«Αρνήθηκα κάθε άλλη υπηκοότητα που θα μπορούσα να αποκτήσω, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ». Με το κυπριακό διαβατήριο στη τσέπη του και το νησί στην καρδιά του, ο διακεκριμένος φυσικός Παρασκευάς Σφήκας συμβάλλει με το διεθνές του έργο στην επιστήμη. Μάλιστα, είναι ανάμεσα στους επιστήμονες που εργάστηκαν για την ιστορική ανακάλυψη του μποζόνιου Χιγκς (ή όπως έγινε ευρύτερα γνωστό του «Σωματιδίου του Θεού»). Ο δρ Σφήκας, από το Κάιρο όπου γεννήθηκε βρέθηκε στον Αγρό και τη Λεμεσό της Κύπρου, στις ΗΠΑ, την Ελβετία και την Ελλάδα. Ο επιστήμονας που για χρόνια υπηρετεί στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικών Ερευνών (CERN) και είναι μέλος της Βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών, επιστρέφει στην Κύπρο για να λάβει την ερχομένη Δευτέρα το βραβείο της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών και του Ιδρύματος Τάκης και Λούκη Νέμιτσα για το 2022, σε τελετή που θα πραγματοποιηθεί στο Προεδρικό Μέγαρο. 

«Γεννήθηκα στο Κάιρο από πατέρα Κύπριο και μητέρα Ιταλοελληνίδα. Η συναισθηματική μας “βάση” ήταν πάντα ο παππούς στον Στρόβολο με την πολύ μεγάλη οικογένεια (11 αδέλφια). Φύγαμε από την Αίγυπτο το 1970, στο τέλος της εξόδου όλων των Ευρωπαίων και ήλθαμε στην Κύπρο, όπου και μείναμε μία γεμάτη δεκαετία. Κάναμε ένα χρόνο στον Αγρό. Εκεί έμαθα καλά τα Κυπριακά. Έπειτα πήγα στη Λεμεσό, όπου πέρασα όλα τα σχολικά μου χρόνια».  

O δρ Σφήκας δεν ξεχνά το σοκ του όταν από το Κάιρο βρέθηκε στον Αγρό. «Δεν καταλάβαινα γρι από τους συμμαθητές μου. Εκ των δασκάλων, υπήρχε μόνο ένας που ήταν κάπως κατανοητός. Όσο για τα μαθήματα… αυτά ήταν Γολγοθάς». Από την Κύπρο θυμάται ακόμη «τον απίστευτο πόνο» όταν αναχώρησε χρόνια μετά. «Είχα αφομοιώσει πλήρως τη γλώσσα, τη νοοτροπία, και είχα πολλούς δεσμούς. Η αποχώρηση ήταν πολύ, πολύ δύσκολη».

Σε ό,τι αφορά τους δεσμούς του με το νησί, σημειώνει ότι «αρνήθηκα κάθε άλλη υπηκοότητα που θα μπορούσα να αποκτήσω, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Τη δεκαετία του 2000 ερχόμουν κάθε λίγα χρόνια για επιτροπές. Δυστυχώς, τώρα πλέον έρχομαι πολύ σπάνια. Ελπίζω πάντα να ‘ρθει η εποχή που θα είμαι εδώ συχνά-πυκνά!», σημείωσε.

Η φυσική, εξηγεί ο δρ. Σφήκας, ήταν πάντα η μεγάλη του αγάπη. Όμως, ακούγοντας τις τάσεις της εποχής του ότι η επαγγελματική αποκατάσταση θα ήταν ευκολότερη αν γινόταν πολιτικός μηχανικός, μπήκε στο Μετσόβιο. «Μια κατάληψη που κράτησε ένα ολόκληρο εξάμηνο με ανάγκασε να εγκαταλείψω το Πολυτεχνείο και να φύγω με υποτροφία για το MIT στις ΗΠΑ. Έκτοτε η ζωή μου στάθηκε απίστευτα γενναιόδωρη και μού ‘στειλε όλη την καλή τύχη που χρειαζόμουν για να ασχοληθώ με την έρευνα».

Ο δρ Σφήκας παρέμεινε για τις διδακτορικές του σπουδές στο ΜΙΤ στις ΗΠΑ, μοιράζοντας τον χρόνο του και με το CERN στην Ελβετία. «Μετά από μία διετία postdoc στο CERN, επέστρεψα στο ΜΙΤ ως επίκουρος καθηγητής, εξελίχθηκα ως καθηγητής. Έμεινα συνολικά 12 χρόνια. Από το 1997 είμαι και ερευνητής στο CERN. Το 2002 έφυγα από το ΜΙΤ και κατέχω θέση καθηγητή στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζω “παντού” με κέντρο βάρους στην Αθήνα».

Όπως εξηγεί για την επιστήμη του, εκείνο που καταφέρνουν μέσα από τη συστηματική μελέτη της φύσης είναι να ανακαλύψουν τους νόμους που τη διέπουν. Να εξετάσουν «πώς έχουν τα πράγματα» χωρίς να περιορίζονται στις πτωχές και απατηλές πέντε αισθήσεις. «Τα επιστημονικά μας όργανα έχουν αποδείξει ότι δεν είμαστε το κέντρο του ουρανού – μάλιστα είμαστε μια απειροελάχιστη κουκίδα ανάμεσα σε τρισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων τέτοιων “αντικειμένων”». Μέσω της επιστήμης, συνεχίζει, γνωρίσαμε για το μυστήριο της ζωής: την αλυσίδα του DNA. Όπως επίσης ότι το μέταλλο και το ξύλο δεν είναι συμπαγή, αλλά γεμάτα τρύπες.   

