Μεγάλωσα κυριολεκτικά με το μεταλλείο Αμιάντου στο σπίτι μας. Αναπόφευκτο. Κατ’ αρχάς, μια πέτρα αμιάντου διακοσμούσε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τη βιβλιοθήκη με τις εγκυκλοπαίδιες. Όντας γυαλιστερή μού κίνησε το ενδιαφέρον από μωρό, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, και έτσι από τα πρώτα πράγματα που έμαθα στη ζωή μου, ήταν εκείνο το απλοϊκό πρώτο μάθημα γεωλογίας από τη μητέρα του. Από κει και πέρα, ο αγαπημένος μου θείος στη δική μου μνήμη δεν είχε ποτέ του δέκα δάκτυλα στα χέρια του. Το ένα το έχασε στον Αμίαντο. Ο παππούς, οι θείοι, η μητέρα μου, η γιαγιά στο διπλανό σπίτι, είχαν δουλέψει και είχαν ζήσει εκεί. Στην τότε κοινότητα Πάνω Αμιάντου. Η μητέρα μου δασκάλα στο σχολείο για τα παιδιά της κοινότητας, που στην ουσία ήταν τα παιδιά των εργατών του μεταλλείου, και οι υπόλοιποι εργάτες.
Την περασμένη βδομάδα μου είπε η αδελφή μου ότι μας είχαν καλέσει σε μια εκδήλωση που θα γινόταν προς τιμή των ανθρώπων του Αμιάντου οι οποίοι πρόσφεραν στον αγώνα της ΕΟΚΑ και έπρεπε να πάμε γιατί σε αυτούς περιλαμβανόταν και η μητέρα μας. Κυριακή πρωί λοιπόν πήραμε το δρόμο για τον Αμίαντο. Τρωγόμουν να βρεθώ στο μεταλλείο και να βάλω με τη φαντασία μου τους δικούς μου ανθρώπους στους δρόμους και τα κτήρια που έχουν απομείνει. Η εκδήλωση λιτή αλλά πολύ περιεκτική. Ακούστηκαν ονόματα συγχωριανών μου και όσοι βρίσκονται στη θέση μου και μεγάλωσαν σε μια οικογένεια Αγωνιστών, μπορούν να νιώσουν την περηφάνια που νιώσαμε. Οι υπόλοιποι, ας την σεβαστούν. Τελείωσε η εκδήλωση και βρεθήκαμε οικογενειακώς περικυκλωμένοι από ανθρώπους 50 – 55 χρόνων οι οποίοι ήξεραν ότι ήμασταν τα παιδιά της πρώτης και αγαπημένης τους δασκάλας. Της δασκάλας με τα γαλάζια μάτια όπως μερικοί από αυτούς την λένε χαριτολογώντας. Η Αγνή τους. Έτσι την αποκαλούν. Η αλήθεια είναι βεβαίως ότι κάθε φορά που θα συναντήσω κάποιο από τους χιλιάδες μαθητές της μητέρας μου νιώθω τεράστια τιμή και συγκίνηση. Για εμένα όμως ήταν απλά και μεγαλιωδώς, «η μάμμα μου».
Καταφέραμε να «απεγκλωβιστούμε» και αρχίσαμε να ψάχνουμε στα μονοπάτια, μήπως κάποιο από αυτά μας οδηγούσε στο μεταλλείο το οποίο βρισκόταν κάπου πιο κάτω από το χώρο της εκδήλωσης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Προειδοποιούν με δυναμική αντίδραση οι οργανωμένοι γονείς
Η μάχη που έδωσε για τη ζωή ο διάσημος πιανίστας Τιρίμος
Υπάλληλος έκλεψε €48.000 από εισπράξεις καφετέριας
Μέσα μου βιαζόμουν. Ήθελα να δω από κοντά τον τόπο που μου περιγράφει μέρα παρά μέρα στις κουβέντες του ο θείος μου ο Γιάννης. Ήθελα να βάλω χρώμα στη μαυρόασπρη φωτογραφία του παππού μου. Λες και το μεταλλείο βρισκόταν εκεί και τα σπίτια τού τότε χωριού στη θέση τους. Ήξερα ότι τα περισσότερα έχουν κατεδαφιστεί. Η φαντασία μου όμως αδημονούσε.
