Αυτή ήταν μία από τις πρώτες μου σκέψεις, ακούγοντας την Παρασκευή το βράδυ σε ένα από τα δελτία ειδήσεων ότι ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού ισχυρίστηκε ότι για τα φτωχά αποτελέσματα των εξετάσεων των μαθητών ευθύνη φέρουν οι «απαλλαγές» των καθηγητών.
Πολλοί δυστυχώς δε φαίνεται να αντιλαμβάνονται τι σημαίνουν πρακτικά αυτές οι «απαλλαγές». Κάποιες από τις «απαλλαγές» αφορούν όλους τους εκπαιδευτικούς (μειώσεις χρόνου λόγω ετών υπηρεσίας) και κάποιες άλλες ένα μικρό αριθμό τους. Οι εκπαιδευτικοί «απαλλάσονται» μία, δύο ή τρεις περιόδους από τα διδακτικά τους καθήκοντα, προκειμένου να αξιοποιήσουν τον χρόνο αυτό για τη διοργάνωση εκδηλώσεων, για εκπαιδευτικές δραστηριότητες που γίνονται εκτός των κανονικών ωρών λειτουργίας των σχολικών μονάδων, για εκτέλεση διοικητικών καθηκόντων, για την υπευθυνότητα τμήματος κτλ.
Για παράδειγμα, ένας φιλόλογος παίρνει «απαλλαγή» μίας διδακτικής περιόδου, προκειμένου να διοργανώσει τρεις με τέσσερις σχολικούς εορτασμούς. Αξιοποιεί τον χρόνο αυτό, για να ετοιμάσει τα κείμενα της γιορτής, το υλικό των μαθητών και των πινακίδων, να οργανώσει την ετοιμασία των σκηνικών (που αναλαμβάνουν συνήθως οι καθηγητές της Τέχνης), να συντονίσει όλους τους συντελεστές του εορτασμού (Μουσικούς, που αναλαμβάνουν τη χορωδία-ορχήστρα, Γυμναστές που αναλαμβάνουν τους χορούς), να ετοιμάσει προγράμματα και προσκλήσεις και γενικά να προβεί σε όλες τις ενέργειες που απαιτούνται. Υποχρεωτικά στα κενά και στα διαλείμματά του όπως επίσης και στον ελεύθερο απογευματινό του χρόνο (καθότι η «απαλλαγή» μίας διδακτικής περιόδου δεν επαρκεί), εργάζεται για την υλοποίηση των πιο πάνω και κάνει πρόβες μαζί με τους μαθητές του (πολύ περισσότερες απαιτήσεις υπάρχουν όταν η εκδήλωση είναι μία θεατρική παράσταση ή μία καλλιτεχνική εκδήλωση για τη λήξη της σχολικής χρονιάς).
Οι πιο πάνω δραστηριότητες, στις οποίες συμμετέχουν οι μαθητές, αποσκοπούν – μεταξύ άλλων – στον εμπλουτισμό του αναλυτικού προγράμματος, στην ανάπτυξη των ικανοτήτων των μαθητών, στην έκφραση της δημιουργικότητάς τους, στην ευαισθητοποίηση τους σε θέματα που αφορούν στο περιβάλλον και γενικά τους βοηθούν να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Οι εκπαιδευτικοί «απαλλάσονται» από κάποιες περιόδους διδακτικών καθηκόντων, προκειμένου να υπηρετήσουν την ανάγκη της ολόπλευρης ανάπτυξης των μαθητών τους, αναλαμβάνοντας πολλές ευθύνες και επωπιζόμενοι τεράστιο φόρτο εργασίας. Οι «απαλλαγές» αυτές εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν έχουν να κάνουν ούτε με ελάφρυνση ούτε με αποδέσμευση και σίγουρα δεν υποδεικνύουν τεμπελιά ούτε σχετίζοναι με τα φτωχά αποτελέσματα των εξετάσεων. Γι’ αυτά ευθύνεται πρωτίστως το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, το οποίο δε φαίνεται να έχει ένα όραμα και μία εκπαιδευτική πολιτική που να συνάδει με τις ανάγκες των μαθητών και τις απαιτήσεις της κοινωνίας του σήμερα. Το εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται αναμόρφωση κι αυτή δεν μπορεί να γίνει μόνο με τις φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτικών. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόσει και να υλοποιήσει το όραμα και την πολιτική που το ΥΠΠ καθορίζει. Τι γίνεται όμως όταν όραμα και πολιτική απουσιάζουν;
Αν αναλογιστεί κανείς αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην εκπαίδευση του τόπου και στα σχολεία, θα αντιληφθεί και ποιους βαραίνει η ευθύνη για τα μαθησιακά αποτελέσματα των μαθητών.
