Ο Σάιφ αλ Ισλάμ Καντάφι διήνυσε μια ταραχώδη διαδρομή, από θεωρούμενος διάδοχος του πατέρα του, Μουάμαρ Καντάφι, μέχρι την πολυετή φυλάκισή του και, αργότερα, την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Λιβύης, εξέλιξη που συνέβαλε στην ακύρωση των εκλογών.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του γραφείου του, που δόθηκε στη δημοσιότητα το βράδυ της Τρίτης, ο Σάιφ αλ Ισλάμ σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια «απευθείας αντιπαράθεσης» με τέσσερις αγνώστους ενόπλους, οι οποίοι φέρονται να εισέβαλαν στην κατοικία του.
Ο γενικός εισαγγελέας της Λιβύης δήλωσε από την πλευρά του ότι ερευνητές και ιατροδικαστές εξέτασαν το πτώμα του Σάιφ αλ Ισλάμ και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σκοτώθηκε από σφαίρες, ενώ πρόσθεσε ότι συνεχίζεται η έρευνα για τον εντοπισμό των δραστών.
Παρά το γεγονός ότι δεν κατείχε ποτέ επίσημο αξίωμα ο 53χρονος Σάιφ αλ Ισλάμ θεωρούνταν κάποτε ο πιο ισχυρός άνδρας της Λιβύης μετά τον πατέρα του Μουάμαρ, ο οποίος κυβέρνησε επί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αυτή την πλούσια σε πετρέλαιο χώρα.
Ο Σάιφ αλ Ισλάμ καθόριζε την πολιτική και αναλάμβανε υψηλού κύρους, ευαίσθητες διπλωματικές αποστολές.
Ηγήθηκε των συνομιλιών με στόχο η Λιβύη να εγκαταλείψει τα όπλα μαζικής καταστροφής που διέθετε και διαπραγματεύθηκε για την αποζημίωση των οικογενειών των θυμάτων της βομβιστικής επίθεσης εναντίον της πτήσης 103 της Pan Am πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας το 1988.
Αποφασισμένος να βγάλει τη Λιβύη από το καθεστώς παρία συνομιλούσε με τη Δύση και παρουσίαζε τον εαυτό του ως μεταρρυθμιστή ζητώντας την υιοθέτηση Συντάγματος και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Είχε σπουδάσει στο London School of Economics και μιλούσε πολύ καλά αγγλικά. Για ένα διάστημα πολλές κυβερνήσεις τον θεωρούσαν το αποδεκτό, φιλικό προς τη Δύση πρόσωπο της Λιβύης.
Το σημείο καμπής στη στάση του
Όμως μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης εναντίον του πατέρα του το 2011, ο Σάιφ αλ Ισλάμ αμέσως έβαλε την οικογένειά του πάνω από τις φιλίες του με τη Δύση και αναδείχθηκε ο αρχιτέκτονας της σκληρής καταστολής των εξεγερμένων, τους οποίους αποκάλεσε «αρουραίους».
Εκείνη την εποχή είχε δηλώσει στο Reuters: «Πολεμάμε εδώ στη Λιβύη, πεθαίνουμε εδώ στη Λιβύη». Είχε προειδοποιήσει ότι θα κυλήσουν ποτάμια αίματος και ότι η κυβέρνηση θα πολεμήσει ως τον τελευταία άνδρα, γυναίκα και σφαίρα.
«Όλη η Λιβύη θα καταστραφεί. Θα χρειαστούν 40 χρόνια να καταλήξουμε σε συμφωνία για το πώς να κυβερνηθεί η χώρα διότι σήμερα όλοι θέλουν να γίνουν πρόεδροι ή εμίρηδες και όλοι θέλουν να κυβερνήσουν τη χώρα», είχε τονίσει.
Στη φυλακή για έξι χρόνια
Αφού οι αντάρτες κατέλαβαν την Τρίπολη, ο Σάιφ αλ Ισλάμ προσπάθησε να καταφύγει στον γειτονικό Νίγηρα ντυμένος Βεδουίνος.
Η πολιτοφυλακή Ταξιαρχία Αμπού Μπακρ Σαντίκ τον συνέλαβε και τον μετέφερε στην πόλη Ζιντάν, στη δυτική Λιβύη, περίπου έναν μήνα αφού αντάρτες έπιασαν και εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες τον πατέρα του.
