Συνήλθε στις 16 Νοεμβρίου, σε έκτακτη συνεδρία, η Γραμματεία της Παγκύπριας Συνομοσπονδίας Ομοσπονδιών Συνδέσμων Γονέων Δημοσίων Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης, εξετάζοντας τα θέματα που προκύπτουν μετά την απόφαση της ΟΕΛΜΕΚ για στάση εργασίας από τις 7:30π.μ. μέχρι τις 11:00π.μ. την Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2025, ημέρα που προγραμματίζεται η πρώτη κατ’ άρθρο συζήτηση του σχεδίου Κανονισμών Αξιολόγησης των Εκπαιδευτικών και του Εκπαιδευτικού Έργου, στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας.

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση η Παγκύπρια Συνομοσπονδία θεωρεί ακατόρθωτο όπως οι 48000 μαθητές που επηρεάζονται, να μπορέσουν απρόσκοπτα να μεταβούν στις 11:00π.μ. στα σχολεία τους. Τεράστιος αριθμός μαθητών, που ξεπερνά το 55%, μεταβαίνει στα σχολεία χρησιμοποιώντας σχολικά λεωφορεία. Επίσης είναι αδύνατο 96000 γονείς να εγκαταλείψουν στις 11:00π.μ. την επαγγελματική τους ενασχόληση ούτως ώστε να μεταφέρουν τα παιδιά στα σχολεία.

Είναι πασιφανές, προστίθεται, πως από την ώρα που δεν μπορεί αυτό να πραγματοποιηθεί καθολικά και τεράστιος αριθμός μαθητών θα απουσιάζει, αυτό αυτόματα δημιουργεί:

1. Τεράστιο θέμα δυσλειτουργίας.

2. Τεράστιο θέμα αντιμετώπισης και άνισης μεταχείρισης, σε σχέση με αυτούς που δεν θα μπορέσουν να μεταβούν.

Ως εκ τούτου, απευθυνόμενοι προς το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, οι γονείς ζητούν όπως λάβει υπόψη τα πιο πάνω και κάνει αποδεκτή τη θέση τους για μη προσέλευση όλων των μαθητών και μαθητριών στα σχολεία καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Όπως αναφέρουν, «η μετά τις 11:00π.μ. παρουσίας μικρής ομάδας μαθητών/μαθητριών δεν εξυπηρετεί κανένα εκπαιδευτικό σκοπό».

«Το δικαίωμα στην απεργία ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα κατοχυρώνεται μέσα από το Άρθρο 27 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως επίσης κατοχυρώνεται και η συνδικαλιστική ελευθερία μέσα από το Άρθρο 21(2) του Συντάγματος, όπου ρητά αναφέρεται ότι έκαστος έχει το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Την ίδια ώρα όμως άπαντες οφείλουν να σέβονται το δικαίωμα ενός εκάστου στην εκπαίδευση (Άρθρο 20 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Σεβόμαστε πλήρως τους θεσμούς και το δικαίωμα της διεκδίκησης, όμως σε καμία περίπτωση δεν συνηγορούμε στην απώλεια διδακτικού χρόνου. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση και σε καμία περίπτωση αυτό το δικαίωμα δεν πρέπει να πλήττεται από μία αντιπαράθεση που αφορά συνδικαλιστικά αιτήματα», σημειώνουν οι γονείς.

«Θεωρούμε έστω και την υστάτη, μέσα από τη θεσμοθετημένη διαδικασία που βρίσκεται εν εξελίξει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να έχουμε μία αίσια κατάληξη σε ότι αφορά το θέμα της Αξιολόγησης των Εκπαιδευτικών και του Εκπαιδευτικού Έργου, βάζοντας ένα τέλος στην αναστάτωση και την ταλαιπωρία που προκύπτουν μέσα από τέτοιας μορφής εκδηλώσεις διαμαρτυρίας», καταλήγει η ανακοίνωση.

Υπέρ της αξιολόγησης τάσσεται η Συνομοσπονδία Συνδέσμων γονέων Δημοτικής Εκπαίδευσης

Στο μεταξύ, θέση υπέρ της προώθησης του νομοσχεδίου για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, παίρνει η Συνομοσπονδία Ομοσπονδιών Συνδέσμων Γονέων Δημοτικής Εκπαίδευσης με ανακοίνωσή της, εκφράζοντας την προσδοκία ότι, κατά τη συζήτηση στη Βουλή, «δεν θα αλλάξει η φιλοσοφία του συστήματος αξιολόγησης που κατατέθηκε, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε σε μια άλλη μορφή του υφιστάμενου συστήματος».

Αναφέρει στην ανακοίνωση ότι «μετά τον διάλογο μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων αλλά και τις τεκμηριωμένες θέσεις που κατατέθηκαν, υπήρξαν σημαντικές συγκλίσεις, γεφυρώνοντας τις αποστάσεις μεταξύ ΥΠΑΝ και εκπαιδευτικών» και προσθέτει ότι «είναι ευκαιρία με θάρρος να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές και καινοτόμες αλλαγές σεβόμενοι πάντα και την εκπαιδευτική κοινότητα, η οποία είναι άμεσα επηρεαζόμενη».

Εκφράζει την άποψη ότι «το προτεινόμενο σύστημα αξιολόγησης είναι σχεδιασμένο για να εντοπίζει και να στηρίζει πιθανές αδυναμίες ή ελλείψεις που υπάρχουν» και ότι «παρέχει τις δικλείδες ασφαλείας για πιθανά λάθη ή/και σκοπιμότητες που πλήττουν τους υπό αξιολόγηση εκπαιδευτικούς».