Πολλοί από τους μαθητές δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για μάθηση. Δυσκολεύονται να πειθαρχήσουν, να ακολουθήσουν κανόνες και δεν αγαπούν τον κόπο. Έρχονται στο σχολείο με το ζόρι και αν είχαν τη δυνατότητα επιλογής, μπορεί και να το εγκατέλειπαν. Η ευθύνη βαραίνει τους γονείς, την κοινωνία της ευμάρειας μέσα στην οποία μεγαλώνουν, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα. Ο όγκος της ύλης είναι τεράστιος. Η ύλη κατεβαίνει από τις μεγαλύτερες στις μικρότερες τάξεις κάθε χρόνο και αυξάνεται συνεχώς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι μαθητές να αδυνατούν να αφομοιώσουν τις πολλές γνώσεις, που πολλές φορές δε συνάδουν με τις νοητικές τους ικανότητες. Περαιτέρω βιώνουν αισθήματα αποτυχίας, αφού νιώθουν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν. Προάγονται από τη μία στην άλλη τάξη (αφού οι οδηγίες του ΥΠΠ δεν ευνοούν τη στασιμότητα των μαθητών) και μεταφέρουν μαζί τους τα μαθησιακά κενά τους, που γίνονται όλο και μεγαλύτερα.
Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν υπάρχουν δοκίμια αξιολόγησης ανά τάξη, που να υποδεικνύουν ποιες από τις βασικές πυρηνικές γνώσεις κουβαλά μαζί του ο μαθητής και ποια κενά πρέπει να καλύψει, ώστε να δεχθεί την κατάλληλη καθοδήγηση από τους καθηγητές του (σε ποιο χρόνο άραγε, με ποιο υλικό;) δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τη μάθηση. Τα δοκίμια αξιολόγησης που υποχρεωτικά κατευθύνουν και τη διδασκαλία και τα οποία οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να ακολουθούν, δεν υπηρετούν την αυθεντική μάθηση, αλλά προωθούν κυρίως την αποστήθιση. Τι γίνεται με τους μαθητές εκείνους που δεν μπορούν να αποστηθίζουν σωρεία γνώσεων; Τι γίνεται με εκείνους τους έξυπνους και χαρισματικούς μαθητές, που αν το σύστημα τους παρείχε τη δυνατότητα να παρακολουθούν κάποια βασικά μαθήματα αλλά παράλληλα να επιλέγουν και δραστηριότητες πιο πρακτικές, θα ήταν πιο ευτυχείς και αποδοτικοί στα σχολεία;
Στον τομέα της αξιολόγησης των μαθητών υπάρχουν μεγάλα προβλήματα. Τα διαγωνίσματα είναι πολλά (άραγε οι καθηγητές επιδιώκουν να διορθώνουν συνεχώς γραπτά;) και σε όλα τα μαθήματα. Οι καθηγητές δεν είναι σε θέση να αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο τους μαθητές τους, αφού σαφείς οδηγίες για τη βαθμολόγηση των μαθητών δεν υπάρχουν. Άλλοι δίνουν βαρύτητα στη γραπτή εξέταση, άλλοι στις κατ’ οίκον εργασίες, άλλοι στη συνολική εικόνα των μαθητών. Το ΥΠΠ οφείλει να ετοιμάσει για κάθε μάθημα άξονες με τις πυρηνικές γνώσεις που πρέπει να κατακτά ο μαθητής σε κάθε θεματική ενότητα που διδάσκεται και με βάση αυτούς να φαίνεται η βελτίωση ή τα κενά του στις γραπτές αξιολογήσεις. Παράλληλα θα έπρεπε να καταργήσει αντί να επιβάλλει τα διαγωνίσμτα που προωθούν την αποστήθιση, ειδικά σε μαθήματα που αυτό δεν κρίνεται σκόπιμο (Τέχνη, Μουσική, Σχεδιασμός κτλ.) και να καθορίσει συγκεκριμένες εναλλακτικές μορφές αξιολόγησης, όπως και τον αριθμό των διαγωνισμάτων για κάθε μάθημα και την ύλη που πρέπει αυτά να περιλαμβάνουν.
