Μια εν εξελίξει δικαίωση των αρχών και των θέσεων της Αριστεράς

Το σύστημα, αλλιώς οι «από πάνω», προσπαθούσε ανέκαθεν να πείσει ότι οι απλοί άνθρωποι, η μεγάλη μάζα των εργαζομένων, δεν μπορεί να κατανοήσει σύνθετες οικονομικές έννοιες ή το πώς αλληλοεπιδρά η τοπική με την παγκόσμια οικονομία. Εξαιτίας της αδυναμίας αυτής, το αόρατο χέρι της τοπικής και διεθνούς αγοράς και δη ο αιωνόβιος μπαμπούλας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αποτέλεσε άψογη μεθόδευση ώστε η κυπριακή οικονομία να «πιάσει πάτο», η Κυβέρνηση Αναστασιάδη να «θυσιαστεί» και με διάφορα τεχνάσματα να πάρει «τολμηρές» αποφάσεις, ώστε να φέρει την οικονομία στο σημείο της επανεκκίνησης, για να ξαναρχίσει έτσι ο κύκλος της υποτιθέμενης ανάπτυξής της.

Η αγορά υπηρεσιών στην εκπαίδευση επιβλήθηκε ως ένα τέτοιο τέχνασμα το 2013, καθώς αποτέλεσε την πρώτη πολιτική πράξη του τότε υπουργού Παιδείας Κυριάκου Κενεβέζου, σε μια περίοδο όπου η διάσωση του τραπεζικού συστήματος αποτελούσε ιδανικό άλλοθι για έναν επίγειο παράδεισο καιροσκόπων, με στόχο την εξασφάλιση ατομικού πλούτου, την αύξηση ιδιοκτησίας και τη διασφάλιση εξουσίας. Η μοναδική ιδεώδης διέξοδος που το κυπριακό σύστημα είχε για να ανακάμψει από την κρίση, ήταν η καταστροφή της παραγωγικής του δύναμης, η οποία βεβαίως περιλάμβανε και την καταστροφή του ανθρώπινου της δυναμικού, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι ένας νέος μηχανισμός κοινωνικής οργάνωσης και εργασιακής απασχόλησης ήταν απόλυτα επιβεβλημένος.

Και είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο που η Κυβέρνηση Αναστασιάδη στόχευε, εκμεταλλευόμενη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα: στην πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, προτείνοντας νέες μορφές απασχόλησης, ξεκινώντας με παραδειγματικό τρόπο από τους ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς στα απογευματινά και βραδινά προγράμματα του ΥΠΑΝ και επενδύοντας στην γκετοποίησή τους. Η αφετηρία αυτή είχε δυνατό συμβολισμό, στέλνοντας ξεκάθαρα και ηχηρά μηνύματα προς την ευρύτερη κοινωνία και την αγορά εργασίας.

Οι συνέπειες της γκετοποίησης

Η υποβάθμιση των εν λόγω εκπαιδευτικών σε εκπαιδευτές ειδικών μητρώων με μηδενικά εργασιακά δικαιώματα, συνέβαλε στην αυτόματη μετατροπή τους σε μια υποδεέστερη κατηγορία εργαζομένων, ενδεχομένως με χαμηλότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά στα μάτια των πολιτών. Η ευαλωτότητα δε της κατηγορίας αυτής, την καθιστούσε υποεκπροσωπούμενη, υπό την έννοια ότι το εργασιακό της καθεστώς δεν επέτρεπε στα καταστατικά των εκπαιδευτικών οργανώσεων να την προστατεύσουν, εντάσσοντάς την στους κόλπους των μελών τους, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να βρίσκονται εκτεθειμένοι και να τοποθετούνται, εσκεμμένα από διάφορους τρίτους, απέναντι από τους μόνιμους εκπαιδευτικούς της πρωινής ζώνης, ως υπαρκτή απειλή στις οργανωτικές νόρμες που διέπουν το εκπαιδευτικό οικοδόμημα.

