Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, Κερυνειώτης πρόσφυγας, πατέρας του Άκη, περιγράφει το προσωπικό του πάθημα μετά τη δημοσίευση φωτογραφιών στο facebook.  

Δυστυχώς φίλοι μου, το facebook και άλλα λεγόμενα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), εξελίχθησαν σε δίκοπο μαχαίρι. Και να μου επιτραπεί να αναφερθώ στο… πάθημά μου.
Λόγω απώλειας του 23χρονου παιδιού μου από την ανίατη νόσο -πριν 5 περίπου χρόνια,- νιώθω την ανάγκη να αναρτώ στον λεγόμενο «τοίχο» μου, κεριά, λουλούδια πένθιμα, τη μορφή του Ιησού κ.λπ., προσπαθώντας να τιμήσω τη μνήμη του, να κρατήσω την εικόνα του ζωντανή!
Δεκάδες διαδικτυακοί φίλοι, εκφράζουν με πολύ ευγενικό τρόπο τη συμπαράστασή τους και τους ευχαριστώ πολύ. Από την άλλη, υπάρχουν και ορισμένοι, που εκνευρίζονται, διότι νομίζω τους κούρασε αυτή η… μίζερη συμπεριφορά, με χαρακτηρίζουν κλαψιάρη και ούτω καθ’ εξής. Δεν τους παρεξηγώ καθόλου. Και μιλάω ειλικρινά. Μπορεί να έχουν δίκιο…
Οι πλείστοι των φίλων οι οποίοι συμπάσχουν μαζί μου, κινούνται περίπου στο εξής μοτίβο: «Αντώνη, κοίταξε μπροστά, μην το βάζεις κάτω, το παιδί σου ευρίσκεται στην αγκαλιά του Θεού, στη γειτονιά των Αγγέλων, θέλει να σε βλέπει χαρούμενο και λοιπά…». Σας ευχαριστώ, ξανά, φίλοι μου.
Και έρχομαι στο θέμα, που αναφέρω στην αρχή, δηλ. ότι είναι δίκοπο μαχαίρι τα ΜΚΔ.
Να ανοίξω, όμως, μια μικρή παρένθεση. Όλα τα χρόνια που είχα το παιδί μου, σαν οικογένεια, ζούσαμε στην ελληνική πρωτεύουσα. Εκεί εργαζόμουν ως εκπαιδευτικός. Μετά την απώλεια του Άκη μας, δεν άντεχα να βλέπω τα μέρη που σύχναζε ο γιος μου, μου προκαλούσε κατάθλιψη -και δεν φοβάμαι να το παραδεχθώ, εξάλλου σε μερικά χρόνια σύμφωνα με Αμερικανούς ερευνητές, θα είναι επιδημία παγκοσμίως η πάθηση αυτή- πήρα πρόωρη αφυπηρέτηση, και αφού η ιδιαίτερη πατρίδα είναι η Κύπρος μας, ήρθα να ζήσω εδώ. Η σύζυγος, δεν ήθελε να με ακολουθήσει για διάφορους λόγους…
Επανέρχομαι: Ακολουθώντας τις προτροπές φίλων, δεν καθόμουν σπίτι να… κλαίω τη μοίρα μου, όπως λέμε, αλλά έβγαινα, με φίλους ή μόνος κ.λπ., για να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου, μήπως και αρχίσω να νιώθω καλύτερα. Όχι ότι προσπαθούσα να ξεχάσω το παλικάρι μου που έφυγε τόσο, μα τόσο νωρίς, αλλά έκανα προσπάθειες να ξεπεράσω τη θλιβερή πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είχα τη… βλακώδη ιδέα -για να δουν και οι φίλοι μου ότι ακολουθώ τις συμβουλές τους να μη με πάρει η θλίψη από κάτω, όπως λέμε, και να καταρρεύσω-, στα διάφορα μέρη που πήγαινα, έβγαζα και μερικές φωτογραφίες, όπως π.χ., να κρατάω ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, με φίλους, σε κέντρα ή άλλα μέρη που πηγαίνουμε όλοι στις ελεύθερές μας ώρες για να χαλαρώσουμε λίγο, και ούτω καθεξής.
Ε, τι το ’θελα! Η πρώην σύζυγος, εκτύπωσε πολλές από αυτές τις εικόνες, και παρουσιάζοντάς τες στο δικαστήριο, κατάφερε να με… «κατακεραυνώσει» με ποσόν διατροφής, ίσο περίπου με τη μισή μου, πενιχρή, σύνταξη.
Στην Αθήνα, φυσικά, έγινε η δίκη. Έγραφε, λοιπόν, η δικαστική απόφαση: «Πιθανολογείται, ότι ο καθ’ ού (κατά ου, εναγόμενος, δηλ. εγώ ο βλαξ…), διάγει άνετον βίον. Του επιβάλλουμε λοιπόν, το Χ ποσόν, το οποίο οφείλει να καταβάλλει προς την πρώην σύζυγό του, την πρώτη εκάστου μηνός».
Είναι γι’ αυτό, που χαρακτήρισα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ως μαχαίρι δίκοπο.
Τώρα, τρέχουμε και δεν φτάνουμε, να αποδείξουμε -με τη βοήθεια του Ελλαδίτη δικηγόρου μου- να αποδείξουμε ότι… δεν είμαι ελέφαντας.