Τέλος στην περιπέτεια μητέρας από τη Λεμεσό έβαλε το Εφετείο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση που θα την έστελνε στη φυλακή για παρακοή διατάγματος επικοινωνίας.

Η υπόθεση αφορούσε πρώην συζύγους, οι οποίοι απέκτησαν παιδί το 2014. Με διάταγμα του 2019, η φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου ανατέθηκε στη μητέρα, ενώ καθορίστηκε πρόγραμμα επικοινωνίας με τον πατέρα, με σταδιακή αύξηση του χρόνου επαφής.

Ο πατέρας είχε καταχωρίσει αίτηση παρακοής τον Μάιο του 2022, επικαλούμενος δέκα περιστατικά κατά τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με το παιδί, παρά την παρουσία του στην κατοικία της μητέρας. Επιπλέον, ο πατέρας υποστήριξε ότι η μητέρα παρεμπόδιζε την εφαρμογή του διατάγματος.

Η μητέρα, από την πλευρά της, δεν αμφισβήτησε ότι η επικοινωνία δεν πραγματοποιήθηκε, ωστόσο, υποστήριξε ότι αυτό δεν οφειλόταν σε ηθελημένη παρακοή, αλλά στην άρνηση του ανηλίκου να ακολουθήσει τον πατέρα του. Κατά τους ισχυρισμούς της, το παιδί αντιδρούσε έντονα, ενώ απέδωσε τη στάση του στη συμπεριφορά του πατέρα. Παράλληλα, ανέφερε ότι είχε εγκαταστήσει κάμερες στο σπίτι, καταθέτοντας σχετικό οπτικοακουστικό υλικό.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι σε δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες, στις 12 και 26 Απριλίου 2022, στοιχειοθετήθηκε ηθελημένη παρακοή του διατάγματος, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 15 ημερών και ενεργοποιώντας προηγούμενη ανασταλείσα ποινή 25 ημερών.

Η απόφαση του Εφετείου

Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση αυτή ήταν εσφαλμένη. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, για να στοιχειοθετηθεί καταφρόνηση διατάγματος απαιτείται απόδειξη τόσο της πράξης παρακοής όσο και της πρόθεσης παρακοής. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ηθελημένη παρακοή από πλευράς της μητέρας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρξε επαρκής μαρτυρία ότι ο πατέρας προσήλθε για να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας, ενώ σε άλλες δεν είχε καν δικαίωμα επικοινωνίας βάσει του διατάγματος. Επιπλέον, έγινε δεκτό ότι σε ορισμένες ημερομηνίες η επικοινωνία ήταν αδύνατη λόγω της έντονα αρνητικής στάσης του ανηλίκου.

Σε σχέση με τις πιο πάνω ημερομηνίες, το Εφετείο έκρινε ότι η μητέρα βρισκόταν στον καθορισμένο τόπο, άνοιξε την πόρτα και προέτρεψε το παιδί να συναντήσει τον πατέρα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η άρνηση του παιδιού δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά και ότι, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν, η επικοινωνία δεν μπορούσε να επιτευχθεί.

Το Εφετείο σημείωσε ακόμη ότι η συμπεριφορά και των δύο γονέων σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν συγκρουσιακή, ωστόσο αυτό δεν αρκούσε για να στοιχειοθετηθεί ηθελημένη παρακοή από πλευράς της μητέρας.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μητέρα απέδειξε πως η μη συμμόρφωση οφειλόταν σε αδυναμία και όχι σε πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος, ενώ ο πατέρας δεν απέδειξε την παρακοή στον απαιτούμενο βαθμό.

Ως εκ τούτου, η έφεση έγινε δεκτή, η καταδικαστική απόφαση και η επιβολή ποινής ακυρώθηκαν, ενώ η αίτηση παρακοής απορρίφθηκε.

Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάστηκαν υπέρ της μητέρας και σε βάρος του πατέρα, ενώ επιδικάστηκαν και έξοδα έφεσης ύψους 2.000 ευρώ.