Ο Α.Χ. Κερυνειώτης που δεν ξεχνά.
Τέτοιες μέρες, μέσα Ιουνίου θυμάμαι, στην Τζιερύνεια μας, της δεκαετίας του ’60 και κάτι, ο μακαριστός πατέρας μου, γιατρός Εμμανουήλ Χατζηαντώνης, θα μας ανακοίνωνε με ένα καλοκάγαθο χαμόγελο: «Άτε μωρά, πηγαίνετε να βάλετε τα μαγιό σας… Θα πάμε για μπάνιο!…».
Το τι χαρά νιώθαμε, δεν μπορώ να σας την περιγράψω φίλοι μου!… Τρέχαμε, και εγώ και οι δύο μεγαλύτερες αδελφές μου, Χρύσω και Άντρη, σαν χαρούμενα χελιδονάκια που υποδέχονται την άνοιξη τιτιβίζοντας, να ετοιμαστούμε! Να φουσκώσουμε τους «τροχούς» μας, τα σωσίβια μας δηλαδή, να βγάλουμε τα μαγιό από το ερμάρι όπου τα είχε φυλαγμένα η καλή μας μητέρα, να ψάξουμε για τα αντηλιακά μας και ούτω καθεξής.
Συνήθως, πηγαίναμε με το Austin Cambridge, στη Γλυκιώτισσα, εκεί στον όμορφο, γραφικό κολπίσκο, κάτω από το εκκλησάκι της Παναγιάς. Μόλις φτάναμε, η μητέρα δεν μας άφηνε να μπούμε στο νερό, που τόσο προκλητικά μας καλούσε στη δροσερή αγκαλιά του, βαθυπράσινο και χρυσίζων, από τις παιχνιδιάρικες ηλιαχτίδες, αν πρώτα δεν μπαίναμε στην εκκλησία να προσκυνήσουμε και να ανάψουμε και ένα κεράκι στη Χάρη Της!…
Το πόσο απολάμβανα, αυτά τα μπάνια, δεν λέγεται!
Την πρώτη φορά, θυμάμαι, όταν με πρωτοπήγαν εκεί, πρέπει να ήμουνα 4 – 5 χρονών ή και λίγο μικρότερος, δεν πρόκειται να ξεχάσω τις προσπάθειες των αδελφών μου, να με κάνουν να… ξεφοβηθώ το νερό! Με έπαιρναν κάπως μέσα, σε σημείο που δεν πατούσα στον βυθό, και με άφηναν ελάχιστα δευτερόλεπτα να προσαρμοστώ, να προσπαθήσω να επιπλεύσω…! Το τι κλάμα είχα ρίξει τις πρώτες 2-3 φορές, μέχρι να συνηθίσω, δεν λέγεται!…
«Βοήθεια, μάμμα! Εν να με πνίξουν τούτες!…», φώναζα απεγνωσμένα –και κλαίγοντας δυνατά– στη μητέρα μας, που συνήθως καθόταν με τον σύζυγό της, απολαμβάνοντας μια παγωμένη ΚΕΟ, στη βεράντα του καφεστιατορίου του μ. Τσιανάκκα, που βρισκόταν άνωθεν του μικρού κόλπου της Γλυκιώτισσας!…
Φυσικά, η μητέρα εγνώριζε ότι ήμουνα σε «καλά χέρια», ασφαλής. Έτσι δεν κατέβαινε κάτω. Εξάλλου, δεν αγαπούσε τα θαλάσσια μπάνια, από ό,τι θυμάμαι!…
Χάρη στη βοήθεια των δύο αδελφών μου, οι οποίες ακόμη και σήμερα, στα 60 μου –αλήθεια, πώς πέρασαν τόσα χρόνια!– βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό μου, συμπαραστάτριες στα όσα απίστευτα προβλήματα με έπληξαν τα τελευταία 4 – 5 χρόνια, στέκομαι όρθιος και ελπίζω!
Σας ευχαριστώ όλους καλοί μου φίλοι και όπως είπε και κάποιος: «Τα παιδικά μας χρόνια είναι η πραγματική μας πατρίδα!…».