Στην τελευταία τηλεμαχία στο Κρατικό Κανάλι της Κύπρου (ΡΙΚ) την 1η Φεβρουαρίου 2023, μεταξύ των τριών κυριότερών υποψηφίων ακούστηκε η άποψη πως μια πιθανή αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ θα φέρει ένα νέο αέρα προσέγγισης, που θα συμβάλλει ως μοχλός πίεσης της διεθνούς κοινότητας για την ταχύτερη επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Αυτό το σκεπτικό είναι απλά λάθος.

Για το Κυπριακό είναι καλό να θυμόμαστε τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αλλά και το πρωτόκολλο της Άγκυρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Αποφάσεις οι οποίες εγγυούνται το πρωτόκολλο διαδικασίας και διαπραγμάτευσης για την επίλυση του Κυπριακού. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εγγυηθεί απολύτως τίποτα στην παρούσα συγκυρία.

Ο ίδιος ο υποψήφιος συνεχίζει αναφέροντας πως, η «πλήρης ένταξη στο ΝΑΤΟ θα γίνει ωστόσο μετά την ολοκλήρωση της επανένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας για ευνόητους λόγους».

Αυτά είναι πολιτικές ουτοπίες. Είναι πολιτικά επικοινωνιακά εργαλεία για τις εκλογές, τελικά, χωρίς βάση. Χρειάζεται πολιτική γνώση, αρετή και σωφροσύνη στα θέματα αυτά. Θα μπορούσε βεβαίως κανείς να πει ότι αυτή είναι μια πολιτική επιλογή και τακτική πολιτικής πράξης. Ωστόσο δεν πιστεύεται πως είναι σωστός ο τρόπος προσέγγισης και επίλυσης του Κυπριακού. Το ότι «θα κάνουμε αίτηση στο ΝΑΤΟ». Δεν επιτυγχάνεται ακόμα και η σημασία ηθική πολιτικής και χρήσης του Ευρω-Ατλαντισμού στην Κύπρο.

Όντας αμέτοχοι εμείς, οι απλοί πολίτες, ακούμε υποψηφίους, να επιδιώκουν να βρουν πολιτικό διέξοδο στο αδιέξοδο της εξωτερικής πολιτικής, του τέλματος του Κυπριακού. Ακολουθώντας μια μεθοδική πορεία μέσα σε μια διαδρομή «δικής τους» πραγματικότητας και κατανόησης της πολιτικής διαπραγμάτευσης. Δέκα χρόνια δεν έφερε κανένα απτό αποτέλεσμα. Και τώρα ξανά αναφερόμαστε στην αίτηση για το ΝΑΤΟ. Τότε ήταν να κάνουμε αίτηση για την Σύμπραξή για την Ειρήνη του ΝΑΤΟ που τότε αποκαλείτο συνεταιρισμός (λανθασμένα). Τώρα επιδιώκουμε να αιτηθούμε στο ΝΑΤΟ στο σύνολο του. Και όπως προαναφέραμε, όλα αυτά στον αγώνα τους να ζήσουν «εν πολιτεία» στα πλαίσια της «ήσυχης συνείδησης».

«Ἐγὼ τὴν ἀλήθεια θὰ τὴν εἰπῶ γυμνή. Ὅτι ἔχω τὸ μερίδιό μου. Σ αὐτείνη τὴν πατρίδα θὰ ζήσω ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου», είχε πει ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στις 26 Φεβρουαρίου 1829 στα απομνημονεύματά του, στο Άργος: Δεν υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση επίλυσης του Κυπριακού τα τόσα χρόνια. Και αυτό πρέπει να αλλάξει άρδην. Δεν υπάρχει ούτε πραγματική πολιτική βούληση για να αιτηθούμε να γίνουμε κράτη μέλη του ΝΑΤΟ. Αλλά επικαλούμαστε το ΝΑΤΟ για πίεση στο Κυπριακό. Λείπει ο πραγματικός εθνικός στόχος δια, μέσου διαλόγου άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, όπως θα έπρεπε να είναι σε ένα κράτος που θα ήθελε να είναι υποψήφιο. Ακόμα και η Ουκρανία έχει πολιτικές σχέσεις με το ΝΑΤΟ (όχι στρατιωτικές από το 1991). Και ήταν σταδιακές. Ενώ στρατιωτικές απέκτησε το 2020 ως εθνικό στρατηγικό στόχο (το έναυσμα παράνομης επίθεσης από τη Ρωσία το 2022, -και σε συνέχεια της κατάληψης της Κριμαίας το 2014-).

Το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο αφορά το Κυπριακό τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά: Ο μόνος ουσιαστικός οργανισμός διαπραγμάτευσης και όχι πολιτικός μοχλός πίεσης, είναι ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια της οποίας μπορεί να δράσει ως πολιτικός οργανισμός πίεσης στην διαπραγμάτευση στα πλαίσια του πρωτοκόλλου της Άγκυρας. Γεγονότα που δεν εκμεταλλευόμαστε ωστόσο όπως πρέπει.

Η αίτηση στο ΝΑΤΟ δεν θεωρείται εθνικός στόχος ακόμα. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το ΝΑΤΟ κατηγορήθηκε από μεγάλο μέρος της Κύπρου για την καταστροφή της χώρα. Και εκεί χωράει επιστημονική έρευνα και τεκμηρίωση γεγονότων. Δεν υπάρχει ιστορικής σημασίας απολογία για τα όσα διαπράχθηκαν και δεν συνέβαλαν στο να αποφευχθεί η καταστροφή. Συνετό θα είναι να μην πάμε «στο πόλεμο γυμνοί». Να προσδιορίσουμε τα συμφέροντα του κράτους μας, την τακτική και να σκληρύνουμε στάση όπως και πολιτική προσέγγιση. Οικονομική, πολιτική και κοινωνική ασφάλεια, παιδεία, υγεία και μαζί εθνική ασφάλεια, άμυνα και εξωτερική πολιτική, όπως και ανάπτυξη σε όλα τα επίπεδα και τις υποδομές είναι εφικτό, με στόχους ουσιαστικής ανάπτυξης αλλά και διαλειτουργικότητας με άλλα κράτη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την Κύπρο. Γιατί μόνο έτσι «η Κύπρος μπορεί».

