Ο Χαράλαμπος Μερακλής εκφράζει τις απόψεις του για το θέμα και κάνει εισηγήσεις για να αντιμετωπίσουμε και η Ελλάδα και η Κύπρος την αρνητική κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Η πρόσφατη συμφωνία της Ελλάδας με το Eurogroup τα ξημερώματα της Παρασκευής στις 22/6/2018 στο Λουξεμβούργο, διασφαλίζει μεν την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και δημιουργεί τον καθαρό διάδρομο μέχρι το 2031, αλλά δεν οδηγεί στον απεγκλωβισμό από την εποπτεία των δανειστών, παρά τις καλλιεργηθείσες προσδόκιμες για καθαρή έξοδο.
Οι παρατηρηθείσες καθυστερήσεις και κωλυσιεργίες στις συνομιλίες στοίχισαν στη χώρα 80 δισ. ευρώ στην αύξηση του δημοσίου χρέους και τρίτο μνημόνιο. Ως αποτέλεσμα των αναφερόμενων συνομιλιών οι δανειστές στο νέο μνημόνιο επέβαλαν την επίσπευση των μεταμνημονιακών μεταρρυθμίσεων, τους τακτικούς ελέγχους και εκθέσεις και υποχρέωσαν τις επόμενες κυβερνήσεις μέχρι το 2060 να παραμείνουν αλυσοδεμένες με πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και έπειτα με 2,2% τον χρόνο.
Η εν λόγω συμφωνία έχει τα υπέρ και τα κατά της αλλά δεν θα πρέπει να θεωρείται ως συμφωνία για πέταμα, γιατί χρέη ύψους 110 δισ. ευρώ παγώνουν μέχρι το 2032 ενώ οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας καλύπτονται μέχρι το 2020 από το απόθεμα των 24 δισ. ευρώ. Επίσης προβλέπεται μέχρι το 2022 η επιστροφή 4,8 δισ. ευρώ από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που πραγματοποίησαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες.
Αυτός ο δημοσιονομικός κορσές υποχρεώνει τη χώρα να είναι σε διαρκή λιτότητα εκτός εάν ακολουθήσει τον δρόμο της ανάπτυξης για να ξεπεραστούν οι αμφιβολίες και καχυποψίες του διεθνούς οικονομικού συστήματος μέσω του οποίου θα δημιουργηθούν εκείνες οι θετικές εξελίξεις για επιχειρήσεις, εργαζόμενους και για το κράτος, αφού θα συμβάλουν στη μείωση της ανεργίας δια της οποίας θα αυξηθούν τα εισοδήματα, η κατανάλωση, εξαγωγές και οι πόροι του κράτους.
Αντί οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας, κόμματα να διαπληκτίζονται μεταξύ τους για νίκες και ήττες, καλό θα ήταν να μονοιάσουν και να αναζητήσουν ένα νέο και σύγχρονο πρόγραμμα ανάπτυξης που θα δίδει χώρο στις επενδύσεις και στις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου που πραγματικά θα δημιουργούν μακριά από τα λάθη του παρελθόντος.
Χωρίς την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και της ενίσχυσης του ανταγωνισμού με σύγχρονα ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, το άνοιγμα της αγοράς και των επαγγελμάτων, της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, της δημιουργίας τεχνολογικών πάρκων, εκσυγχρονισμού της παιδείας, και της χώρας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος, η χώρα δεν θα πάει μπροστά.
Η χώρα υποφέρει από τεχνολογική ανεπάρκεια, ανταγωνιστικότητα, ολιγοπώλια, παρεμβάσεις, φοροδιαφυγή, σπατάλη δημοσίου χρήματος, έλλειψη χρηματοδότησης, αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, διόγκωση του κόστους δανεισμού, των δημοσίων δαπανών κ.λπ.
Επειδή τόσο στην Ελλάδα όσο στην Κύπρο είμαστε οπαδοί της παρακμής, διαπληκτισμών, αδιαφορίας του «εγώ», αναποτελεσματικότητας, του ανοίγματος κερκόπορτων σε όλους τους τομείς, της ρίψης στάχτης στα μάτια, λασπολογίας, συκοφαντίας, των άστοχων ερευνών κ.λπ., επιβάλλεται όπως ηγεσίες, κόμματα και λαός συνέλθουν το γρηγορότερο αφήνοντας πίσω τους τις εντυπώσεις του εντυπωσιασμού και της επίκαιρης έντασης, καθώς επίσης τις πολιτικές ανεπάρκειας και παραζάλης που μας οδηγούν σε ερείπια και αιχμαλωσίες.
Η εγκατάσταση του ψεύδους, της διαίρεσης και το δηλητήριο της άρνησης και καχυποψίας είναι εκείνα που εκτρέφουν τον λαϊκισμό και μας οδηγούν εκτός δημοκρατίας.