Τελικά καταφέραμε ρωτώντας να βρούμε την άκρη. Μας προειδοποίησαν βεβαίως ότι ήταν Κυριακή και «ίσως οι μπάρες να ήταν κλειστές». Ευτυχώς δεν ήταν. Τουλάχιστον όχι όλες, κι έτσι καταφέραμε να μπούμε στο χώρο του μεταλλείου με το αυτοκίνητο. Κουφάρια σπιτιών και άλλων υποδομών, διάσπαρτα σε ένα τοπίο μισό πράσινο και μισό γκρίζο.
Η Εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα, είναι εκεί όρθια και καλοφροντισμένη. Ένα ζευγάρι καμιά 60ριά χρονών στο προαύλιο. Παιδιά του μεταλλείου μάλλον, σκέφτηκα. Προχωρήσαμε. Έπιασα να βγάζω φωτογραφίες από ό,τι ακόμα βρίσκεται όρθιο. Εννοείται ότι κανείς από εμάς δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν η χρήση του κάθε κτίσματος. Από την αρχή όμως ήξερα ότι με την επιστροφή μου στο χωριό μας θα καθόμουν δίπλα από τον θείο μου και εκείνος θα την έβγαζε την άκρη.
Βρεθήκαμε μπροστά σε ένα κτήριο το οποίο όπως αναφωνήσαμε και εγώ και η αδελφή μου αυθόρμητα «πρέπει να ήταν το workshop του θείου». (Στο «workshop» που λειτουργούσε στο μεταλλείο, στεγάζονταν όλοι οι τεχνίτες. Συγκολλητές, κωμοδρόμοι, πελεκάνοι κ.λπ. οι οποίοι επιδιόρθωναν/κατασκεύαζαν το οτιδήποτε χρειαζόταν το μεταλλείο για να λειτουργήσει). Μπροστά μια στείρα έκταση και από κάτω το μάτι έφθανε μέχρι τη θάλασσα. Η φαντασία μου άρχισε να οργιάζει. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που έλεγε ότι στεκόταν σε συγκεκριμένο σημείο του χωριού μας και κοίταζε πάντα κατά πάνω «τζιαι άμαν εσταματούσαν τα βαγόνια του εναερίου, ήξερα ότι ο παππούς σου εσκόλασε». (Από το μεταλλείο, ξεκινούσε εναέριος σιδηρόδρομος ο οποίος κατέληγε στην περιοχή Εναέριος της Λεμεσού. Ο σιδηρόδρομος αυτός μετέφερε τον αμίαντο στις αποθήκες της εταιρείας που είχε τα δικαιώματα εξόρυξης και από εκεί ο αμίαντος μεταφερόταν στο παλιό λιμάνι Λεμεσού).
Πέρασα την καγκελόπορτα. Περπάτησα και έφθασα μέχρι εκεί που μπορούσα να φθάσω. Βρέθηκα πάνω από μια χαράδρα. Απέναντι κυριολεκτικά το μισό βουνό πράσινο, λόγω αναδάσωσης και το άλλο μισό γκρίζο (δεν έχει ακόμα αναδασωθεί). Κάτω η λίμνη.
Κοίταζα τα απομεινάρια του μεταλλείου και με τη φαντασία μου έβαλα εκεί εργάτες να δουλεύουν. «Υπήρχε ο σπαστήρας, έμπαιναν μέσα πέτρες και χώματα» μου είπε ο θείος μου αργότερα. Από εκεί, με άλλα μηχανήματα γινόταν η επεξεργασία «τζιαι ο αμίαντος έφκαινε όπως το παπάτζιην». (Στην αρχαία εποχή, ιδιαίτερα κατά την Κλασική και Ρωμαϊκή Περίοδο, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή σεντονιών αποτέφρωσης των νεκρών, υποδημάτων και θρυαλλίδων για τις λυχνίες).