Ας δημιουργήσουμε λοιπόν ένα πρότυπο κράτος. Όπως ακριβώς οφείλουμε πρώτα. Είμαστε κράτος-μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ. Γνωρίζοντας με ουσία τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο κράτος αυτό, ισχυροποιήσουμε την κοινωνία, την βιομηχανία, την τεχνολογία και τεχνογνωσία. Κοιτάζουμε τις πραγματικές γεωστρατηγικές ανάγκες συμμαχιών της Κύπρου, τα οποία η παρούσα κυβέρνηση πήρε ως απόφαση να συν-διαμορφώσει προκειμένου να γίνει πιο ουσιαστική στις γεωστρατηγικές πραγματικότητες συμμαχιών. Και σταμάτησαν εκεί.  Με τον έτερο δεύτερο από τους τρεις ανθυποψηφίους να εκτιμά ως «επιτυχία» που έφτασαν ως εκεί. Αλλά μετά τί; Πάγωμα για εκλογές; Υπήρχαν και υπάρχουν λύσεις και συνέχεια. Και ένα κράτος πρέπει να έχει διοικητική συνέχεια. Ανεξαρτήτου υποψηφίου.

Και μετά ερχόμαστε στις στρατηγικές συμμαχικές επιλογές. Οι στρατηγικές συμμαχίες, οι πραγματικές, είναι σημαντικές για το κύρος της χώρας, την εμπειρία αλλά και την αναβάθμιση της. Μετά έρχονται τα πρότυπα ΝΑΤΟ και οι επιλογές να γίνει η Κύπρος μέλος της Βόρειο-Ατλαντικής Συμμαχίας, και αν χρειάζεται και θέλει ο πολίτης της Κύπρου. Θα πρέπει να μελετηθεί πρακτικά και επιστημονικά. Όχι να αναφέρουμε γενικά και αόριστα κέντρα μελετών από άλλη χώρα στα θέματα ασφαλείας. Ας κάνουμε χρήση και του επιστημονικού μας προσωπικού στην Κύπρο. Είναι αξιόλογο. Και θα μας πει τα υπερ και κατά. Κάνουμε συμμαχία με το Ισραήλ. Ας μάθουμε από αυτό. Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό πως η Φινλανδία και Σουηδία που ακόμα δεν έχουν οριστικοποιήσει το κατά πόσον θα συνεχίσουν την πορεία αυτή, «περπάτησαν» αντίστοιχη πολιτική διαδρομή. Ενίσχυσαν την άμυνά τους, ασφάλεια και εξωτερική πολιτική (τα τελευταία χρόνια 2017-2022), στα πλαίσια κοινού στρατηγικού σχεδιασμού άμυνας. Και αυτά πρίν κάνουν αίτημα προς το ΝΑΤΟ. Αλλά μέχρι τότε, είχαν υιοθετήσει παράλληλα, τα βασικά συστατικά διαλειτουργικότητας και υιοθέτησης στρατιωτικών προτύπων και οπλικών συστημάτων επιπέδου ΝΑΤΟ. Κάτι που για την Κύπρο ακόμα δεν έχει επιτευχθεί ούτε ολοκληρωθεί.

Το μέλλον της επόμενης πενταετίας για την Κυπριακή Δημοκρατία, κρίνεται από το λαό σε μερικές μέρες στο πρώτο και μετά το δεύτερο γύρο. Από ένα λαό που πρέπει να διακατέχεται από το θάρρος και την ηγεσία που προβάλει ο επόμενος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και τις πολιτικές που διαμορφώνει και τις λύσεις που φέρνει σε συγκεκριμένο χρόνο. Που να έχει το πολιτικό σθένος και κύρος ενός ηγέτη ενός πραγματικού διπλωμάτη. Που να πιστεύει και να γνωρίζει. «Η Κύπρος Μπορεί». Έτσι μόνο μπορεί να ηγηθεί. Ο Ανδρέας Μαυρογιάννης γνωρίζει πολύ καλά Ευρώπη και ΟΗΕ. Άτομα και ηγέτες. Είναι μετριόφρων και σοφός. Γνωρίζει το ρόλο του. Έχει όραμα. Είναι απλός και προσιτός. Σταθερός στις αξίες του και στα πιστεύω του. Κυριοτέρως είναι ανεξάρτητος αλλά και υποστηριζόμενος.

Εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε πως θα αποκαταστήσουμε την επανένωση της Κύπρου να λύσουμε τα ιστορικά λάθη με πολιτική πρακτική για το μέλλον της χώρας αυτής. Με μια ταυτότητα που να συνδέει και να τιμά εθνικά, περιφερειακά και διεθνώς. Και μετά να συζητήσουμε για τις στρατηγικές μας επιλογές. Να μας χρειάζονται αυτοί και όχι εμείς αυτούς. Η γεωγραφική και πολιτική τοποθεσία παίζει το δικό της σημαντικό ρόλο. Γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να μείνουμε στα λόγια ξανά.

*Ο Δρ. Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής ασφάλειας και στρατηγικής πολιτικής