Η αξιολόγηση και η αποστήθιση δεν είναι τα μόνα προβλήματα των μαθητών. Πολλά από τα σχολικά εγχειρίδια που έχουν στη διάθεσή τους είναι ακατάλληλα, δε συνάδουν με τους στόχους του Αναλυτικού Προγράμματος και σίγουρα δεν είναι σε θέση να κεντρίσουν το ενδιαφέρον τους και να τους βοηθήσουν ουσιαστικά. Τα σχολικά εγχειρίδια έπρεπε να περιλαμβάνουν ασκήσεις για εξάσκηση στις προαπαιτούμενες γνώσεις κάθε ενότητας, ασκήσεις επανάληψης για μαθητές που υστερούν σε κάποιες από αυτές, ασκήσεις πολλές και διαφορετικές που θα υπηρετούν τα επίπεδα διαφορετικών μαθητών και θα αναφέρονται στα διαφορετικά στυλ μάθησής τους, ασκήσεις που θα παρέχουν την ευκαιρία, όπου είναι δυνατό, για πρακτική εξάσκηση με σκοπό την εμπέδωση της ύλης και την παρακολούθηση της πορείας του μαθητή στην κατάκτησή της. Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί εμπλουτίζουν το υλικό των σχολικών εγχειριδίων (κατάβάλλοντας πολύ κόπο στον δικό τους ελεύθερο χρόνο, ώστε να γίνει επιτευχθούν οι στόχοι που τίθενται), αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.
Από τις σχολικές τάξεις δεν απουσιάζουν μόνο τα κατάλληλα εκπαιδευτικά εγχειρίδια αλλά και ο κατάλληλος σύγχρονος εξοπλισμός. Αν οι εκπαιδευτικοί θέλουν να κινητοποιήσουν το ενδιαφέρον των μαθητών πρέπει σίγουρα να είναι σε θέση να κάνουν ένα ελκυστικό μάθημα, αλλά χρειάζονται και τα κατάλληλα εργαλεία γι’ αυτό. Ακόμη και ο χώρος στον οποίο συντελείται η μάθηση πρέπει να είναι όμορφος, καλαίσθητος και φιλικός προς τους μαθητές. Ποιος έχει άραγε την ευθύνη για τη διαμόρφωση κατάλληλα εξοπλισμένων και ευχάριστων χώρων μάθησης; Πού βρίσκονται οι ελκυστικές βιβλιοθήκες, τα βοηθητικά βιβλία αναφοράς και τα εποπτικά μέσα; Είναι αρκετή η δικαιολογία ότι ήδη δαπανούνται πολλά χρήματα για την παιδεία;
Οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν (σίγουρα όχι όλοι αλλά οι περισσότεροι από αυτούς). Επιμορφώνονται στον δικό τους απογευματινό χρόνο και καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να καλύψουν τα κενά του εκπαδευτικού συστήματος προς όφελος των μαθητών τους. Σίγουρα ανάμεσα στους εκπαιδευτκιούς υπάρχουν, όπως και σε κάθε επαγγελματικό χώρο, οι λιγότερο επαρκείς. Τι κάνει γι’ αυτούς το ΥΠΠ;
Η αναφορά στους τομείς στους οποίους νοσεί το εκπαδευτικό σύστημα δε σταματά εδώ, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να καλυφθεί σε ένα τέτοιο κείμενο. Οι σκέψεις τίθενται κυρίως για προβληματισμό και σε μια προσπάθεια να διαφανεί ότι δεν μπορεί για τα κακώς κείμενα στην παιδεία να ισχυρίζεται κανείς ότι φταίνε αποκλειστικά οι εκπαιδευτικοί και οι «απαλλαγές» τους.
Αν ο Υπουργός Παιδείας θελήσει να επιδείξει σεβασμό προς τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, οφείλει να παραδεχθεί ότι το εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που πρωτίστως χρειάζεται βελτίωση. Κατηγορεί τους εκπαιδευτικούς και προχωρά «μπροστά». Δεν τολμά να διορθώσει την κατάσταση και να πάρει τολμηρές αποφάσεις, αλλά προωθεί μέτρα, που ουσιαστικά δεν οδηγούν πουθενά. Όταν ένα σπίτι είναι ετοιμόρροπο πρέπει να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Αλλιώς κάποια στιγμή θα πέσει στο κεφάλι σου και θα σε πλακώσει. Για την παιδεία η ώρα αυτή έφτασε. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι δυσλειτουργικό και απαιτείται να ξαναχτιστεί από την αρχή, με βάση τα δεδομένα της εποχής και τις ανάγκες των μαθητών του σήμερα.
Το παρόν σύστημα και ιδιαίτερα το Γυμνάσιο απευθύνεται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των μαθητών. Απευθύνεται σ΄ εκείνους που μπορούν αδιαμαρτύρητα να αποστηθίζουν όσα τους δίνονται, να διαβάζουν μόνοι τους και να αποδίδουν καλά στα γραπτά τους. Σε αυτούς που δεν τους ακουμπάει και πολύ η εφηβεία και έχουν την ωριμότητα και την προθυμία να ανταποκριθούν θετικά. Όλοι οι άλλοι μαθητές, όσο έξυπνοι, δημιουργικοί, ταλαντούχοι σε άλλους τομείς κι αν είναι, στο σχολείο χάνονται. Τρέχουν καταϊδρωμένοι να σώζουν ό,τι σώζεται. Στο Γυμνάσιο δεν έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν κάτι άλλο πέρα από αυτό που προσφέρεται σε όλους.