Δεν είχε και πολλά για να δούμε. Ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο και κινηθήκαμε για λίγο ακόμα στους χωμάτινους δρόμους. Κατά διαστήματα συναντούσαμε χαλάσματα σπιτιών. Κάποιά σπίτια με την κλασική αγγλική αρχιτεκτονική, από εκείνα που συχνά συναντάμε στα ορεινά θέρετρα αφού αποτελούσαν τις εξοχικές κατοικίες Άγγλων αξιωματικών, στέκονται σχεδόν ανέπαφα από τον χρόνο. Το σπίτι που μοιράζονταν η μητέρα, ο παππούς και ο θείος μου δεν το αναζήτησα ούτε καν με τη φαντασία μου. Εδώ και χρόνια ξέρω ότι το έχουν χαλάσει. Το ίδιο και τα σπίτια που έμεναν μετά ο θείος Γιάννης με τη θεία Βασιλική και ο θείος Χρίστος με τη θεία Χρυστάλλα. Κανένα από τα κτήρια που συναντήσαμε δεν μου θύμιζε σχολείο. Ξέρω μόνο ότι τις δεκαετίες ‘50 – ‘60 το χωριό έσφυζε από ζωή και το σχολείο διέθετε μαζί με τη μητέρα μου, τρεις δασκάλους. Κάποια από τα μεγαλύτερα ξαδέλφια μου, είχαν φοιτήσει σε αυτό. Ηχούν στ’ αφτιά μου τα λόγια του θείου μου «ο παππούς σου επήεν τζιαμαί 15 χρόνων τζιαι έφυεν που αφυπηρέτησε το 1976». Μια ολόκληρη ζωή.
Έκλεβαν εκρηκτικά για τον Αγώνα της ΕΟΚΑ!
Όπως το είχα σχεδιάσει, επιστρέφοντας στο χωριό έκατσα δίπλα από τον θείο μου και άρχισα να του δείχνω μια-μια τις φωτογραφίες. Του έδειξα πρώτα το κτήριο που εγώ και η αδελφή μου είχαμε περάσει για το «workshop». «Εν είτε το «workshop», είτε το γκαράζ» μου είπε και έπιασα να του εξηγώ για τη διαδρομή. Από αυτά που του εξήγησα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «μάλλον εν το γκαράζ. Ήταν θκυό τα ίδια το ένα απέναντι στο άλλο τζιαι στα αριστερά τα γράφεια». Παλιά, «οι τεχνίτες είχαμεν τον τόπο μας. Για παράδειγμα οι πελεκάνοι ήταν κάπου αλλού, το γκαράζ ήταν αλλού. Μετά εκάμαν τα τούτα τζιαι ήμαστεν ούλλοι μαζίν. Από κωμοδρόμους, τενεκκετζίες, τόρνους, πλάνιες, ηλεκτροκολλήσεις. Εκάμναμεν εξαρτήματα για το μεταλλείο. Το εργοστάσιο είχε σπαστήρα, μύλους. Εθέλαν πράματα για να δουλέψουν τούτα. Στου μύλους, επέφταν μέσα πέτρες τζιαι χώμα τζαι εσπάζαν τες πέτρες τζαι μες τες πέτρες είσιεν αμίαντο. Επήενεν σε άλλο εργοστάσιο τζιαι έμπαινε σε άλλα μηχανήματα τζιαι έφκαινεν παπάτζιην. Ο αμίαντος εν κλωστές. Ζυμώνουν τον με τσιμέντο για παράδειγμα για να κάμουν αμιαντοσωλήνες».
«Το δάκτυλό σου που το έχασες θείε;» τον ρώτησα. «Που εστήναμεν το εργοστάσιο. Τζαμαί». Μου θύμιζα παιδί που αραδιάζει τη μια ερώτηση μετά την άλλη: «Θείε στην ΕΟΚΑ εν δαμέ που εκάμνετε τες πόμπες;» τον ρώτησα. «Στο άλλο, (πριν να μεταφερθούν όλοι στον ίδιο χώρο). Εκλέφκαν τες φάλιες τζιαι εκάμναμεν τες».
Το μεταλλείο του Αμιάντου έγραψε ιστορία
Το μεταλλείο του αμιάντου είναι το μεγαλύτερο σε αποθέματα χρυσοτιλικού αμιάντου στην Ευρώπη, έχει έκταση 13 km2 και βρίσκεται κοντά στο χωριό Αμίαντος σε υψόμετρο γύρω στα 1500 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας. Ο χρυσοτίλης εμφανίζεται υπό μορφή φλεβών, με τυχαία διάταξη μέσα στο σερπεντινίτη, γεμάτων με ίνες εγκάρσια προσανατολισμένες, των οποίων το μήκος ποικίλει ανάλογα με το πάχος των φλεβών, από μερικά χιλιοστόμετρα μέχρι 2 εκατοστόμετρα. Η μέση περιεκτικότητα του κοιτάσματος είναι από 0,8% έως 1,0 % και τα αποθέματα υπολογίστηκαν γύρω στους 60Χ106 τόνους. Κατά τη διαδικασία επεξεργασίας και εμπλουτισμού επιτυγχανόταν πολύ ψηλή απόληψη της μεταλλοφορίας.
Η Κύπρος θεωρείται ως μια από τις πιο αρχαίες πηγές αμιάντου. Οι επιφανειακές εμφανίσεις αμιάντου, λόγω της χαρακτηριστικής ινώδους δομής του, εύκολα προκάλεσαν το ενδιαφέρον και γρήγορα βρέθηκαν χρήσεις που αξιοποιούσαν τις χαρακτηριστικές φυσικές του ιδιότητες. Στην αρχαία εποχή, ιδιαίτερα κατά την Κλασσική και Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή σεντονιών αποτέφρωσης των νεκρών, υποδημάτων και θρυαλλίδων για τις λυχνίες. Χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ο ακτινόλιθος, που απαντά κυρίως στην περιοχή του Δάσους Λεμεσού και Ακαπνούς, λόγω του μεγάλου μήκους των ινών του που επέτρεπε καλύτερη επεξεργασία του. Η νεότερη ιστορία εκμετάλλευσης του αμιάντου αρχίζει στις αρχές του 20ού αιώνα όταν ο χρυσοτιλικός τύπος αμιάντου άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία. Το ενδιαφέρον για εκμετάλλευση του αμιάντου μετατοπίσθηκε στην περιοχή του ανατολικού Τροόδους, όπου εντοπίσθηκαν πλούσιες φλέβες χρυσοτιλικού αμιάντου κατάλληλου για οικονομική εκμετάλλευση. Το 1904 δόθηκε σε ορισμένα χωριά το προνόμιο εκμετάλλευσης αμιάντου του τύπου αυτού στις πλαγιές του Τροόδους.
Ακολούθησε σειρά μεταβιβάσεων του δικαιώματος εκμετάλλευσης σε διάφορες ξένες εταιρείες και τελικά περιήλθε στην κυριότητα της εταιρείας «Κυπριακά Aμιαντωρυχεία Λτδ», στην οποία παραχωρήθηκε το 1934 μεταλλευτική μίσθωση διάρκειας 99 χρόνων.
Η παραγωγή αμιάντου πάνω σε οργανωμένη κλίμακα άρχισε το 1904 στον σημερινό χώρο του μεταλλείου. Από τότε μέχρι το κλείσιμο του μεταλλείου το 1988 υπολογίζεται ότι παρήχθησαν ένα εκατομμύριο τόνοι ινών αμιάντου και εξ ορύχτηκαν 130 εκατομμύρια τόνοι πετρώματος. Μέχρι το 1950 η εξόρυξη του μεταλλεύματος γινόταν χειρωνακτικά και συνεπώς είχε σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από την απασχόληση μεγάλου αριθμού εργατών (μερικές χιλιάδες), ενώ η επεξεργασία (διαχωρισμός των ινών αμιάντου από το πέτρωμα) γινόταν σε μια σειρά από μύλους, χωρίς τη λήψη αυστηρών μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους διέμεναν σε πρόχειρα ή προσωρινά καταλύματα γύρω από τον χώρο του μεταλλείου, που σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε μόνιμες κατοικίες αναπτύσσοντας έτσι μια κοινότητα με σχολεία, νοσοκομείο και καταστήματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταλλείου, το επεξεργασμένο μετάλλευμα μεταφερόταν στη Λεμεσό με εναέρια γραμμή μήκους 30 χιλιομέτρων. Αργότερα, με την καλυτέρευση του οδικού δικτύου, η μεταφορά γινόταν με φορτηγά οχήματα.
Μετά το 1950 άρχισε η μηχανοποίηση του μεταλλείου με τη χρήση μεγάλων μηχανημάτων εξόρυξης, ενώ από το 1963 λειτουργούσε το εννιαώροφο εργοστάσιο εμπλουτισμού. Αυτό είχε ως επακόλουθο τη μείωση του εργατικού δυναμικού και τη σταδιακή εγκατάλειψη και ερήμωση της κοινότητας, που είχε αναπτυχθεί στον ευρύτερο χώρο του μεταλλείου.
Η μακρόχρονη λειτουργία του μεταλλείου με τη μέθοδο της επιφανειακής εκμετάλλευσης επηρέασε αναπόφευκτα το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και είχε άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο ευρύτερο περιβάλλον. Τα κύρια περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν είναι ο τεράστιος κρατήρας εξόρυξης, οι εκτεταμένοι σωροί στείρων (μπάζων) με απότομα πρανή που καταλαμβάνουν μερικώς τη γύρω κοιλάδα, η ολοκληρωτική καταστροφή του φυσικού πευκοδάσους της περιοχής, όπως και η ρύπανση από την παρουσία ινών αμιάντου στην ατμόσφαιρα (αέρα), στα επιφανειακά νερά, στους υδατοφράκτες κατάντη του ποταμού «Λούματα τους Αετούς», με πιθανές συνέπειες στην ασφάλεια και στην υγεία των ανθρώπων που κατοικούν στα γύρω χωριά.
Τα Κυπριακά Αμιαντωρυχεία λειτούργησαν κερδοφόρα μέχρι το 1982, όταν η διεθνής εκστρατεία εναντίον της χρήσης του αμιάντου προκάλεσε την κάθετη μείωση στη ζήτηση και τις τιμές του αμιάντου και η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Παράλληλα στο μεταλλείο συσσωρεύονται σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα καθώς και προβλήματα σταθερότητας των τεράστιων όγκων στείρων υλικών (μπάζων), που δημιουργήθηκαν από την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος.
Μετά τον τερματισμό των μεταλλευτικών εργασιών και της μεταλλευτικής μίσθωσης το 1992, το κράτος ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το φθινόπωρο του 1995 υπό την καθοδήγηση μιας πολυκλαδικής ομάδας που απαρτίζεται από γεωλόγο, γεωτεχνικό μηχανικό, δασολόγο, μεταλλειολόγο μηχανικό, πολεοδόμο, υγειονολόγο και περιβαλλοντολόγο. Οι εργασίες, με κύριους στόχους τη σταθεροποίηση των σωρών των στείρωνκαι την αναδάσωση και αναχλόαση των διαμορφωμένων περιοχών, εκτελούνται με βάση το Σχέδιο Αποκατάστασης που ετοιμάστηκε.
Με την αναδάσωση επιδιώκεται η επαναφορά του φυσικού τοπίου και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος στον χώρο του μεταλλείου. Οι επί μέρους εργασίες, όπως χωματοκάλυψη, φύτευση δέντρων και θάμνων και σπορά, συντελούν επίσης στη διασφάλιση της σταθερότητας των μπάζων αλλά και στη δραστική μείωση των εκτεθειμένων ινών αμιάντου.
(από την ιστοσελίδα «Γεωπάρκο Τρόοδους)
Άγνοια και θάνατος για τους εργάτες
Ο αμίαντος, εδώ και αρκετά χρόνια έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως καρκινογόνος. Στην Κύπρο, εν ζωή εργάτες του μεταλλείου, άρχισαν να συνασπίζονται στις αρχές της περασμένης δεκαετίας προκειμένου να ζητήσουν αποζημιώσεις για τα προβλήματα υγείας που ανέπτυξαν με το πέρασμα των χρόνων. Μαζί τους και συγγενείς εργατών ή κατοίκων του Αμιάντου οι οποίοι πέθαναν συνεπεία καρκίνου. Ασθένειες που έχουν ως αιτία τον αμίαντο, μεταξύ άλλων: η αμιάντωση, η καλοήθης πλευριτική συλλογή, η Παχυπλευρίτιδα, το μεσοθηλίωμα υπεζωκότα, ο καρκίνος πνεύμονα.
Οι θάνατοι εργατών αλλά και μελών των οικογενειών τους και στην Κύπρο δεκάδες. Εκτιμάται μάλιστα ότι ο αριθμός τους είναι αρκετά μεγαλύτερος από τον υπολογιζόμενο βάσει στοιχείων, αφού στα παλιά χρόνια δεν γίνονταν γνωστά τα αίτια θανάτου και κανείς δεν γνωρίζει από τι πέθαναν πολλοί κάτοικοι της περιοχής, εκ των οποίων οι πλείστοι εργάζονταν στο μεταλλείο.
Η εισπνοή ινών αμιάντου μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες, όχι μόνο για όσους εργάζονται στην εξόρυξη αμιάντου, αλλά για όλους όσοι έρχονται σε επαφή μαζί του. Για αυτό και η εξόρυξη και χρήση του έχει απαγορευθεί εδώ και χρόνια από την Ε.Ε. Η επικινδυνότητα του αμιάντου κρίθηκε τέτοια ώστε ακόμα και το ξήλωμα εγκαταστάσεων στις οποίες υπήρχαν πλάκες αμιάντου να διεξάγεται με αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Για τις αμέτρητες αναμνήσεις
Η περιδιάβαση σε ό,τι έχει απομείνει από το χωριό των εργατών του, δεν με βοήθησε βεβαίως να βάλω τους δικούς μου ανθρώπους σε μια θέση άλλης εποχής. Οι αναμνήσεις τους μόνο με βοηθούν να το κάνω. Για τη μητέρα μου, που ακόμα και στα 81 της λίγο πριν τη χάσουμε, μας περιέγραφε κοκκινίζοντας τη λακτάρα που ένιωθε όταν έβλεπε τον πατέρα μου να ανηφορίζει με το ποδήλατο για να την επισκεφθεί στον Αμίαντο, όταν ήταν αρραβωνιασμένοι. Για τους θείους και τους συγχωριανούς μου. Για τον παππού μου τον Κυριάκο και τη γιαγιά μου που έβλεπε τον εναέριο. Για τον θείο μου τον Γιάννη, που θυμάται. Που οι δικές του αναμνήσεις με γεμίζουν πληροφορίες και γνώσεις. Συγχώρα μας θείε που δεν σε πήγαμε μαζί μας. Δεν θέλαμε να σας ταλαιπωρήσουμε. Και μην μου βάλεις τις φωνές.