Απογοητεύτηκαν όσοι ανέμεναν πως ταυτόχρονα με την έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2024 από το Υπουργικό Συμβούλιο, χθες, θα ανακοινώνονταν επιτέλους και κάποια κοινωνικά μέτρα για τις ομάδες του πληθυσμού που έχουν στριμωχτεί για τα καλά.

Ο υπουργός Οικονομικών συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο λήψης κάποιων μέτρων, κάποια στιγμή αργότερα. Για την ώρα είμαστε μια χαρά, πιστεύει μάλλον.
Είπε πάντως ότι «υπάρχουν κονδύλια που θα αξιοποιηθούν για πρόσθετα μέτρα, τα οποία θα εξαγγείλει η Κυβέρνηση αφού μελετηθούν».

Με το πάσο σας, υπουργέ. Εδώ θα είμαστε. Αλλά πόση μελέτη; Θα πρέπει να έχει περάσει πάνω από ένας μήνας από τότε που ο υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας δήλωσε πως ήταν ήδη σε επαφή με τον κ. Κεραυνό για να προωθηθούν κάποια πρόσθετα μέτρα, καθώς φαίνεται πως ο κ. Παπαναστασίου αντιλαμβάνεται όσους διαπιστώνουν ότι διαψεύστηκαν αυτοί που πανηγύριζαν αρχές του καλοκαιριού για μείωση του πληθωρισμού (επειδή μειώθηκε το ποσοστό των νέων αυξήσεων σε σύγκριση με τις περσινές και προπέρσινες αυξήσεις), όπως διαψεύστηκαν και οι εκτιμήσεις τους για σταθεροποίηση των τιμών των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας.

Κι αφού διαψεύστηκαν, πρέπει να πάρουν κάποιες αποφάσεις διαφορετικές από εκείνες που έλαβαν τον Ιούνιο και οδήγησαν τελικά σε μεγαλύτερη επιβάρυνση των καταναλωτών αλλά και σε νέες ανατιμήσεις.

Ο κ. Κεραυνός επιλέγει να περιμένει. Και να μελετά. Ποιος ξέρει, ίσως θέλει να μας κάνει χριστουγεννιάτικο δώρο τον Δεκέμβριο, όταν ίσως ξεμπερδέψει και από τον κλοιό των αξιολογητών. Αλλά για πολύ κόσμο ο Δεκέμβριος είναι μακριά.

Χθες, ο γενικός γραμματέας της ΣΕΚ στάθηκε σε αυτό που είχε αναδείξει χθες η στήλη ως ένα θέμα που δεν φαίνεται να τυγχάνει διαχείρισης από την Κυβέρνηση και τη Βουλή, με κίνδυνο, όταν δεήσει να ανακοινώσει το Υπουργικό νέα μέτρα, να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερες αντιδράσεις, αν η στόχευση την οποία θεωρεί απαραίτητη αποδειχθεί άδικη και ανεπαρκής.

Είπε ο κ. Μάτσας ότι «υπάρχει μια σαφής και ουσιαστική αδυναμία της Πολιτείας να αποτυπώσει στην πράξη ποιες είναι οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού» που χρήζουν στήριξης. Και πρόσθεσε ότι «πρέπει να γίνει κατανοητό πως όταν η πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι ένας στους δύο εργαζόμενους αμείβεται με μισθό κάτω των €1.500 και το ένα τέταρτο των εργαζομένων αμείβεται με μισθό κάτω από €1.100, οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού είναι περισσότερες και αριθμητικά μεγαλύτερες από αυτές που τα επίσημα καταγεγραμμένα στοιχεία αποτυπώνουν».

Τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο κ. Μάτσας είναι στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, τα οποία επικαιροποιημένα για το 2023 ίσως να αναδεικνύουν μια ακόμα πιο απογοητευτική πραγματικότητα.

Αυτοί λοιπόν, εντός και εκτός Κυβέρνησης, που θεωρούν ότι η μονότονη επίκληση των συστάσεων της ΕΕ για «στοχευμένα μέτρα» είναι αποτελεσματική ασπίδα έναντι των πιέσεων για κοινωνικά μέτρα, θα πρέπει να αντιληφθούν πως οι πραγματικά ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού καταλαμβάνουν τόσο πολύ χώρο μέσα στην κυπριακή κοινωνία που θα μπορούσε να τις στοχεύσει και να τις πετύχει κάποιος από το φεγγάρι.

Γι’ αυτό, ενόσω μελετούν για αποφάσεις, ας μελετήσουν και τα κριτήρια της στόχευσης. Για να μην έχουμε παρεξηγήσεις αύριο – μεθαύριο, αν η νέα κοινωνική συμμαχία που διαμορφώθηκε χθες, στη σύσκεψη στα γραφεία της ΣΕΚ, αποφασίσει πως πρέπει να περάσει από τα υπομνήματα στη δυναμική διεκδίκηση.