Παράνομη στάθμευση σε χώρο αποκλειστικά για τροφοδοσία κατέληξε μέχρι το Εφετείο, με τον οδηγό όχι μόνο να αμφισβητεί την καταδίκη του, αλλά να προβάλλει και σειρά επιχειρημάτων που τελικά κατέρρευσαν, οδηγώντας το Δικαστήριο στην οριστική επικύρωση της ενοχής του, όπως αυτή προέκυψε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.

Η υπόθεση αφορούσε κατηγορία παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, καθώς ο εφεσείων κρίθηκε ότι στάθμευσε το όχημά του σε χώρο που προοριζόταν αποκλειστικά για οχήματα τροφοδοσίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε καταλήξει σε ετυμηγορία ενοχής, αποδεχόμενο τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου.

Ο εφεσείων προσέβαλε την απόφαση με εννέα λόγους έφεσης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι το κατηγορητήριο στηριζόταν σε λανθασμένη νομική βάση, ότι δεν αποδείχθηκε πως οδηγούσε ο ίδιος το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο και ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της σχετικής πινακίδας.

Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση, απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς. Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, έκρινε ότι υπήρχε επαρκής νομική βάση για την κλήση του εφεσείοντα σε απολογία, υποδεικνύοντας ότι η ισχύουσα νομοθεσία επιβάλλει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τα σήματα τροχαίας όχι μόνο στον οδηγό, αλλά και σε πρόσωπα που έχουν την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν αποδείχθηκε ποιος οδηγούσε το όχημα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι από τη συνολική μαρτυρία και τις ίδιες τις θέσεις του εφεσείοντα προέκυπτε σαφώς σύνδεσή του με το όχημα και το περιστατικό. Επισημάνθηκε επίσης ότι ο ίδιος είχε προβάλει ισχυρισμούς περί κακόβουλης καταγγελίας εις βάρος του, οι οποίοι όμως δεν τεκμηριώθηκαν.

Το Εφετείο απέρριψε και τα επιχειρήματα σχετικά με την πινακίδα τροχαίας, κρίνοντας ότι υπήρχε σαφής και αξιόπιστη μαρτυρία για το περιεχόμενό της και ότι η απαγόρευση στάθμευσης σε μη προμηθευτικά οχήματα ήταν ξεκάθαρη. Τόνισε ότι ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την κατανόηση της απαγόρευσης, ούτε ισχυρίστηκε ότι το όχημά του χρησιμοποιείτο για σκοπούς τροφοδοσίας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στους λόγους έφεσης που αφορούσαν τη διάκριση μεταξύ «οχημάτων τροφοδοσίας» και «προμηθευτικών οχημάτων». Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάκριση αυτή δεν ήταν ουσιώδης για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς η ουσία της παράβασης ήταν η μη συμμόρφωση προς το σήμα τροχαίας και όχι ο χαρακτηρισμός του οχήματος.

Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Εφετείο επανέλαβε ότι δεν παρεμβαίνει εύκολα σε πρωτόδικες κρίσεις εκτός αν διαπιστωθεί σαφές σφάλμα. Διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αξιολογήσει επαρκώς τις καταθέσεις των μαρτύρων, περιλαμβανομένων και των προσώπων που φέρονταν να έχουν προηγούμενες διαφορές με τον εφεσείοντα, χωρίς να προκύπτει κακοβουλία στη δίωξη.

Τέλος, απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι δεν αποδείχθηκε η νομιμότητα τοποθέτησης της επίδικης πινακίδας. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την εφαρμογή της αρχής της κανονικότητας, σημειώνοντας ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία που να ανατρέπει το τεκμήριο ότι οι αρμόδιες αρχές ενήργησαν νόμιμα.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή και εντός των πλαισίων της αποδεικτικής διαδικασίας, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης και επικυρώνοντας την καταδίκη του εφεσείοντα.