Ξέρουν άραγε οι επαΐοντες στο Υπουργείο ποιοι και πόσοι μαθητές είναι σε θέση να μελετούν μόνοι τους και να είναι αποτελεσματικοί και αποδοτικοί; Ποιον βαραίνει η ευθύνη; Την οικογένεια, τον εκπαιδευτικό που είναι ο τελευταίος τροχός της άμαξας (χωρίς να είναι άμοιρος ευθυνών) ή το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού που εφαρμόζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα απαρχαιωμένο, χωρίς προσανατολισμό και μονίμως σε πειραματική φάση; Γύρω μας υπάρχουν μαθητές χωρίς αξίες, χωρίς συναισθηματική καλλιέργεια, χωρίς ενδιαφέρον, με μία μόνιμη βαριεστημάρα. Μαθητές κορεσμένοι και κουρασμένοι. Μαθητές με γερασμένες ψυχές. Σίγουρα το πρόβλημα είναι και κοινωνικό. Θα πρέπει όμως και η Παιδεία να αναλάβει τις ευθύνες της. Οι μαθητές δε χρειάζονται άλλο βομβαρδισμό γνώσεων. Χρειάζονται χρόνο να ανασάνουν το απόγευμα, χρόνο για μια εκδρομή με την οικογένεια το Σαββατοκύριακο, χρόνο για διακοπές στις γιορτές και όχι για εκπόνηση project, για βελτίωση βαθμού.
Το σχολείο πρέπει να αποκτήσει και πάλι τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα, η ύλη πρέπει να μειωθεί, στους μαθητές να παρέχονται λίγα, καλά, βασικά, χρήσιμα, αυτά που μπορούν να μάθουν και να χρησιμοποιήσουν. Αυτά που μπορούν να διδαχθούν και να εμπεδώσουν σε εργάσιμο σχολικό χρόνο. Αυτά που – κοντά στα άλλα, τα υποχρεωτικά – θα έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν. Έτσι θα μπορέσουν να βελτιώσουν και τα μαθησιακά τους αποτελέσματα.
Το σχολείο θα πρέπει να επιδιώκει την καλλιέργεια αξιών, ώστε οι μαθητές να γίνουν πρώτα από όλα Άνθρωποι. Το κυνήγι των βαθμών και της αποστήθισης πρέπει να καταργηθεί. Η υποχρεωτική εκπαίδευση δε θα έπρεπε να έχει τέτοιο χαρακτήρα. Παλαιότερα η χαρά της μάθησης τελείωνε με τη μετάβαση στο Γυμνάσιο. Τα τελευταία χρόνια τελείωνε με την είσοδο στην Πέμπτη Δημοτικού. Τώρα πια πεθαίνει στη Γ’ Δημοτικού. Οι επόμενες γενιές θα βιώσουν ποτέ τη χαρά της μάθησης;
Αυτός θα έπρεπε να είναι ο σκοπός της εκπαίδευσης˙ η χαρά και η βελτίωση όλων με βάση τις δυνατότητές τους. Το δημόσιο σχολείο είναι μία ανοικτή αγκαλιά για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα με το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται. Αν αυτό που επιθυμεί το ΥΠΠ είναι μαθητές που θα πετυχαίνουν τα μαθησιακά αποτελέσματα που επιδιώκει, θα πρέπει εκ των προτέρων να μην επιτρέπει σε όλους τους μαθητές την είσοδο στο Γυμνάσιο. Κάτι τέτοιο ονειρεύονται μερικοί από τους αξιωματούχους αυτού του κράτους;
Οι εκπαιδευτικοί έχουν πολλά να προτείνουν, οι γονείς έχουν πολλά να εισηγηθούν, οι μαθητές έχουν πολλά να πουν, αλλά δεν εισακούονται στην πράξη. Αυτοί που είναι ιθύνοντες πώς γίνεται να μην έχουν λύσεις; Να εθελοτυφλούν; Να μιλούν για «εξορθολογισμό» και να νιώθουν ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους;
Αν το ΥΠΠ έμπαινε σε έναν πραγματικό διάλογο με τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και τους μαθητές θα ανακάλυπτε ότι μπορεί και να επιτύγχανε μία πραγματική μεταρρύθμιση, που δε θα απορρύθμιζε αλλά θα αποκαθιστούστε και θα ενίσχυε την Παιδεία, την οικογένεια, την κοινωνία. Μπορεί άραγε να κάνει κάτι τέτοιο;
Μ. Χ., εκπαιδευτικός