Ανατροπή από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, που άφησε χωρίς επίδομα μητρότητας γυναίκα η οποία απέκτησε παιδί μέσω παρένθετης μητέρας, βάζοντας σαφή όρια στο πότε το κράτος αναγνωρίζει το σχετικό δικαίωμα. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκανε δεκτή έφεση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση που είχε δικαιώσει γυναίκα αναφορικά με τη χορήγηση επιδόματος μητρότητας σε περίπτωση απόκτησης παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας.
Η υπόθεση αφορούσε αίτηση που είχε υποβληθεί το 2016 από την εφεσίβλητη, η οποία ανέμενε τη γέννηση παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας στο εξωτερικό. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχαν απορρίψει την αίτηση, καθώς το ισχύον τότε νομικό πλαίσιο δεν προέβλεπε παροχή επιδόματος μητρότητας σε τέτοιες περιπτώσεις. Η ενδιαφερόμενη προσέφυγε στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι ως νόμιμη μητέρα δικαιούται ίση μεταχείριση.
Το Διοικητικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η σχετική διάταξη του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου ήταν αντισυνταγματική, θεωρώντας ότι παραβίαζε την αρχή της ισότητας, αφού δεν κάλυπτε τις περιπτώσεις παρένθετης μητρότητας, παρότι αυτές είχαν ήδη ρυθμιστεί νομοθετικά με άλλον νόμο του 2015.
Ωστόσο, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το παιδί της εφεσίβλητης αποκτήθηκε εκτός του πλαισίου που προέβλεπε η σχετική νομοθεσία για την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Αν και η ίδια είχε λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να συνεχίσει διαδικασίες που είχε ήδη ξεκινήσει πριν από την ψήφιση του νόμου, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν αρκούσε για να θεωρηθεί ότι η απόκτηση του παιδιού έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου.
Σημαντικό ρόλο στην απόφαση διαδραμάτισε το γεγονός ότι βασικές πρόνοιες του σχετικού νόμου, που αφορούσαν την έγκριση διαδικασιών παρένθετης μητρότητας από αρμόδιο συμβούλιο, βρίσκονταν τότε σε αναστολή. Παράλληλα, ίσχυαν απαγορεύσεις που καθιστούσαν παράνομες συγκεκριμένες πτυχές τέτοιων διαδικασιών.
Το Ανώτατο έκρινε επίσης ότι η εξέταση της αντισυνταγματικότητας της σχετικής διάταξης ήταν αλυσιτελής, καθώς ακόμη και αν ακυρωνόταν η απόφαση της διοίκησης, η εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να ωφεληθεί. Αυτό διότι μεταγενέστερη τροποποίηση του νόμου το 2017 προέβλεψε ρητά τη χορήγηση επιδόματος μητρότητας σε περιπτώσεις παρένθετης μητρότητας μόνο όταν αυτές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, κάτι που δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο νομοθέτης επέλεξε συνειδητά να περιορίσει το σχετικό δικαίωμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και δεν περιέλαβε περιπτώσεις όπως αυτή της εφεσίβλητης, όπου οι διαδικασίες είχαν ξεκινήσει πριν τη θέσπιση του σχετικού νόμου και ολοκληρώθηκαν εκτός του προβλεπόμενου πλαισίου.
Κατά συνέπεια, η έφεση της Δημοκρατίας έγινε δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε και δεν εκδόθηκε διαταγή για έξοδα, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο διέταξε επίσης την ανωνυμοποίηση της απόφασης για την προστασία των προσωπικών δεδομένων της εμπλεκόμενης γυναίκας.