Πέρασε τα επόμενα έξι χρόνια κρατούμενος στη Ζιντάν, όπου τον συνάντησαν μέλη του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW). Η Χάναν Σάλαχ, διευθύντρια της ΜΚΟ στη Λιβύη, είχε δηλώσει στο Reuters τότε ότι ο Σάιφ αλ Ισλάμ δεν κατήγγειλε ότι τον κακομεταχειρίζονταν. «Εκφράσαμε τις ανησυχίες μας για το γεγονός ότι ο Καντάφι παρέμενε στην απομόνωση τον περισσότερο καιρό, αν όχι όλο τον καιρό, της κράτησής του», είχε σημειώσει.
Ο Σάιφ αλ Ισλάμ είχε χάσει ένα δόντι και είπε ότι τον κρατούσαν αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ δήλωσε ότι του επιτρεπόταν να δεχθεί επισκέπτες. Ωστόσο, σημείωσε ότι του επέτρεπαν να βλέπει τηλεόραση με δορυφορικά κανάλια και να έχει πρόσβαση σε βιβλία.
Το 2015 δικαστήριο της Τρίπολης τον καταδίκασε σε θάνατο από εκτελεστικό απόσπασμα για εγκλήματα πολέμου. Επίσης τον καταζητούσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης για «φόνους και διώξεις» και είχε εκδώσει εις βάρος του ένταλμα σύλληψης.
Οι αντιδράσεις που προκάλεσε η υποψηφιότητά του για την προεδρία το 2021
Αφού αφέθηκε ελεύθερος το 2017 βάσει ενός νόμου περί αμνηστίας, ο Σάιφ αλ Ισλάμ πέρασε χρόνια κρυμμένος στη Ζιντάν για να αποφύγει τη δολοφονία.
Από το 2016 του επετράπη να έχει επαφές μέσα και έξω από τη Λιβύη, δήλωσε ο Μουστάφα Φετούρι, ένας Λίβυος αναλυτής με επαφές με το περιβάλλον του Σάιφ αλ Ισλάμ. Δεχόταν επισκέπτες σχεδόν κάθε εβδομάδα και συζητούσε για πολιτική και την κατάσταση της χώρας. Μερικές φορές δεχόταν δώρα και βιβλία.
Φορώντας την παραδοσιακή στολή της Λιβύης και τουρμπάνι εμφανίστηκε το 2021 στη Σάμπχα για να καταθέσει την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές.
Η υποψηφιότητα αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και, καθώς η εκλογική διαδικασία φαινόταν να οδηγείται σε τέλμα στα τέλη του 2021 χωρίς να υπάρχει συμφωνία για τους κανονισμούς διεξαγωγής της, η υποψηφιότητα του Σάιφ αλ Ισλάμ αποτέλεσε ένα από τα βασικά ζητήματα τριβής.
Αποκλείστηκε λόγω της καταδίκης του το 2015 και όταν προσπάθησε να εφεσιβάλει την απόφαση, μαχητές έκλεισαν την είσοδο του δικαστηρίου. Οι διαμάχες που ακολούθησαν συνέβαλαν στην κατάρρευση της εκλογικής διαδικασίας και η Λιβύη επέστρεψε στο πολιτικό αδιέξοδο.
Σε συνέντευξή του στο New York Times Magazine το 2021 ο Σάιφ αλ Ισλάμ αναφέρθηκε στην πολιτική του στρατηγική: «Έχω μείνει μακριά από τον λαό της Λιβύης για 10 χρόνια», είπε. «Πρέπει να επιστρέφεις σιγά σιγά. Σαν ένα στριπτίζ. Πρέπει να παίξεις λίγο με το μυαλό τους».
«Αφότου ο Σάιφ αλ Ισλάμ αφέθηκε ελεύθερος πριν μερικά χρόνια αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ικανός να κάνει δημόσιες δηλώσεις μέσω του Τύπου ή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης», εκτίμησε ο Τζαλέλ Χαρσάουι που συνεργάζεται με το βρετανικό think tank Royal United Services Institute.
«Ωστόσο η συμβολική του σημασία παρέμεινε σημαντική. Αυτό το συμβολικό καθεστώς αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες που εμπόδισαν τις εκλογές του 2021», πρόσθεσε.
«Τώρα που σκοτώθηκε, οι περισσότερες φιλοκανταφικές ομάδες θα νιώσουν το ηθικό τους να πέφτει, αλλά και οργή. Παράλληλα απομακρύνθηκε ένα από τα εμπόδια για τη διεξαγωγή εκλογών στη Λιβύη», κατέληξε ο Χαρσάουι.