Σε ηλικία 86 ετών έφυγε από τη ζωή την Κυριακή ο διακεκριμένος Κύπριος γεωλόγος Δρ Γιώργος (Κόκος) Κωνσταντίνου, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο επιστημονικό και κοινωνικό έργο που σημάδεψε καθοριστικά τη μελέτη της γεωλογίας της Κύπρου και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.

«Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ήταν ένας ακάματος ερευνητής και ένας πρωτοπόρος επιστήμονας, ο οποίος έχει συμβάλει όσο λίγοι στην προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς του τόπου μας», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Υφυπουργείο Πολιτισμού.

Ιδιαίτερα αγαπητός στους φοιτητές και τους νέους επιστήμονες, παρέμεινε ενεργός και μετά την αφυπηρέτησή του, συμμετέχοντας σε ερευνητικά προγράμματα, διδάσκοντας και καθοδηγώντας νέες γενιές γεωλόγων. Οι επιτόπιες επισκέψεις μαζί του σε γεωτόπους και μεταλλεία αποτελούσαν, για όσους τις έζησαν, εμπειρίες ανεκτίμητης αξίας.

Σπούδασε γεωλογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου το 1972 απέκτησε διδακτορικό στη Μεταλλευτική Γεωλογία. Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώθηκε από νωρίς στο σύμπλεγμα του Τροόδους, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το κύριο αντικείμενο της επιστημονικής του πορείας.

Μέσα από τη μελέτη των οφιολιθικών πετρωμάτων του Τροόδους, απέδειξε ότι στην Κύπρο διασώζεται πλήρης στρωματογραφία ωκεάνιου φλοιού – ένα εύρημα που καθιέρωσε διεθνώς τον όρο «Cyprus Type Deposits» και κατέστησε το νησί σημείο αναφοράς για τη γεωλογική έρευνα.

Η κηδεία του θα τελεστεί την Τετάρτη 8 Απριλίου στις 2:00 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων στη Μακεδονίτισσα, ενώ θα ακολουθήσει η ταφή στο Δημοτικό Κοιμητήριο Έγκωμης. Η οικογένεια παρακαλεί αντί στεφάνων να γίνονται εισφορές στον ΠΑΣΥΚΑΦ.

Πολυετής προσφορά στο κράτος και την επιστήμη

Το 1964 εντάχθηκε στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, του οποίου διετέλεσε Διευθυντής από το 1980 μέχρι την αφυπηρέτησή του το 1999. Κατά τη διάρκεια της θητείας του συνέβαλε καθοριστικά:

  • στην έρευνα και αξιοποίηση των ορυκτών πόρων της Κύπρου (χαλκούχα κοιτάσματα, μπεντονίτης, ώχρα, άργιλοι),
  • στην ανάπτυξη της κατασκευαστικής βιομηχανίας μέσω της μελέτης δομικών υλικών,
  • στην εγκαθίδρυση του Κυπριακού Σεισμολογικού Δικτύου,
  • στη θέσπιση του Αντισεισμικού Κώδικα,
  • στην περιβαλλοντική αποκατάσταση του Μεταλλείου Αμιάντου.

Η συμβολή του επεκτάθηκε και στην ακαδημαϊκή συνεργασία, τόσο με κυπριακά όσο και με διεθνή πανεπιστήμια, προσελκύοντας ερευνητές και φοιτητές από όλο τον κόσμο για επιτόπια μελέτη της γεωλογίας του Τροόδους.

Γέφυρα μεταξύ γεωλογίας και αρχαιολογίας

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του στη σύνδεση της γεωλογίας με την αρχαιολογία. Μέσα από την έρευνά του για τα χαλκούχα κοιτάσματα της Κύπρου στην αρχαιότητα, ανέδειξε τον ρόλο του νησιού ως βασικής πηγής χαλκού για τον αρχαίο κόσμο της Ανατολικής Μεσογείου.

Η μελέτη του το 1982 στο συνέδριο «Ancient Metallurgy in Cyprus» παραμένει μέχρι σήμερα θεμελιώδης αναφορά στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ μεταγενέστερα έργα του εξερεύνησαν ακόμη και τη χρήση ορυκτών στην αρχαία φαρμακευτική.

Ο Κόκος Κωνσταντίνου συνέβαλε όσο λίγοι στην προβολή της Κύπρου στον διεθνή επιστημονικό χάρτη. Οι δημοσιεύσεις του χρησιμοποιούνται ευρέως, ενώ συμμετείχε και παρουσίασε το έργο του σε διεθνή συνέδρια και πανεπιστήμια.

Ξεχωρίζει το βιβλίο του για τη γεωλογία της Κύπρου, που συνέγραψε με τον Ιωάννη Παναγίδη και εκδόθηκε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο τιμήθηκε με έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών. Παράλληλα, μέσα από ντοκιμαντέρ που δημιούργησε σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες, συνέβαλε ουσιαστικά στη διάδοση της επιστημονικής γνώσης στο ευρύ κοινό.

Δάσκαλος, μέντορας και άνθρωπος του πεδίου

Όπως ανέφερε η Υφυπουργός Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου, ο εκλιπών υπήρξε «δάσκαλος, σύμβουλος και συνεργάτης» με βαθιά αγάπη για τον τόπο και μοναδική ικανότητα να μεταδίδει τη γνώση του. «Είχα την τύχη να τον γνωρίσω από τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου και να τον έχω δίπλα μου ως δάσκαλο, σύμβουλο και συνεργάτη σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα. Τρέφω βαθιά εκτίμηση για αυτόν και το έργο του και θα τον θυμάμαι πάντοτε με αγάπη και σεβασμό» προσθέτει η Λ. Κασσιανίδου

Η ίδια καταθέτει την προσωπική της μαρτυρία ότι οι επισκέψεις σε γεωτόπους και μεταλλεία μαζί του ήταν πάντα μοναδικές «γιατί είχε τόσα να μοιραστεί μαζί με όλους όσους είχαν την τύχη να βγουν μαζί του στην ύπαιθρο και να δουν μέσα από τα δικά του μάτια την Κύπρο και την γεωλογία της. Οι προσωπικές εμπειρίες και αφηγήσεις από την παιδική του ηλικία όταν η αγροτική ζωή στην Κύπρο δεν θα διάφερε από αυτή κατά τον Μεσαίωνα ή ακόμα και την Εποχή του Χαλκού εμπλουτίζαν πάντοτε αυτές τις επισκέψεις.»

Το έργο του θα συνεχίσει να καθοδηγεί την επιστημονική έρευνα και να εμπνέει τις επόμενες γενιές.