Ο Αντώνης Χατζηαντώνης σχολιάζει το πολυσυζητημένο ζήτημα. 

Από το 1453 που αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή, άρχισε ένας αγώνας της Ορθόδοξης Εκκλησίας για διατήρηση αλώβητης της αυτοσυνειδησίας και πίστης των Ελλήνων, που στόχο είχε την επανάκτηση της ελευθερίας τους.
Εδώ, να σημειώσουμε ότι η πτώση της Πόλης οφείλεται εν πολλοίς σε λάθη των Ελλήνων, Βυζαντινών ή Ρωμιών, όπως θέλετε αποκαλέστε τους. Και αυτό επιβεβαιώνεται, από τα λόγια του Βολταίρου: «Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ούτε Ρωμαϊκή ήταν, ούτε αγία, ούτε αυτοκρατορία…».
Ο θρύλος κάνει λόγο, για την ημιτελή λειτουργία στον μεγαλοπρεπή ναό της Αγ. Σοφίας. Τότε, που τα ψάρια πετάχτηκαν από το τηγάνι ενός μοναχού και έπεσαν στη λιμνούλα…! «Σώπασε Κυρά-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι». Αυτά τα λόγια, που επιζούν για πέντε ολόκληρους αιώνες, ασφαλώς, μας ενδυναμώνουν, και γεννούν στην καρδιά του Έλληνα, εκείνες τις προσδοκίες του Γένους, για την πολυπόθητη Ανάσταση-Απελευθέρωση!
Αργότερα, στην Επανάσταση του 1821, η Εκκλησία έπαιξε πάλι τον ρόλο της, άσχετα αν κάποιοι αμφισβητούν ακόμη και την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού…! Τα ματωμένα ράσα έγραψαν εποποιία αθάνατη. Και με τον Μακεδονικό Αγώνα του 1912 – 13, όταν εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα προσήλθαν για να στηρίξουν τον αγώνα, με προεξάρχοντα τον Παύλο Μελά, πάλι ο Κλήρος με τις θυσίες και το παράδειγμά του, κυριολεκτικά συνέβαλαν στη σωτηρία της Ελλάδος.
Αξίζει να αναφερθούμε, στην προσπάθεια των Σλάβων να κυριαρχήσουν στη Βαλκανική χερσόνησο. Στα μέσα του 19ου αιώνα, αφυπνίζεται ο λεγόμενος Πανσλαβισμός, με τις ευλογίες της Ρωσίας. Χρησιμοποιώντας ως όχημα τη Βουλγαρία, την οποία επεδίωξαν να αναβαθμίσουν σε μεγάλη δύναμη, οι Ρώσοι στόχευαν να εκπληρώσουν ένα παλιό τους «όνειρο»: Την κάθοδό τους στο Αιγαίο, μέσω μιας υποτελούς Βουλγαρίας. Η Μεγάλη Βουλγαρία περιελάμβανε την Ανατ. Ρωμυλία, Βορειοανατολική Θράκη, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας μέχρι την Αχρίδα, το Μοναστήρι και βέβαια, τα Σκόπια. Που διά της υπογραφής μας, απέκτησαν την επίσημη (και erga omnes) ονομασία, Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας.
Στο τέλος του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1878, η Ρωσία απώθησε τους Οθωμανούς ως τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Και υπεγράφη η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 3 Μαρτίου 1878, με «αρχιτέκτονα» τον Ρώσο Ιγνάτιεφ. Εκ μέρους των Τούρκων υπογράφει ο υπ. Εξωτερικών, Σαφβέτ Πασάς. Όταν αργότερα, στο Λονδίνο ρωτήθηκε ο Ιγνάτιεφ, γιατί αγνοήθηκε το ελληνικό στοιχείο, έλαβαν την απάντηση: «Κάναμε τον πόλεμο, όχι υπέρ των Ελλήνων, αλλά υπέρ των Βουλγάρων φίλων μας…!».
Ακόμη και ο δυτικός Τύπος της εποχής, έγραψε: «Με εξαίρεση κάποιους οικισμούς στους πρόποδες του Αίμου, ολόκληρη η Θράκη και η Μακεδονία, αποτελούν καθαρά ελληνικό έδαφος…!».
Με τη Συμφωνία των Πρεσπών, ερχόμαστε σήμερα, μετά από 137 χρόνια, να νομιμοποιήσουμε μέρος των λεγόμενων Πανσλαβικών Αλυτρωτισμών. Και πολύ φοβούμαι, ότι οι επόμενες γενιές των Μακεδόνων μας, αδελφών Ελλήνων, θα βρούνε ξανά το πρόβλημα μπροστά τους. Αλλά, δεν θα είναι εκεί, ο άνθρωπος που με τόση χαρά, αποδέχθηκε ως «δώρο», την κόκκινη γραβάτα του ανιστόρητου Ζόραν Ζάεφ, εν μέσω πανηγυρισμών.