούσε σε διάφορες ενορίες. Στις 4.4.2012, κατά την άφιξη του από την Αθήνα στο αεροδρόμιο Λάρνακας, σε έλεγχο των αποσκευών του από το τελωνείο, ανευρέθηκε σε αποσκευή του κάνναβη συνολικού βάρους 2980 γρ. Συνελήφθη και κατηγορήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας-Αμμοχώστου για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, εισαγωγής, κατοχής και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.
Κατόπιν παραδοχής του, και αφού λήφθηκαν υπόψη ακόμα δύο υποθέσεις για αδικήματα απάτης, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (η μία) και πώλησης δύο τάφων καθ’ ον χρόνο ήταν ιερέας (η δεύτερη), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Στις 5.2.2013 η Ιερά Σύνοδος τον καθαίρεσε και τον επανέφερε στην τάξη των λαϊκών.
Στις 25.2.2015, αφού έλαβε προεδρική χάρη για το ¼ της ποινής του, απολύθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές και αμέσως συνελήφθη από την ΥΑΜ και απελάθηκε αυθημερόν στην Ελλάδα δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του. Σε προσφυγή εναντίον των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, αυτά ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση ημερ. 22.10.2015.
Ο αιτητής προέβη στις νενομισμένες διαδικασίες στην Ελλάδα και άλλαξε το επίθετο του. Μετά από φοίτηση στην Κύπρο γράφτηκε πρώτα ως ασκούμενος δικηγόρος και μετά ως δικηγόρος, ενώ ενέγραψε δικηγορική εταιρεία. Τότε προέκυψε καταγγελία του ως προς τις συνθήκες εγγραφής του ως δικηγόρος και το Πειθαρχικό Συμβούλιο τον απάλλαξε.
Στις 20.4.2023 ο τότε Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών απέστειλε επιστολή-καταγγελία στον πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Γενικό Εισαγγελέα, με θέμα «Παραπληροφόρηση και ψευδείς πληροφορίες σε αιτούντες διεθνούς προστασίας από τη δικηγορική εταιρεία «ΧΧ ΧΧ και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.». Μεταξύ άλλων, στην επιστολή γινόταν αναφορά στην προηγούμενη ιδιότητα του αιτητή ως ιερέα και στην καταδίκη του και ζητούσε όπως ο Σύλλογος προβεί στις δικές του ενέργειες και τον ενημερώσει σχετικά.
Στην πειθαρχική έρευνα που διενεργήθηκε απαλλάγηκε και διενεργήθηκε νέα στη βάση του γεγονότος ότι προσκόμισε ψευδείς παραστάσεις για την εγγραφή του στο Νομικό Συμβούλιο ως ασκούμενου δικηγόρου και κατά συνέπεια την έγκριση και εγγραφή του στο Μητρώο Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα. Και αυτή η πειθαρχική έκλεισε αφού τα ίδια ζητήματα είχαν εξεταστεί στην πρώτη πειθαρχική.
Τελικά, στις 18.3.2026 του επιδόθηκε η απόφαση του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερ. 9.2.2026 για τη διαγραφή του από το «Μητρώο Δικηγόρων» βάσει του άρθρου 6Α(4) του Κεφ. 2.
Το Ανώτατο εξετάζοντας την αίτησή του, ανέφερε ότι το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η παρούσα περίπτωση, αναφέρει, αφορά εξουσία του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δυνάμει άλλου Νόμου με άλλες εξουσίες, ήτοι του Κεφ. 2 και όχι του νόμου με τον οποίο ο Σύλλογος λειτουργεί ως Εποπτική Αρχή, όπως ήταν και η εισήγηση του δικηγόρου του αιτητή.
Τελική κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν ότι στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση, η οποία και υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη.