Ο ρόλος της Εκκλησίας της Κύπρου στη σύγχρονη κοινωνία είναι το θέμα της επιστολής του Χαράλαμπου Μερακλή.
Κατά καιρούς η Εκκλησία της Κύπρου δίδει εξετάσεις ενώπιον της κυπριακής κοινωνίας και αποτυγχάνει να αποσπάσει την επιδοκιμασία της σε μια σειρά θέματα και προβλήματα όπως είναι οι παρεμβάσεις σε νομοθετικές διαδικασίες, οι πολιτικοί γάμοι, η ομοφυλοφιλία, η αποτέφρωση των νεκρών, η ιστορική και θρησκευτική διδασκαλία στα σχολεία, η ίδρυση σχολείων από την Εκκλησία, τα πολιτικά ζητήματα του τόπου και η έκδοση ευνοϊκών αποφάσεων από κυβερνητικές υπηρεσίες γι’ αυτήν.
Τέτοιες παρεμβάσεις μεταφράζονται σε μη διακριτικούς ρόλους, μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας και ούτε πολιτικά ρυθμισμένους.
Αυτά τα δεδομένα δίδουν την εικόνα κλίματος θεοκρατίας και ανάκλητων αρχόντων αντί θεόπνευστων ηγετών με αγιοπνευματική ανάρρηση στο θρόνο τους.
Επιβάλλεται να υπάρχει και να λειτουργεί ο δημόσιος ρόλος της Εκκλησίας ως κοινωνικής πνευματικότητας και όχι ως πολιτικής θεοκρατίας.
Η κοινωνική πνευματικότητα της Εκκλησίας έχει διπλό δημόσιο ρόλο να διαδραματίσει γιατί θα ανακουφίζει τους δοκιμαζόμενους συνανθρώπους μας και θα στέκεται δίπλα τους ως ελπίδα, συμπαράσταση και αλληλεγγύη στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, επειδή η πόρτα τους παραμένει πάντα κλειστή λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχει κάποιος από την κρατική υπηρεσία ή άλλους φορείς και σωματεία να δώσουν σ’ αυτά χαμόγελο και κουράγιο.
Αυτή η μορφή στήριξης προλαμβάνει διάφορες μορφές βίας, εκμετάλλευσης, αντικοινωνικών συμπεριφορών, βιαιοπραγιών, εθισμών κ.λπ.
Δεν αρκεί μόνο η φιλανθρωπία που κάποτε μοιάζει με άλλοθι για την κοινωνική απραγία. Η κυπριακή κοινωνία χρειάζεται τον ενεργό ρόλο της Εκκλησίας για εφαρμογή της δικαιοσύνης και για να σταθεί ασπίδα μπροστά στις ποικίλες διογκούμενες αδικίες.
Η πνευματικότητα μπορεί να γίνει ο καθοδηγητής της καθημερινής μας ζωής και σ’ αυτόν τον τομέα η Εκκλησία μπορεί να αναδείξει περιούσιο έργο.
Η Εκκλησία θα πρέπει να κινηθεί σε ανοικτό περιβάλλον και μακριά από συντηρητικότητα και θεοκρατικούς στόχους.
Προτεραιότητα της Εκκλησίας πρέπει να είναι η αποχή της από την πολιτική που υιοθετεί μέχρι σήμερα για επιβολή της δικής της άποψης που ορίζουν οι κανόνες της και η μακραίωνη παράδοσή της στο χριστεπώνυμο ποίμνιο της, καθώς επίσης και στο πλαίσιο της αυτοδιοίκησης των θρησκευτικών κοινοτήτων.
Μια νέα τέτοια πολιτική θα βοηθήσει και το κράτος να υιοθετήσει κανόνες δικαίου για όλους τους πολίτες. Με αυτό τον τρόπο πολιτικές ηγεσίες, παρατάξεις και κόμματα θα μπορέσουν να υιοθετήσουν νομοθετικά μέτρα που επιβάλλουν η εξέλιξη της κοινωνίας και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Είναι ανάγκη η Εκκλησία να μετεξελιχθεί σε σύγχρονο εκπρόσωπο της κοινωνίας, βοηθώντας την να αντιμετωπίσει τα σύγχρονα προβλήματα που απορρέουν από την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές συνθήκες.