Ένα δίκαιο το έχει η πρόεδρος του ΔΗΣΥ. Από το περασμένο καλοκαίρι ανέλαβε η Κυβέρνηση να μαζέψει εισηγήσεις, σκέψεις, ανησυχίες για τους πλειστηριασμούς και τα κόκκινα δάνεια, να τα βάλει σε μια σειρά και να καταλήξει σε κατανοητές, λειτουργικές, δίκαιες και δημοκρατικές νομοθετικές προτάσεις, ώστε οι μεν δανειολήπτες να μπορούν να προσπίζονται τα συμφέροντά τους ενώπιον του Χρηματοικονομικού Επιτρόπου ή και ενώπιον της Δικαιοσύνης, αν χρειαστεί, οι δε τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης δανείων να μπορούν να προστατεύουν τα δικά τους συμφέροντα έναντι φυσικών και νομικών προϊόντων που συμπεριφέρονται ως στρατηγικοί κακοπληρωτές.
Αν και κανένας, παρά τις εκκλήσεις της κοινωνίας, δεν έχει καθορίσει ποιοι είναι οι στρατηγικοί κακοπληρωτές και γιατί τη βγάζουν καθαρή τόσα χρόνια. Ιδιαίτερα αν σκεφθούμε πως η όποια προστασία παρέχει διακεκομμένα η Βουλή αφορά κατά κύριο λόγο τους ιδιοκτήτες κύριων κατοικιών με αξία μέχρι 350.000 ευρώ. Να δεχθούμε ότι υπάρχουν στρατηγικοί κακοπληρωτές και ανάμεσα στους κατόχους στεγαστικών δανείων και ότι προστατεύονται -μαζί με τα χλωρά- από τη Βουλή.
Γιατί υπάρχουν όμως στρατηγικοί κακοπληρωτές, σε μεγαλύτερους αριθμούς μάλιστα, στις τάξεις των κατόχων επιχειρηματικών δανείων; Γιατί εξακολουθούν να γλιστρούν όλοι αυτοί, αφού δεν προστατεύονται από τις αναστολές του νόμου για τις εκποιήσεις; Προστατεύονται από κάποιους άλλους;
Εν πάση περιπτώσει, η Κυβέρνηση «έφαγε» όλο το καλοκαίρι και κάμποσο από το φθινόπωρο χωρίς να καταθέσει προτάσεις που να μοιράζουν το πάπλωμα. Διότι άμα σχεδόν ομόφωνα προκρίνει τις κυβερνητικές προτάσεις η πλευρά των πιστωτών, της Κεντρικής Τράπεζας, των εταιρειών διαχείρισης πιστώσεων και του Συνδέσμου Τραπεζών, αλλά όχι -τουλάχιστο όχι στον ίδιο βαθμό- η πλευρά των δανειοληπτών και κάποιων κομμάτων, τότε υπάρχει μια αμφιβολία ως προς την αμεροληψία της κυβερνητικής πλευράς.
Ιδιαίτερα σε ό,τι σχετίζεται με τον πυρήνα των διαφωνιών, που φαίνεται πως παραμένει το αίτημα της απρόσκοπτης προσφυγής δανειοληπτών στη Δικαιοσύνη, είτε για αμφισβήτηση υποχρεώσεων, είτε για καταχρηστικές ρήτρες από μέρους των πιστωτών.
Από τα ρεπορτάζ που δημοσιεύονται είναι σαφές ότι οι περισσότερες ενστάσεις βουλευτών, από συμπολιτευόμενα και αντιπολιτευόμενα κόμματα, σχετίζονται ακριβώς με αυτό για το οποίο δεν κατάφερε να γεφυρώσει τις διαφορές και να δώσει ανεκτές λύσεις και στις δύο πλευρές το Υπουργείο Οικονομικών: Την προσφυγή στη δικαιοσύνη και τον σεβασμό από τους πιστωτές της εξουσίας του δικαστηρίου να κρίνει και να αποφασίσει. Και αναλόγως να προχωρεί ή να μην προχωρεί η εκποίηση.
Έχει λοιπόν δίκαιο ο ΔΗΣΥ να επικρίνει την Κυβέρνηση που άφησε να περάσουν τέσσερις μήνες από την προηγούμενη ανεπιτυχή προσπάθεια να καταστεί δικαιότερο το νομικό πλαίσιο εκποιήσεων και δεν είναι ούτε καν σήμερα ικανή να πείσει τα κόμματα που την στηρίζουν να υπερψηφίσουν τα νομοσχέδια χωρίς τροπολογίες που η ίδια δεν θα δεχθεί να θεσπίσει σε νόμο και θα τις οδηγήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση.
Έχει πρόσθετο λόγο -και διπλό δίκαιο- να διαμαρτύρεται η πρόεδρος του ΔΗΣΥ, καθώς με την ιδιότητα της προέδρου της Βουλής πιθανό να κληθεί σήμερα στην Ολομέλεια να διαχειριστεί ένα νέο αλαλούμ, άλλη μία απρόβλεπτης εξέλιξης διαδικασία, που μπορεί να καταλήξει πάλι σε μια τρύπα στο νερό. Με χαμένους κατά κύριο λόγο τους συνειδητοποιημένους και καλόπιστους δανειολήπτες που αναμένουν τη διαμόρφωση ενός πιο βατού πεδίου διαχείρισης και εξυπηρέτησης των δανείων τους, με σεβασμό στη σημερινή τους οικονομική κατάσταση. Για τους άλλους δεν ενδιαφερόμαστε.
Αναμέναμε ότι μετά τις γελοιότητες στις οποίες είχαν υποπέσει κάποιοι κατά τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες του Ιουλίου (θυμάστε τα κουμπιά που δεν υπάκουαν, τάχα;), θα μπορούσαμε σήμερα με μεγαλύτερη σοβαρότητα ως Πολιτεία να παίρναμε κάποιες αποφάσεις για να κλείσει επιτέλους το θέμα του εξορθολογισμού του νομικού πλαισίου για τα κόκκινα δάνεια. Μάλλον δεν τα καταφέραμε ούτε αυτή τη φορά.