«Όντως, η δύναμη της επιστήμης έχει δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα από τότε που δημιουργήθηκε. Αλλά είμαστε ακόμα μακριά από το να απαντήσουμε σε όλα. Και για να αγγίξουμε το μποζόνιο Χιγκς: αλλάζει τελείως τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πεμπτουσία της ύλης και των δυνάμεων που τη διέπουν. Φωτίζει λιγάκι και την αρχή των πάντων. Αλλά έχουμε δρόμο πολύ μπροστά μας».

«Με τιμά η Κύπρος των νεανικών μου χρόνων»

Τη συγκίνησή του για την επικείμενη βράβευση στο Προεδρικό Μέγαρο, εξέφρασε ο δρ Σφήκας. «Με τιμά η Κύπρος των νεανικών μου χρόνων, με το εξαίρετο εκπαιδευτικό σύστημα που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα πορεία μου. Το νησί του οποίου την εικόνα φυλάω στην καρδιά μου, σε όποιο μέρος της γης κι αν βρίσκομαι. Το να επιστρέφω ως τιμώμενο πρόσωπο από το ίδρυμα που σέβεται, αναδεικνύει και προωθεί την επιστημονική γνώση στην Κύπρο, αποτελεί για μένα ύψιστη τιμή!». 

Ο δρ Σφήκας αυτή την περίοδο εργάζεται στην αναζήτηση «Νέας Φυσικής». Όπως είπε, υπάρχουν θέματα να εξεταστούν για το μποζόνιο Χιγκς. «Πρωτίστως τι είναι αυτό που το σταθεροποιεί, καθότι, ένα πεδίο με όλες τις ιδιότητες του Χιγκς, μαθηματικά τουλάχιστον, θα έπρεπε να έχει άπειρη (!) μάζα, κάτι που ξέρουμε ότι δεν συμβαίνει (το βρήκαμε). Επίσης, το μυστήριο της σκοτεινής ύλης στο Σύμπαν για την οποία ακόμα δεν έχουμε κάποια ένδειξη στα “επί της γης πειράματα”. Σε αυτή την κατεύθυνση, εργάζομαι στη διερεύνηση της “Υπερσυμμετρίας” καθώς και στη μελέτη σπανίων διασπάσεων κάποιων σωματιδίων, που μπορεί να κρύβουν μεγάλα μυστικά».

Ως τη σημαντικότερη στιγμή στην καριέρα του, ο δρ Σφήκας χαρακτηρίζει το 2006. «Όταν ανέλαβα ως συντονιστής του προγράμματος Φυσικής του πειράματος CMS, διευθύνοντας τις αναλύσεις περί των χιλίων φυσικών. Δεν ήταν η πιο υψηλή μου θέση, αλλά η πιο σημαντική». 

Οι πρώτες αντιδράσεις μετά από μια ανακάλυψη, σημειώνει, όπως κάθε άλλη έκπληξη στη ζωή χαρακτηρίζονται από σοκ και άρνηση. Ακολουθεί αμφιβολία και επαλήθευση του αποτελέσματος. Έπειτα χαρά και αδυναμία πίστης. Σε κάποια φάση, ένας το πιστεύει!

Η ιστορική ανακάλυψη του μποζονίου Χιγκς

Σχετικά με τον επιστημονικό θρίαμβο της ανακάλυψης του μποζονίου Higgs (το αποκαλούμε εκλαϊκευμένα ως «Σωματίδιο του Θεού») για την οποία εργάστηκε και ο δρ Σφήκας, διευκρίνισε ότι «η τόσο σημαντική ανακάλυψη χρειάστηκε πολυετή έρευνα από μια στρατιά επιστημόνων και μηχανικών». 

Ανέφερε ακόμη, ότι «το να πει κανείς ότι απαντάται το μέγα ερώτημα του πώς αποκτούν μάζα τα θεμελιώδη συστατικά της φύσης, ακούγεται αποσυνδεδεμένο από την καθημερινότητα και το εγγύς μέλλον. Και όντως, όπως τόσες άλλες γιγαντιαίες ανακαλύψεις, η ανθρωπότητα θα αντιληφθεί τη σημαντικότητα και τα όποια “οφέλη” πολύ, πολύ αργότερα. Φανταστείτε να λέγατε τον 19ο αιώνα στον Maxwell, που έγραψε τις περίφημες εξισώσεις του ηλεκτρομαγνητισμού, ότι οι απόγονοί του θα κρατούσαν μια συσκευή 300 γραμμαρίων και θα μιλούσαν με άλλους ανθρώπους σε άλλη ήπειρο. Ή να λέγατε στον Einstein ότι η θεωρία του περί του καμπύλου χωροχρόνου θα ήταν απαραίτητο συστατικό ώστε η ίδια συσκευή να μας προτρέπει όπως “σε εκατό μέτρα, στρίψτε δεξιά”».

Εν ολίγοις, είπε ο δρ Σφήκας, θα δηλώσω ανερυθρίαστα παντελή άγνοια του πώς θα χρησιμεύσει στο μέλλον η γνώση της φυσικής της ηλεκτρασθενούς αλληλεπίδρασης και του Higgs. «Είμαι όμως σίγουρος ότι πολλά χρόνια από τώρα ο κόσμος δεν θα φαντάζεται καν τη ζωή χωρίς τα επακόλουθα της γνώσης αυτής».