Κάτι από περισσότερο από ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία για τη μετανάστευση που καταγράφονται τα τελευταία πέντε χρόνια με αποτέλεσμα οι παράνομες αφίξεις να μειωθούν κατά 92% και οι αιτήσεις ασύλου κατά 93%.

Στον απολογισμό του α’ 6μήνου του 2026 ο Υφυπουργός Μετανάστευσης Νικόλας Ιωαννίδης ανέφερε ότι η μείωση είναι αποτέλεσμα μιας σταθερής και συνεκτικής πολιτικής, η οποία συνδυάζει την επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων και της Πράσινης Γραμμής, τη συνεργασία με χώρες καταγωγής και διέλευσης, την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης και τον περιορισμό της κατάχρησης του συστήματος ασύλου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μείωση αιτήσεων ασύλου καταδεικνύει ότι το σύστημα έχει καταστεί λιγότερο ευάλωτο σε καταχρήσεις και ότι οι πόροι του κράτους μπορούν να επικεντρώνονται περισσότερο στις υποθέσεις όσων πραγματικά χρειάζονται διεθνή προστασία. «Το άσυλο αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όσους αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως εναλλακτική οδός μετανάστευσης ή ως μηχανισμός παράτασης της παραμονής προσώπων που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις», υπογράμμισε.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου ο κ. Ιωαννίδης, από την ίδρυση του Υφυπουργείου τον Ιούνιο του 2024 μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2026, οι εκκρεμούσες αιτήσεις ασύλου μειώθηκαν από 24.000 σε 14.000, καταγράφοντας μείωση 41,5%, ενώ σήμερα είναι λιγότερες από 13.500. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη διαχείριση των αιτήσεων ασύλου Σύρων υπηκόων. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι νέες αιτήσεις Σύρων μειώθηκαν κατά 96,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, ενώ οι απορριπτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 σχεδόν διπλασιάστηκαν σε σχέση με ολόκληρο το 2025.

Σχεδόν 2.000 αιτήσεις Σύρων απορρίφθηκαν από τις αρχές του 2025 μέχρι τον Ιούνιο του 2026. Στο τέλος Ιουνίου 2026 παρέμεναν εκκρεμούσες 9.736 αιτήσεις Σύρων, σε σύγκριση με 13.793 το 2024 και 11.393 το 2025. Παράλληλα, μετά την αλλαγή κυβέρνησης στη Συρία τον Δεκέμβριο του 2024, περίπου 5.200 Σύροι απέσυραν τις αιτήσεις τους. Ο κ. Ιωαννίδης υπενθύμισε ότι το Σχέδιο εθελούσιου επαναπατρισμού οικογενειών Σύρων ολοκληρώνεται στις 30 Οκτωβρίου 2026 και κάλεσε τους Σύρους που βρίσκονται στην Κύπρο να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο επιστροφής και να αξιοποιήσουν έγκαιρα τη δυνατότητα.

Πρόσθεσε ότι όσοι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις παραμονής οφείλουν να αναχωρήσουν, κατά προτίμηση αξιοποιώντας τις οργανωμένες και εθελούσιες δυνατότητες που τους προσφέρονται, διευκρινίζοντας ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα διενεργούνται αναγκαστικές επιστροφές.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, πραγματοποιήθηκαν συνολικά 4.145 επιστροφές υπηκόων τρίτων χωρών, ενώ μέχρι τις 30 Ιουλίου ο αριθμός των εθελούσιων και αναγκαστικών επιστροφών ανήλθε συνολικά στις 5.031.

Όσον αφορά στη νόμιμη μετανάστευση, ο αρμόδιος Υφυπουργός ανέφερε ότι τις 30 Ιουνίου 2026, βρίσκονταν σε ισχύ 193.803 άδειες διαμονής πολιτών τρίτων χωρών. Οι μεγαλύτερες κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, την οικιακή και γενική απασχόληση, τις άδειες μετανάστευσης, τους εργαζομένους σε εταιρείες ξένων συμφερόντων, την εκπαίδευση και την οικογενειακή επανένωση.

Η κατεύθυνσή μας είναι ξεκάθαρη: άσυλο μόνο σε όσους πραγματικά το δικαιούνται, επαναπατρισμός όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής και χορήγηση αδειών παραμονής μέσω νόμιμων και ελεγχόμενων οδών μετανάστευσης.

Όσον αφορά στον απολογισμό του έργου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, ο κ. Ιωαννίδης χαρακτήρισε ως σημαντικότερο και πολιτικά πιο απαιτητικό επίτευγμα της Κυπριακής Προεδρίας την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τον νέο Κανονισμό Επιστροφών. O δρ Ιωαννίδης ήταν επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας και εκπροσώπησε τα 27 κράτη μέλη του Συμβουλίου της ΕΕ.

Ο νέος Κανονισμός θεσπίζει ταχύτερες και αποτελεσματικές διαδικασίες επιστροφής, πάντοτε με σεβασμό στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Καθορίζει σαφείς υποχρεώσεις συνεργασίας για υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής και προβλέπει συνέπειες όταν αρνούνται να συνεργαστούν με τις αρμόδιες Αρχές.

Παράλληλα, εισάγει αυστηρότερες ρυθμίσεις για πρόσωπα που αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια και ενισχύει τα διαθέσιμα εργαλεία των κρατών μελών για την αντιμετώπιση σοβαρών περιπτώσεων. Στόχος του νομοθετήματος είναι να αυξηθούν τόσο οι απόλυτοι αριθμοί όσο και τα ποσοστά των απελάσεων σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Δημιουργείται επίσης η νομική βάση για τη λειτουργία κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες, βάσει συμφωνιών που θα σέβονται το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η χρήση των κόμβων προβλέπεται ως έσχατο εργαλείο σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η επιστροφή δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω έλλειψης συνεργασίας του ενδιαφερόμενου προσώπου ή της χώρας καταγωγής του.