Επιπρόσθετα, η μεθοδευμένη γκετοποίηση της απογευματινής εκπαίδευσης δημιούργησε αναρίθμητες προκαταλήψεις γύρω από την αναγκαιότητα της ύπαρξής της στο εκπαιδευτικό σύστημα, ρίχνοντάς την στον πυθμένα του οργανωτικού και εργασιακού οικοδομήματος του ΥΠΑΝ. Αυτοί, βεβαίως, ήταν ισχυροί παράγοντες για την ΠΑΣΕΥ_ΠΕΟ, ώστε να εντείνει τη δράση της, προσφεύγοντας στο Διοικητικό Δικαστήριο και παραμένοντας πιστή στον αγώνα για δικαίωση των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών, για δέκα ολόκληρα χρόνια.

Η επιβολή της αγοράς υπηρεσιών στην εκπαίδευση, με πρόφαση το δημοσιονομικό συγύρισμα και την εικονική μείωση του αριθμού των εργαζομένων στη δημόσια υπηρεσία μέσα από μια συγκεκαλυμένη μορφή εργασίας, πέραν του γεγονότος ότι ήταν μια εξόφθαλμη καταπάτηση των βασικότερων εργασιακών δικαιωμάτων χιλιάδων εκπαιδευτικών, ήταν και εκ του αναμενόμενου αποτελέσματος ένα αποτυχημένο οικονομικό σύστημα, διότι εξαιτίας του μειώθηκε η διάθεση των εργαζομένων να παράγουν, αλλά και η δυνατότητά τους να καταναλώνουν, αφού αναγκάστηκαν να ζουν χωρίς επαρκείς πόρους. Η κόπωση, η πόλωση και η αβεβαιότητα, οδήγησαν σε μηχανικές συμπεριφορές, με εξουθενωμένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι ένιωθαν να μην λαμβάνονται υπόψη στην εκπαιδευτική διαδικασία. Κάποιοι, μάλιστα, εγκατέλειψαν τη δουλειά τους, λόγω της έλλειψης συμμετοχικότητας, μοναδικότητας και του αισθήματος του ανήκειν στο εργασιακό τους περιβάλλον. Κάτι στο οποίο η Κυβέρνηση Αναστασιάδη ενδεχομένως να εναπόθετε τις ελπίδες της, αφού ένα τέτοιο φαινόμενο φυγής θα οδηγούσε το καυτό αυτό ζήτημα σε μια ρυθμιστική τεχνική αυτοδιάλυσης.

Αμφισβήτηση της απορρύθμισης

Αυτό, βέβαια, που δεν είχε προσμετρήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, την ώρα που παράνομα επέβαλλε την αγορά υπηρεσιών προς εξυπηρέτηση της καταχρηστικής της διάθεσης (Διοικητικό Δικαστήριο 2020, Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών 2022, Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2023), ήταν το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας, δέκα χρόνια μετά, η οικονομική κρίση θα δημιουργούσε τέτοιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, με αλυσιδωτές, άρα, συνέπειες στην ίδια την αγορά, που θα έστελνε ένα ακόμα πιο ηχηρό μήνυμα αμφισβήτησης των υποστηρικτών της εργασιακής απορρύθμισης, ακόμα και αναμεταξύ των εργοδοτών.

Συνεπώς, το παράδειγμα της γκετοποίησης των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών εξελίχθηκε στην – αν μη τι άλλο – ηθική και νομική δικαίωση υπέρ των αρχών και των θέσεων της Αριστεράς στην Κύπρο, που θέλει τον άνθρωπο να μπορεί να εξελίσσεται μέσα από την εργασία του ως ελεύθερο ον, με εργασιακή δύναμη και όχι ως υποταγμένη ύπαρξη με επιβεβλημένη εργασία.

Αυτό που απομένει να γευτούμε είναι το σοκολατένιο νόμισμα που «σιγοψήνει» η νέα Κυβέρνηση Χριστοδουλίδη για επίλυση του όλου ζητήματος. Το κατά πόσο το νόμισμα αυτό θα αποτελέσει επένδυση στην ανέγερση ενός στέρεου εκπαιδευτικού οικοδομήματος, που θα ονομάζεται Δημόσιο Ολοήμερο Σχολείο, ή εάν τελικά θα αποτελέσει ένα ακόμα καταχρηστικό σκεύασμα με βραχυπρόθεσμη ημερομηνία λήξης, θα καταδείξει και το μέγεθος και τις προεκτάσεις μιας, εν τέλει, εξελισσόμενης δικαίωσης της Αριστεράς.

* Πιανίστα και εκπαιδευτικός Μέλος ΠΑΣΕΥ ΠΕΟ